13 Ιουν 2012

Η Μικρασιατική εκστρατεία (Α' Μέρος)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1919-1922, ονομάστηκε έτσι από το γενικευμένο πόλεμο των Συμμάχων κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στον οποίο η Ελλάδα ενεπλάκη στη λεγόμενη «Μικρασιατική εκστρατεία». Είναι γνωστός και ως Πόλεμος της Μ. Ασίας, και για την Τουρκία αποτελεί κομμάτι του τούρκικου πολέμου της Ανεξαρτησίας από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις κατοχής (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα). Η Ελλάδα, ως νικήτρια χώρα στο πλευρό της Αντάντ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ανταμείφθηκε με παραχώρηση εδαφών από τη Βουλγαρία και την Οθωμανική αυτοκρατορία, χώρες που στη διάρκεια του πολέμου είχαν ταχθεί με τις κεντρικές δυνάμεις. Από τη Βουλγαρία η Ελλάδα απέσπασε τη Δυτική Θράκη, σύμφωνα με τη συνθήκη του Νεϊγύ, που απέκοπτε το βουλγαρικό κράτος από τη Μεσόγειο. Επίσης, υπογράφηκε η συνθήκη των Σεβρών, με την οποία η Οθωμανική αυτοκρατορία παρέδινε στην Ελλάδα όλη την Ανατολική Θράκη (εκτός από την περιοχή της Κωνσταντινούπολης) και τη ζώνη της Σμύρνης στη δυτική Μ. Ασία. Η Μικρασιατική καταστροφή είναι η τελευταία φάση του ελληνοτουρκικού πολέμου, η φυγή από τη Μ. Ασία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στη Σμύρνη, όπως και η σχεδόν άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου, και η γενικευμένη πλέον εκδίωξη μεγάλου μέρους τους ελληνογενούς πληθυσμού από τη Μικρά Ασία, που είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα (Συνθήκη του 1914) και είχε διακοπεί με την ανακωχή του Μούδρου. Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, μετά την καταστροφή της Σμύρνης, και την Ανακωχή των Μουδανιών, που έγινε στην ομώνυμη πόλη (11 Οκτωβρίου 1922), και τη μετά από 1 μήνα εκκένωση της χερσονήσου της Καλλίπολης (11 Νοεμβρίου) από το εκεί ελληνογενές στοιχείο, με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών από τη Μ. Ασία που ακολούθησε στη συνέχεια, μέχρι το 1924, να φέρουν την τελεία καταστροφή του Θρακικού και Μικρασιατικού ελληνισμού μαζί με του Πόντου.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Το 1919, ο Βενιζέλος, έχοντας την υποστήριξη των νικητών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, διέταξε την απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στη Μ. Ασία με «εντολή» την αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης, δηλαδή την απόφαση της Αντάντ για εφαρμογή της επικείμενης συνθήκης των Σεβρών στους νικημένους Τούρκους. Αν και ο τελικός στόχος των Ελλήνων ήταν η προσάρτηση περιοχών της Μ. Ασίας (ιδίως στα παράλια) όπου το ελληνικό στοιχείο ζούσε και δραστηριοποιείτο έντονα, πρωταρχική όμως μέριμνα της ελληνικής κυβέρνησης ήταν, όντως, η «προστασία των ελληνικών πληθυσμών» από την τουρκική αυθαιρεσία, και η ολοκλήρωση της επανάκτησης εδαφών και πληθυσμών από την Οθωμανική αυτοκρατορία, δηλαδή η πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας». Μάλιστα αυτά γίνονται με νωπή την εμπειρία από την αισχρή μεταχείριση των πληθυσμών αυτών μετά τους βαλκανικούς πολέμους, όταν δηλαδή χιλιάδες μη Τούρκοι Μικρασιάτες (όχι μόνον Έλληνες) υπέστησαν απάνθρωπες πιέσεις και εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές εστίες τους με τρόπο που άγγιζε και συχνά ξεπερνούσε τα όρια της εθνοκάθαρσης. Ο ελληνικός στρατός στάλθηκε εκεί από τους συμμάχους σαν χωροφύλακας, χωρίς η Ελλάδα να έχει δικαιώματα επί της Σμύρνης και της ευρύτερης ηπειρωτικής της περιοχής. Μόνο μετά από 5 χρόνια και αφού θα διενεργείτο δημοψήφισμα, θα αποφασιζόταν η τύχη της Σμύρνης και σε ποια χώρα θα ανήκε. Προφανώς όμως η Ελλάδα πίστευε ότι θα κέρδιζε το δημοψήφισμα.
Το 1920 υπογράφηκε η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), που καθόριζε μέχρι πού θα μπορούσαν να προχωρήσουν τα ελληνικά στρατεύματα. Και ενώ ο Σουλτάνος δέχθηκε τη συνθήκη, οι Νεότουρκοι με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ ή Ατατούρκ (Γενάρχης των Τούρκων), όπως ονομάστηκε από τους ομοεθνείς του στη συνέχεια, δεν την αναγνώρισαν κι άρχισαν να ετοιμάζονται για πόλεμο, για να αντιμετωπίσουν την Αντάντ και τους Έλληνες συμμάχους της. Αυτό οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση στην ανάληψη δράσης για να επιβάλει τα συμφωνηθέντα, με την προοπτική να κερδίσει επιπλέον εδάφη, που θεωρούσε ότι πλειοψηφούσαν σε ελληνικό πληθυσμό. Έτσι, τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να προελαύνουν στην ημιάναρχη Οθωμανική αυτοκρατορία που μαστιζόταν από εμφύλιες διαμάχες μεταξύ του Σουλτάνου και των Κεμαλιστών.
Πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα ανέτρεψαν τον Βενιζέλο, αφού στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 δεν εξελέγη ούτε καν βουλευτής, ενώ στην Τουρκία ο Κεμάλ εδραιωνόταν όλο και πιο γερά. Αυτό οδήγησε στην αποδυνάμωση του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία, που βασιζόταν κυρίως σε βενιζελικούς αξιωματικούς, και σε ενδυνάμωση του τουρκικού. Παράλληλα η άνοδος του Κωνσταντίνου στο θρόνο προκάλεσε τη δυσφορία των συμμαχικών δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και σύντομα την πολιτική απομόνωσή της σε διεθνές επίπεδο, καθώς ο Κωνσταντίνος είχε άμεσες σχέσεις με την έκπτωτη βασιλική οικογένεια της ηττημένης Γερμανίας.
Γούναρης-Θεοτόκης-Παπούλας Σμύρνη, Μάϊος 1921
Το 1922, τα τουρκικά στρατεύματα άρχισαν την αντεπίθεση. Αφού πέτυχαν τη διάσπαση των ελληνικών δυνάμεων και την αποκοπή και συντριβή μέρους αυτών, ο κεμαλικός τουρκικός στρατός ανάγκασε τον υπόλοιπο ελληνικό στρατό να υποχωρεί διαρκώς, ενώ μαζί του έφευγαν κι Έλληνες που φοβόντουσαν αντίποινα από τους Τούρκους. Ο ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη Μ. Ασία και ο πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), καθορίστηκαν τα νέα εδαφικά καθεστώτα του ελληνικού και τουρκικού κράτους αντίστοιχα.
Η ελληνική και η τουρκική αντιπροσωπεία στη διάσκεψη της Λωζάννης
Μαύρες σελίδες στην ιστορία του πολέμου αυτού αποτελούν η πυρπόληση της Σμύρνης, που σύμφωνα με Έλληνες και αρκετούς υπηκόους ξένων κρατών της Ευρώπης και των ΗΠΑ, που ήσαν αυτόπτες μάρτυρες, προκλήθηκε από Τούρκους και η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, που ξεσπίτωσε 1.650.000 Έλληνες και 570.000 Τούρκους.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ
Η αιτία για την έναρξη του πολέμου ήταν οι μυστικές συμφωνίες των Δυτικών δυνάμεων να διαμελίσουν την Οθωμανική αυτοκρατορία μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Αγγλία υποσχέθηκε στους Έλληνες εδαφικές προεκτάσεις σε βάρος των Τούρκων, αν συμμαχούσαν με τους Συμμάχους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα εδάφη που υποσχέθηκαν οι Άγγλοι ήταν η Ίμβρος, η Τένεδος και τα μικρασιατικά παράλια. Αυτή την περίοδο, ο Μουσταφά Κεμάλ, στρατιωτικός και ηγέτης μίας ομάδας επαναστατών, ίδρυσε το Τούρκικο Εθνικό Κίνημα στη Μ. Ασία. Οι επαναστάτες θέλησαν να ελευθερώσουν τα μέρη που είχαν παραδοθεί στην Ελλάδα με την απραξία της Υψηλής Πύλης.
Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ
Η Σμύρνη ήταν ελληνική για 2.000 χρόνια, ίσως και παραπάνω και ο ελληνικός παλμός δονούσε ιδιαίτερα στους Έλληνες της πόλης και γι’ αυτό οι Τούρκοι την αποκαλούσαν «Γκιαούρ Ισμίρ» (Gavur Izmir). Σε σύνολο 350.000 κατοίκων, τις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Έλληνες αριθμούσαν 200.000, οι Τούρκοι 80.000, οι Αρμένιοι 40.000, οι Εβραίοι 50.000 και οι Δυτικοί (Άγγλοι, Ιταλοί και Γάλλοι) τους 30.000. Ονομαστά ήσαν τα σχολεία της. Η περίφημη Ευαγγελική Σχολή, που ιδρύθηκε πριν από 2,5 αιώνες, είχε βιβλιοθήκη με 50.000 συγγράμματα, μεταξύ των οποίων πολλά σπάνια και αρχέτυπα και πολλοί κώδικες κι εκατοντάδες άλλα χειρόγραφα, αρχαιολογικό μουσείο και εκτός από το κεντρικό ίδρυμα, το ονομαστό γυμνάσιο της και το εμπορικό της τμήμα, είχε και 5 παραρτήματα με χιλιάδες μαθητές.
Απόφοιτοι Ευαγγελικής Σχολής, Σμύρνης 1910
Η Σμύρνη διέθετε και άλλα λαμπρά σχολεία κοινοτικά και ιδιωτικά, μεταξύ των οποίων το φημισμένο από παλιά ελληνογαλλικό λύκειο Αρώνη, το ελληνογερμανικό λύκειο Γιαννίκη, το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, το Ομήρειο και πολλά άλλα σχολεία, οργανωμένα από τις αλλοεθνείς κοινότητες και ξένες αποστολές. Ήτο τόσο προηγμένη η παιδεία στη Σμύρνη, ώστε δεκάδες μαθητές να προσέρχονται κάθε χρόνο από την ελεύθερη Ελλάδα. Θα ήταν περιττό να πούμε για τη σωματειακή και τη άλλη οργάνωση του ελληνισμού της Σμύρνης. Ανάλογη ήταν και η οργάνωση της φιλανθρωπίας με βάθρα τα 3 ευαγή ιδρύματα, το Γραικικό Νοσοκομείο του Αγίου Χαραλάμπους, το Ελληνικό Βρεφοκομείο και το Ελληνικό Ορφανοτροφείο. Ως προς τη Εκκλησία, μαζί με το πλήθος των ευεργετών εξασφάλιζαν τους πόρους για τη λειτουργία των σχολείων και για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών. Η αρχαιότερη από τις υπάρχουσες ελληνικές εφημερίδες, η «Αμάλθεια», εκδιδόταν στη Σμύρνη από το 1838. Όταν η πνοή της ελευθερίας θέρμαινε τη Σμύρνη εκδίδονταν σ’ αυτήν 15 εφημερίδες και περιοδικά. Γύρω από τη Σμύρνη απλώνονταν δεκάδες προάστια και άλλες πόλεις με αμιγείς ελληνικούς πληθυσμούς, όπως τα Βουρλά (Βρύουλα), ο Τσεσμές (Κρήνη), οι Κυδωνιές (Αϊβαλή), το Αξάριο, Αλάτσατα, Κορδελιό, Μπουρνόβα, Κουσάντασι, Μπουτζάς, Γκουλ-Μπαχτσέ κ.α.
Αλλά και η βιομηχανική δραστηριότητα σημείωνε καταπληκτική πρόοδο και εντυπωσιακά αποτελέσματα. Και να σκεφθεί κανείς ότι η βιομηχανία στη M. Ασία εξελίχθηκε μέσα σ’ ένα κλίμα τέλειας αδιαφορίας από την πλευρά του κράτους και απουσίας κάθε κρατικής αντίληψης σε θέματα επιχειρήσεων. Σε σύνολο 5.308 εργοστασίων κι εργαστηρίων του βιλαετιού της Σμύρνης, τα 4.008 ήταν ελληνικά, τα 1.216 τουρκικά, 28 αρμενικά, 21 εβραϊκά και τα υπόλοιπα ξένων. Δηλαδή, το 76% περίπου ήταν ελληνικά. Σύμφωνα με έρευνα του Εμπορικού Επιμελητηρίου Σμύρνης, ανάμεσα σε 3.315 εργοστάσια και εργαστήρια της πόλης, χωρίς να υπολογιστούν τα 10 περίπου που ανήκαν σε ξένους, 73% ανήκαν σε Έλληνες, 26% σε Τούρκους και 1% σε Αρμένιους και Εβραίους. Σε συνολική ιπποδύναμη 13.209 ατμόιππων από τα παραπάνω 5.308 εργοστάσια, οι 8.880 ήταν ελληνικών εργοστασίων και σε συνολική αξία των εργοστασίων αυτών 3.854.980 περίπου χρυσών τουρκικών λιρών, οι 2.135.940 χρυσές λίρες ήταν ελληνικά κεφάλαια. Στον τομέα λοιπόν της βιομηχανίας οι Έλληνες κυριαρχούσαν μεταξύ όλων των άλλων λαών, διέθεταν κεφάλαια μεγάλα, ήταν οι περισσότεροι και μεγαλύτεροι εισαγωγείς και δάνειζαν ακόμη και το οθωμανικό κράτος.
H ραγδαία εξέλιξη του εμπορίου βοηθούσε στην αύξηση του ελληνικού πληθυσμού κι αυτός με τη σειρά του ενίσχυε τις εμπορικές εργασίες. H περίφημη προκυμαία της πόλης, το Και (Quai) ήταν η βάση και το ορμητήριο, από το οποίο προωθείτο ο ελληνικός πληθυσμός και το εμπόριο. H Σμύρνη ήταν η αποθήκη του εμπορίου της δυτικής Μ. Ασίας, όπως το Xαλέπι της Συρίας. Στις αποθήκες και τα καταστήματα των Ελλήνων της Σμύρνης έφταναν τα καραβάνια από την Tοσκάτη, Άγκυρα, Προύσα, Ικόνιο, Αττάλεια, Ερζερούμ, Ντιγιαρμπακίρ με βαμβάκια, νήματα, μαλλιά Αγκύρας, περσικά χαλιά, ερυθρόδανο (ριζάρι), βαφές, φαρμακευτικά είδη, κερί, σπόγγους, σιτάρια, κριθάρια, δέματα καπνού, όπιο, λάδια, κρασιά, σύκα, σταφίδες. Όλα με προορισμό την Ευρώπη. Από το άλλο μέρος, γαλλικά, αγγλικά, ολλανδικά, αυστριακά κ.ά. καράβια προσορμίζονταν στη Σμύρνη με μετάξια Bενετίας, μεταξωτά, αργυρόχρυσες στόφες της Λυών, λουλάκι από τον Άγιο Δομήνικο, ζάχαρη, καρυκεύματα από την Καρολίνα και τη Λουϊζιάνα της Αμερικής, χαρτιά, υαλικά, σίδερο, κασσίτερο, μόλυβδο, ορείχαλκο.
Αυτή ήταν η ζωή στη Σμύρνη, όταν στάλθηκε υπόμνημα της ελληνικής κοινότητας Σμύρνης, στη Συμμαχική Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Το υπόμνημα υπογραφόταν από τα εκλεγμένα όργανα της Ελληνικής Κοινότητος και αναφέρονταν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Κανείς από τους πολιτισμένους λαούς της Ευρώπης και της Αμερικής δεν αγνοεί ότι από την Ιωνία ανέτειλαν τα πρώτα φώτα του ελληνικού πολιτισμού, ότι η ιωνική υπήρξε η πρώτη ελληνική διάλεκτος, ότι η Ιωνία υπήρξε η πρώτη κοιτίδα της ελληνικής φιλοσοφίας και ότι οι φωτεινές προσωπικότητες του πολιτισμένου κόσμου, Όμηρος, Ησίοδος, Θαλής, Πυθαγόρας, Αναξαγόρας, Ηράκλειτος και τόσοι άλλοι, υπήρξαν αθάνατα τέκνα Μ. Ασίας. Και όταν μετά πάροδο αιώνων ελληνικού πολιτισμού έλαμψε στον κόσμο ο Χριστιανισμός, πρώτα πάλι ελληνικά χέρια Μικρασιατών ήγειραν περικαλλείς ναούς για τη λατρεία του Χριστού και Μικρασιάτες Απόστολοι κήρυξαν ανά τον κόσμο στην ελληνική γλώσσα τα θεία διδάγματα του Χριστού. Οι 7 Εκκλησίες της Αποκάλυψης, στη μέση των οποίων ιδιαίτερα αγάπησε να περπατά ο Κύριος της δόξας, όλες άκμασαν στη Μ. Ασία. Μέχρι την ανακήρυξη του Συντάγματος του 1908, οι Χριστιανοί σφάζονται από τους Τούρκους, κάτω από οποιαδήποτε μορφή πολιτεύματος κι αν βρίσκονται κι οποιοσδήποτε Τούρκος κι αν διοικεί το κράτος. Μόνο στη Σμύρνη διενεργήθηκαν οι εξής σφαγές: Το 1770 με αφορμή τη ναυμαχία του Τσεσμέ, χιλιάδες Έλληνες Χριστιανοί σφάχτηκαν στους δρόμους της Σμύρνης. Το 1797 Τούρκοι έκαψαν ολόκληρες συνοικίας, έσφαξαν γυναικόπαιδα και έβαλαν φωτιά σε μια σχολή όπου κάηκαν αθώα παιδιά. Το 1821 στους δρόμους άρχισε κυνηγητό και σφαγή των Ελλήνων, που έβρισκαν καταφύγιο στα ευρωπαϊκά πλοία. Αλλά και στη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου, έχουμε πολυσέλιδη Μαύρη Βίβλο, που αδυνατεί να περιλάβει όλες τις γνωστές καταστροφές ελληνικών πόλεων, που δεν κρύβουν πια ούτε οι ίδιοι οι Τούρκοι, τις προμελετημένες σφαγές και δαρμούς, τις φυλακίσεις, τους συνολικούς φόνους, τις εκατόμβες των εργατικών ταγμάτων, τις ατιμώσεις των παρθένων, τις βεβηλώσεις των εκκλησιών, τους εξισλαμισμούς των παιδιών».
Εύζωνοι, Κορδελιό Σμύρνης
Κάποιος Γερμανός περιηγητής είχε πει κάποτε ότι αποτελεί διαστροφή της Ιστορίας, το γεγονός ότι η ιωνική γη δεν ανήκει στους απογόνους αυτών που έδωσαν τα φώτα της φιλοσοφίας και του πολιτισμού στον πολιτισμένο κόσμο. Η πνευματική και γλωσσική κυριαρχία των Ελλήνων ήταν ολοφάνερη. Τουρκικές εφημερίδες είχαν και ελληνικό τίτλο μαζί με τον τουρκικό και το σημαντικότερο σε πληθυσμό και πλούτο προάστιο της Σμύρνης, το Κορδελιό, είχε πινακίδες στους δρόμους στα τουρκικά και στα ελληνικά. Γλώσσα του εμπορίου ήταν η ελληνική. Γλώσσα του ξένου με τον Δυτικό ή τον Τούρκο ή τον Αρμένιο ήτο η ελληνική. Ο εορτασμός της εθνικής επετείου μετέβαλλε τη Σμύρνη σε Αθήνα.
Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ
Ο Βενιζέλος με μια σειρά υπομνημάτων στις Μεγάλες Δυνάμεις, προσπαθούσε να προωθήσει όσο μπορούσε το μικρασιατικό ζήτημα. Δεν παρέλειψε σε επιστολή του στον Άγγλο πρωθυπουργό Λόυδ Τζωρτζ (20 Οκτωβρίου 1918) να παραπονεθεί για την αδιαφορία των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων απέναντι στα δεινά των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Με υπόμνημα στον Αμερικανό Πρόεδρο Ουίλσον, στις 3 Δεκεμβρίου 1918, ο Βενιζέλος πρόβαλε αξιώσεις σ’ εκείνες της περιοχές της δυτικής Μ. Ασίας στις οποίες υπερείχε αριθμητικά ο ελληνικός πληθυσμός κι οι οποίες αφορούσαν το Βιλαέτι Αϊδινίου (622.810) και Προύσας (278.421), το ανεξάρτητο σαντζάκι Ιζμίτ (73.134), το σαντζάκι Δαρδανελλίων (38.830), την Τένεδο (3.752) και την Ίμβρο (8.125). Για την Κωνσταντινούπολη, το Βόσπορο και τα Δαρδανέλια, πρότεινε να αποτελέσουν διεθνές κράτος, ενώ για τους ελληνικούς πληθυσμούς που ανήκαν σε περιοχές που θα παρέμεναν υπό οθωμανική διοίκηση, ζήτησε ανταλλαγή με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν στην Ελλάδα, για να σωθούν από τις μαζικές εκτοπίσεις και σφαγές των Τούρκων. Πρώτος ο Γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσό συμφώνησε με τις προτάσεις του Έλληνα πρωθυπουργού. Είχε βέβαια προηγηθεί η εκστρατεία του ελληνικού στρατιωτικού σώματος στην Ουκρανία, υπό τις γνωστές πιέσεις Αγγλίας και Γαλλίας. Στο διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου και στα ατελείωτα ταξίδια του, κυρίως στο Παρίσι, ο Έλληνας ηγέτης είχε σαν στενό του σύμβουλο τον Υπουργό Εξωτερικών Ν. Πολίτη, καθηγητή του Δικαίου. Στην Αθήνα, τον αντικαθιστούσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Εμ. Ρεπούλης, ενώ τον Υπουργό Εξωτερικών αντικαθιστούσε ο Αλ. Διομήδης. Ο Βενιζέλος στηρίχτηκε πολύ στην ιστορία και στη σταθερή παρουσία των Ελλήνων στη Μ. Ασία επί αιώνες για να προβάλει και να υπερασπιστεί τις εθνικές διεκδικήσεις: «Η σπονδυλική στήλη της Ελλάδας έχει κατεύθυνση προς Ανατολάς. Για να γίνει βιώσιμο το ελληνικό κράτος πρέπει να στρογγυλοποιηθεί κι όχι να αποκτήσει λωρίδες παραλιακών περιοχών στις βόρειες ακτές του Αιγαίου, λωρίδες χωρίς βάθος. Η στρογγυλοποίηση θα γίνει με την απόκτηση της Ιωνίας (της Σμύρνης με το εσωτερικό της). Η Ιωνία είναι ελληνική με απαράγραπτα δικαιώματα του Ελληνισμού. Και είναι μια πραγματική γη της Επαγγελίας».
Η διάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων στις διεκδικήσεις του Βενιζέλου ήταν θετική. Αναγνώρισαν τις ελληνικές αξιώσεις τόσο στη Δυτική όσο και στην Ανατολική Θράκη, συμφώνησαν τόσο στην παραχώρηση της Σμύρνης και των Κυδωνιών στην Ελλάδα όσο και στην προσάρτηση της Δωδεκανήσου και της Β. Ηπείρου στην ελληνική επικράτεια. Κύριος αντίπαλος στην ελληνική εξωτερική πολιτική ήταν η Ιταλία, αλλά και οι διαφορές που χώριζαν τις Μεγάλες Δυνάμεις, καθώς η μια διακατεχόταν με καχυποψία απέναντι στην άλλη. Κυρίως ο ανταγωνισμός ήταν οξύτατος μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας και αυτό συντέλεσε ώστε να μη τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Τουρκίας απέναντι στην Αντάντ, μετά την ανακωχή που υπογράφηκε στο Μούδρο της Λήμνου (17 Οκτωβρίου 1918). Οι δεσμεύσεις αυτές αφορούσαν, εκτός από την παράδοση του Ελλήσποντου και του Βοσπόρου στους Συμμάχους, την εγκατάλειψη της Υεμένης, της Συρίας, της Μεσοποταμίας και της Κιλικίας και την αποστράτευση του τουρκικού στρατού. Ιταλοί και Γάλλοι δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για τον αφοπλισμό του τουρκικού στρατού, γεγονός που έσπευσαν να επωφεληθούν οι Τούρκοι, που διέβλεπαν πλέον την πτώση της οθωμανικής κυβέρνησης και προσδοκούσαν ένα καλύτερο μέλλον για το έθνος τους, με ηγέτη τον μοναδικό άνθρωπο που μπορούσε να αντιμετωπίσει τη χαώδη κατάσταση που επικρατούσε και που δεν ήταν άλλος από τον στρατηγό Μουσταφά Κεμάλ. Ο Κεμάλ αντέδρασε στους ταπεινωτικούς όρους των Συμμάχων και οργάνωσε ένα εθνικιστικό κίνημα αντίστασης από την ενδοχώρα της Μ. Ασίας, διαλέγοντας τη Σαμψούντα του Πόντου για να ξεκινήσει την οργάνωση του κινήματος αυτού που θα έσωζε την Τουρκία από την καταστροφή.
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ
Όταν η Τουρκία πήρε μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, ο τότε Άγγλος πρωθυπουργός Άσκουϊθ, σε λόγο του στη βουλή, είπε ότι ο σουλτάνος με αυτό που έκανε είχε σκάψει τον τάφο του και η αυτοκρατορία του, που είχε σύρει το ξίφος, θα καταστρεφόταν με το ξίφος. Αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου πραγματοποιήθηκε διάσκεψη στο Παρίσι και άρχισαν οι συνεννοήσεις για τη διανομή των εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά την επικείμενη πτώση της. Οι Ρώσοι πρόβαλαν αξιώσεις για την Κωνσταντινούπολη και τα στενά (αξιώσεις που εγκαταλείφθηκαν μετά την Οκτωβριανή επανάσταση), οι Ιταλοί αξίωσαν τα βιλαέτια Αϊδινίου (Σμύρνης), Ικονίου και Αδάνων, οι Γάλλοι τη Συρία και την Παλαιστίνη και οι Άγγλοι την Αραβία και τη Μεσοποταμία με τα πετρέλαιά τους. Οι Σύμμαχοι, για να επιβάλλουν τις διεκδικήσεις τους στην καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, δεν είχαν έτοιμο στρατό, παρά μόνο τον ελληνικό ή τον ιταλικό, κι αυτό επειδή, Άγγλοι και Γάλλοι, υπό την πίεση της κοινής γνώμης, είχαν προβεί σε εκτεταμένες αποστρατείες. Από την άλλη δεν ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τον ιταλικό στρατό για την επιβολή των όρων της Συνθήκης Ειρήνης, γιατί θα εδραιωνόταν η Ιταλία στη Μ. Ασία, κάτι που δεν το ήθελαν το Λονδίνο και το Παρίσι. Όταν λοιπόν, η Ιταλία αποβίβασε εντελώς απροειδοποίητα, στρατεύματα στην Αττάλεια και τη Μάκρη της Μ. Ασίας, οι Σύμμαχοι εξοργίστηκαν και ανάγκασαν την ιταλική αντιπροσωπεία, να αποχωρήσει από τις εργασίες της Διάσκεψης. Τον Μάιο του 1919, οι μεγάλες δυνάμεις της «Τριπλής Συνεννόησης» («Αντάντ»), εκμεταλλευόμενοι την απουσία των Ιταλών, αποφάσισαν την παραχώρηση της περιοχής της Σμύρνης στην Ελλάδα και την άμεση αποστολή ελληνικού στρατού εκεί, για να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ιωνίας από τις δολιοφθορές των Τούρκων άτακτων.
Πολεμικό Αφέρωφ, Σμύρνη 1919
Ο Βενιζέλος έδωσε τηλεγραφικά εντολή στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Ρεπούλη, για την προετοιμασία απόβασης του ελληνικού στρατού στη μικρασιατική ακτή, ζητώντας ταυτόχρονα πλήρη εχεμύθεια: «Τη στιγμή αυτή το Ανώτατο Συμβούλιο με πληροφορεί ότι στη σημερινή συνεδρίαση αποφάσισε το εκστρατευτικό σώμα να αναχωρήσει για Σμύρνη. Η απόφαση ελήφθη παμψηφεί. Ζήτω το Έθνος...». Η νηοπομπή των ελληνικών πολεμικών και μεταγωγικών σκαφών που θα μετέφερε την 1η Μεραρχία, μια από τις πιο ένδοξες του Ελληνικού στρατού, από το λιμάνι Ελευθερών της Μακεδονίας στη Σμύρνη, είχε ήδη ετοιμαστεί, αλλά κανείς δεν γνώριζε ότι ο τόπος προορισμού ήταν η μητρόπολη της Ιωνίας. Τη Μεραρχία συγκροτούσαν κυρίως Θεσσαλοί και στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, υπό τον αντιστράτηγο Μανουσογιαννάκη, είχε κερδίσει επάξια τον τίτλο της «σιδηράς». Η δόξα της επισφραγίστηκε στο Μακεδονικό Μέτωπο στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Διοικητής της Μεραρχίας, που περιλάμβανε τα συντάγματα πεζικού 4ο, 5ο και 1/38 Ευζώνων, με διοικητές τους αντισυνταγματάρχες Αλ. Σχινά, Κ. Τσάκαλο και Διον. Σταυριανόπουλο, ήταν ο συνταγματάρχης πυροβολικού Ν. Ζαφειρίου. Στις 30 Απριλίου 1919, την ώρα του απόπλου αναγνώσθηκε στους στρατιώτες και τους αξιωματικούς της Μεραρχίας η ιστορική Ημερήσια Διαταγή του Πρωθυπουργού και Υπουργού Στρατιωτικών:
«Αποφασίσθηκε υπό των μεγάλων Δυνάμεων η διά του ελληνικού στρατού κατάληψη της Σμύρνης και η εξασφάλιση της τάξης εκεί. Αποστολή, πιο τιμητική από αυτή σπανίως ανατέθηκε σε τμήμα του εθνικού στρατού, σε όλη τη μακρά του ιστορία... Γνωρίζω εκ των προτέρων ότι θα βρεθείτε στο ύψος της αποστολής σας. Γνωρίζω ότι πάντες αξιωματικοί και οπλίτες, αισθάνεστε δίκαιη υπερηφάνεια για την αποστολή σας ταύτη...Είναι ανάγκη, όπως έκαστος εκ των ανδρών της μεραρχίας εμπνέεται από τη συναίσθηση ότι ο ίδιος αντιπροσωπεύει την Ελλάδα. Πρέπει ανά πάσα στιγμή να θυμάται ότι από κάθε λόγο του, από κάθε πράξη του εξαρτάται η προς την Ελλάδα εκτίμηση, όχι μόνο των ομογενών, αλλά και των ξένων στοιχείων, που βρίσκονται πολυάριθμα στη Σμύρνη. Συστάσεις για τη συμπεριφορά σας απέναντι των ομογενών δεν έχω ανάγκη να σας κάνω. Επί αιώνες ήδη περιμέναμε την ευτυχή αυτή μέρα, χωρίς ποτέ να απελπιστούμε, ούτε εν μέσω των μεγαλύτερων συμφορών. Εκτός τούτου όμως, είναι ανάγκη να δείξτε με τη συμπεριφορά σας και προς το τουρκικό, το εβραϊκό και το αρμενικό στοιχείο ότι ο ελληνικός στρατός όχι μόνο δεν υστερεί των συμμαχικών στη γενναιότητα, την αυταπάρνηση και την ευγένεια της ψυχής, αλλά ότι συγχρόνως διεκδικεί ότι ευρίσκεται στην πρώτη γραμμή του πολιτισμού. Οι ευχές ολόκληρου του έθνους σας συνοδεύουν».
Την περίοδο εκείνη στη Σμύρνη βρισκόταν τουρκική στρατιωτική δύναμη 3.000 περίπου ανδρών, που στρατοπέδευε σε στρατώνες κοντά στο διοικητήριο της πόλης, στο νότιο τμήμα της προκυμαίας. Το πρωί της 1ης Μαΐου ο ναύαρχος Κάλθορπ επέδωσε στον βαλή της Σμύρνης διακοίνωση με την οποία του γνωστοποιούσε την απόφαση του Συνεδρίου για στρατιωτική κατάληψη της πόλης και του ζήτησε την επόμενη μέρα το τουρκικό στρατιωτικό τμήμα να παραμείνει στους στρατώνες. Λίγο πριν το μεσημέρι της 1ης Μαΐου, ναυτικά αγήματα των Συμμάχων κατέλαβαν τα εξωτερικά φρούρια της Σμύρνης. Η Σμύρνη ζούσε την πιο σημαντική στιγμή της Ιστορίας της. Την επόμενη ημέρα θα αποβιβάζονταν στην προκυμαία της τα στρατεύματα της ελεύθερης Ελλάδος, τα οποία οι Έλληνες της πόλης θα υποδέχονταν ως απελευθερωτές. Η απελευθέρωση των Ελλήνων είχε αρχίσει το 1821 από Μωριά και Ρούμελη, συνεχίστηκε το 1881 στη Θεσσαλία, το 1912 στη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Κρήτη και το Αιγαίο και το 1919 στη Θράκη και στη γη της Ιωνίας.
Το πρωί της 2ας Μαΐου 1919 τα πάντα ήταν έτοιμα για την απόβαση. Περίπολοι Ελλήνων ναυτών κυκλοφορούσαν στην προκυμαία για την τήρηση της τάξης, ενώ οι πολίτες είχαν κατακλύσει τους δρόμους του λιμανιού. Στις 7:30 άρχισε η αποβίβαση των ελληνικών τμημάτων στον προβλήτα της Πούντας. Τα ελληνικά στρατεύματα κατέλαβαν την πόλη και τις γύρω περιοχές, με την κάλυψη του Ελληνικού, Γαλλικού και Βρετανικού ναυτικού. Ταυτόχρονα οι Έλληνες είχαν καταλάβει και την Ανατολική Θράκη. Έλληνες κι Αρμένιοι της Σμύρνης υποδέχτηκαν τους Έλληνες ως σωτήρες. Η κατάληψη της πρωτεύουσας της Ιωνίας έγινε μέσα σε πανηγυρικό κλίμα και χωρίς αντίσταση (αν και στις πρώτες ημέρες καταγράφηκαν αρκετά αιματηρά επεισόδια και από τις δυο πλευρές). Αργότερα, τοποθετήθηκαν ελληνικές διοικητικές αρχές που ήταν υπό τις εντολές του αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη. Τους επόμενους μήνες συγκροτήθηκε στρατιωτική μεραρχία με έδρα τη Σμύρνη υπό τον συνταγματάρχη Μαζαράκη και ξεκίνησε προσπάθεια να αναχαιτιστούν οι εχθρικές επιβουλές, με στρατιωτικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις προς το εσωτερικό. Το μεγαλύτερο μέρος του τούρκικου στρατού στην περιοχή παραδόθηκε στα συμμαχικά στρατεύματα ή κατέφυγε στην ύπαιθρο. Οι Δυτικές δυνάμεις συνέχισαν την κατάκτηση των γύρω περιοχών για να ενισχύσουν τη θέση τους στην περιοχή της Σμύρνης. Σταδιακά, η Ελλάδα είχε κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος των παραλίων της Μ. Ασίας. Οι Τούρκοι έβλεπαν τους Έλληνες ως κατακτητές στον τόπο τους, αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τη συνθήκη και ξεκίνησαν ανταρτοπόλεμο, με αποτέλεσμα η απόβαση του Ελληνικού στρατού να μετατραπεί σε εκστρατεία.
ΜΕΝΕΜΕΝΗ
Την 6η Μαΐου, συνερχόταν εκτάκτως το Ανώτατο Διασυμμαχικό Συμβούλιο, που αποτελείτο από τον Πρόεδρο Ουίλσον, τον Λόυδ Τζωρτζ, τον Κλεμανσό και τον Σοννίνο. Ο Βενιζέλος ζήτησε διεύρυνση του προγεφυρώματος για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των Τούρκων άτακτων, αλλά και για να επαναπατριστούν 300.000 πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στα νησιά, όταν ξεκίνησαν οι σφαγές του 1914. Η έγκριση δόθηκε και ο ελληνικός στρατός ήταν έτοιμος να πατήσει κι άλλα χώματα ύστερα από 5 αιώνες ξενικής κατοχής. Όταν ελήφθη η διαταγή επέκτασης της ζώνης κατοχής, η τάξη είχε αποκατασταθεί πλήρως στην περιοχή της Σμύρνης. Το σχέδιο του διοικητή της 1ης Μεραρχίας, συνταγματάρχη Ζαφειρίου, απέβλεπε στην περικύκλωση της πόλης και της τουρκικής συνοικίας. Έλπιζε ότι έτσι οι Τούρκοι δε θα τολμούσαν να κινηθούν. Η κατάληψη της Μενεμένης είχε μεγάλη στρατηγική σημασία, γιατί ο πληθυσμός της (στο μεγαλύτερο ποσοστό τουρκικός), υποστήριζε τη κίνηση των Νεότουρκων, ήταν οπλισμένος και θα πλευροκοπούσε τον Ελληνικό Στρατό στη κατάλληλη ευκαιρία. Όσο έμενε ελεύθερη, το φρόνημα των Τούρκων θα ήταν υψηλό. Έπρεπε να καταληφθεί με κάθε θυσία. Ο αντισυνταγματάρχης Τσάκαλος, διοικητής του 5ου συντάγματος Πεζικού, κατέλαβε τη πόλη χωρίς να χυθεί αίμα και δεχόταν την παράδοση του εκεί τουρκικού τάγματος. Η αναίμακτη κατάληψη της Μενεμένης οφείλεται σ’ ένα Μικρασιάτη δημοσιογράφο, τον Κώστα Μισαηλίδη, που με κίνδυνο της ζωής του έπεισε τους δημογέροντες της πόλης να μη παρασυρθούν από το Κομιτάτο και να υποταχθούν στο «Κισμέτ». Το ηθικό τους κλονίσθηκε κι οι αρχηγοί τους αποφάσισαν να δώσουν την αποφασιστική μάχη στη Μαγνησία.
ΜΑΓΝΗΣΙΑ
Στην πόλη αυτή, που παρά το ελληνικό της όνομα ήταν τουρκική (8.000 Έλληνες σε πληθυσμό 80.000), είχαν εγκατασταθεί από το 1912 πολλοί Τουρκοκρήτες, που είχαν το μίσος του Ασιάτη και την παλικαριά του Κρητικού. Μισούσαν πιο πολύ κι από την Ελλάδα τους Έλληνες, πιο πολύ κι από τους Έλληνες τον Βενιζέλο. Όταν ο αντισυνταγματάρχης Κ. Τσάκαλος, με δύο τάγματα πεζικού, έναν ουλαμό ιππικού και έναν ουλαμό πυροβολικού, προχωρούσε προς Μαγνησία έλπιζε ότι οι Τούρκοι θα πρόβαλλαν αντίσταση. Όμως γελάστηκε. Το μεσημέρι της 12ης Μαΐου έφιππος ο αντισυνταγματάρχης, επικεφαλής των ανδρών του, έμπαινε με υψωμένη την ελληνική σημαία.
ΑΪΒΑΛΗ
Η κατάληψη της Μενεμένης και της Μαγνησίας άνοιξε το δρόμο προς βορρά, προς τις Κυδωνιές, το θρυλικό Αϊβαλή, την πρωτεύουσα της Αιολίας. Μετά τη Σμύρνη, το Αϊβαλή ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Δυτικής Μ. Ασίας. Οι 40.000 κάτοικοί της ήταν όλοι σχεδόν Έλληνες, που στα στήθια τους έκαιγε η φλόγα της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν γενναίοι, ατίθασοι και δεν έσκυψαν ποτέ τον τράχηλο στον Τούρκο. Είχαν κατορθώσει να απελευθερώσουν την πόλη τους, πολύ πριν αποβιβαστεί ο στρατός στη Σμύρνη. Οι Αϊβαλιώτες, ατρόμητοι κοντραμπατζήδες, έφταναν μέχρι τα βάθη της Ανατολίας κι εφοδίαζαν τους Χριστιανούς με όπλα και είχαν επεκτείνει την ηγεμονία τους σε όλα τα χωριά του Αϊβαλή. Οι Τούρκοι τους έτρεμαν και τους σέβονταν. Μεταξύ τους υπήρχε μια σιωπηρά συμφωνία: Οι Αϊβαλιώτες θα άφηναν τις Αρχές να παραμένουν στην πόλη τους και τις λίγες τουρκικές οικογένειες να ζουν ανενόχλητα. Αρκεί να μη τους πείραζε κανείς. Το βράδυ της 15ης προς 16η Μαΐου η «Υπεροχή» κι η «Εσπερία», με 3 λόχους Κρητικών, ένα λόχο πολυβόλων και μια πυροβολαρχία, καταπλέουν στο λιμάνι των Κυδωνιών. Ο διοικητής της αποβατικής δύναμης, αντισυνταγματάρχης Θωμάς, αποβιβάζει αμέσως τη διλοχία Βλαστού και καταλαμβάνει τη χερσόνησο Ποντικονήσι, για υποστήριξη της κύριας απόβασης, που θα γίνει την αυγή. Αλλά δεν πρόλαβε. Λίγο πριν την απόβαση, η διλοχία Βλαστού συμπλέκεται με τμήμα Τούρκων άτακτων. Τους συντρίβει και οι τρομοκρατημένοι Τσέτες σκορπίζουν τον πανικό και στους υπόλοιπους. Πριν την απόβαση, ο Καϊμακάμης παίρνει το στρατό του και σπεύδει να εγκαταλείψει την πόλη. Η απόβαση, που το Στρατηγείο περίμενε ότι θα ήταν πολυαίμακτη, μεταβάλλεται σε στρατιωτικό περίπατο. Οι Αϊβαλιώτες πανηγυρίζουν, επιτέλους ελεύθεροι.
ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ
Την 4η Μαΐου στάλθηκε δύναμη στα Βουρλά (Βρύουλα), όπου ο πληθυσμός (40.000) ήταν αμιγώς ελληνικός, ακολούθησε στις 9 Μαΐου το Βαϊνδήριο, το Πυργί (Μπιρτζέ) ο Κασαμπάς, η Έφεσος, στις 14 το Αϊδίνιο (Τράλλεις), στις 16 τα Θείρα, στις 30 η Πέργαμος και στις 31 Μαΐου το Δικελί. Η απελευθέρωση της κοιλάδας του Καΰστρου στοίχισε πολύ αίμα και σκληρές μάχες. Πρωταγωνιστές και άξιοι ηγέτες ήταν οι αξιωματικοί Νίδερ, Τζαβέλας, Τσερούλης, Σταυριανόπουλος, Νικολάου, Γ. Λαμπράκης και τόσοι άλλοι. Όταν οι τσολιάδες του 11/38 τάγματος ήταν έτοιμοι να καταλάβουν την Έφεσο, είδαν πολλούς ιππείς να καλπάζουν καταπάνω τους. Ενώ ακροβολίστηκαν για να τους αντιμετωπίσουν αντιλήφθηκαν ότι ήταν Ελληνόπουλα από το χωριό Κιρκιντζέ (Κιρκίντζα), που έτρεχαν να τους προϋπαντήσουν. Το Κιρκιντζέ ήταν στην Κοιλάδα του Καΰστρου και διέθετε πύργο, που αποτελούσε μέρος συστήματος προειδοποίησης μεγάλης στρατηγικής και στρατιωτικής σημασίας. Η πόλη μεγάλωσε και αναπτύχθηκε, ενώ μια κεραμική σφραγίδα με το όνομα «Γεώργιος», που βρήκε ο ελληνικός στρατός, δείχνει την ύπαρξη οργανωμένης κοινωνικής ζωής στην περιοχή αυτή τη Βυζαντινή περίοδο.
ΟΔΕΜΗΣΙΟ
Στο Οδεμήσιο, ο καϊμακάμης της πόλης Μπενήλ Μπέης οργάνωσε αντίσταση, αφού κατάφερε να συγκεντρώσει 2.000 αντάρτες από τα γύρω χωριά, που ανατίναξαν τη σιδηροδρομική γραμμή, ενώ ο Ταχήρ Μπέης υποσχέθηκε την άφιξη ιταλικών ενισχύσεων. Ο Τζαβέλας που είχε πληροφορηθεί τις κινήσεις του εχθρού, το βράδυ της 18ης Μαΐου, μόλις έφθασε το τάγμα ασφαλείας Καρακούφα, διέταξε προέλαση. Η μάχη κράτησε όλη την επόμενη μέρα κι οι Τούρκοι υποχώρησαν με τη δύση του ηλίου, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 80 νεκρούς. Την άλλη μέρα, ο λήσταρχος Τσακιντζής με διάφορες ομάδες ζεϊμπέκηδων κατέβηκαν από τα βουνά και παρέδωσαν τα όπλα τους στον ελληνικό στρατό, με μόνο αντάλλαγμα να τους δοθεί χάρη και να αφεθούν ελεύθεροι, όπως κι έγινε.
Ελληνικό πεζικό στις πλαγιές του Τμώλου
Η ΣΦΑΓΗ ΣΤΟ ΑΪΔΙΝΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΓΑΜΟ
Στις 15 Ιουνίου 1919, οργανώθηκε στην ιταλική ζώνη κατοχής μεγάλη τουρκική αντεπίθεση με αποτέλεσμα την εκδίωξη από το Αϊδίνη του ελληνικού στρατού. Τότε βρήκαν την ευκαιρία Τούρκοι άτακτοι, από τα χωριά του Μαιάνδρου, να προβούν σε σφαγές του άμαχου πληθυσμού, στις οποίες πρωταγωνίστησε ο μετέπειτα Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές. Σύμφωνα με υπόμνημα του Βενιζέλου στους Ευρωπαίους Σύμμαχους, οι σκοτωμένοι ξεπέρασαν τους 3.000.
Η Πέργαμος με το επίνειό της Δικελί είχαν καταληφθεί από μικρό σώμα στρατού με διοικητή τον Συρμακέζη. Γύρω όμως από την Πέργαμο δρούσαν περίπου 5.000 Τσέτες. Την 1η Ιουνίου 1919 μία εφοδιοπομπή 38 Ελλήνων στρατιωτών εξοντώθηκε λίγα χλμ. έξω από την Πέργαμο και τα πτώματα βρέθηκαν οικτρά παραμορφωμένα. Την ίδια τύχη είχε και μία φρουρά στη γέφυρα του ποταμού Κάικου, καθώς και δύο άλλα φυλάκια. Ταυτόχρονα Τούρκοι άτακτοι επιτέθηκαν κατά της πόλης, όπου ο τουρκικός πληθυσμός είχε εξεγερθεί και επιτίθετο κατά των Ελλήνων στρατιωτών. Ο Συρμακέζης υποχώρησε και οι Τούρκοι ξέσπασαν στον ελληνικό πληθυσμό. Στις 7 Ιουνίου, ο διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού, στρατηγός Νίδερ ανακατέλαβε την Πέργαμο, αλλά το θέαμα που αντίκρισε ήταν αποκρουστικό: Κατά την κίνηση της φάλαγγας Τσερούλη και πριν από την πόλη βρέθηκαν μερικοί άνδρες του 1/8 τάγματος κατακρεουργημένοι φρικιαστικά, με τα μάτια εξορυγμένα και τη γλώσσα και τα αυτιά κομμένα. Από τα πτώματα άλλων στρατιωτών είχαν αφαιρεθεί τα σπλάχνα και περιτυλιχθεί στο λαιμό τους. Οπλίτες και αξιωματικοί βρέθηκαν θαμμένοι γυμνοί και πεταλωμένοι.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Μετά τα γεγονότα στο Αϊδίνη, οι ελληνικοί στρατιωτικοί παράγοντες άρχισαν να ανησυχούν σοβαρά για τους Τούρκους άτακτους που δρούσαν ανενόχλητα έξω από τη ζώνη κατοχής. Το Στρατοδικείο καταδίκασε σε ισόβια δεσμά τον αντισυνταγματάρχη Αλ. Σχινά που θεωρήθηκε υπαίτιος για την πρόωρη εκκένωση του Αϊδινίου. Ο κίνδυνος επιδεινωνόταν από την ανοχή των Ιταλών στους Τούρκους αντάρτες, μία ανοχή που εξελίχθηκε και σε ανοιχτή συνεργασία. Σύμφωνα με την έκθεση του μητροπολίτη Αναίων Αλ. Διλανά, με την έναρξη της ιταλικής κατοχής ξεκίνησε η καταπίεση του ποιμνίου του από το μουσουλμανικό στοιχείο. Ήταν φανερό ότι οι ένοπλες τουρκικές ομάδες θα διαλύονταν μόνο αν πλήττονταν μέσα στο ορμητήριό τους, που ήταν η ζώνη των Ιταλών. Ήδη ο στρατηγός Νίδερ είχε τηλεγραφήσει στον Βενιζέλο, ζητώντας του επειγόντως ενισχύσεις, επειδή διαφορετικά κινδύνευε και η ίδια η Σμύρνη. Ο πρωθυπουργός, διαπιστώνοντας την κρισιμότητα της κατάστασης, έστειλε στη Σμύρνη τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, για να σχηματίσει προσωπική αντίληψη των τεκταινομένων, και ο αρχιστράτηγος εισηγήθηκε στον πρωθυπουργό, την καταδίωξη από τον ελληνικό στρατό των Τούρκων μέσα στη ζώνη που έλεγχαν οι Ιταλοί.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΣΤΕΡΓΙΑΔΗΣ
Εξίσου σοβαρό πρόβλημα στη Σμύρνη αναδείχθηκε και η διάσταση στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, που ξεκίνησε με την άφιξη στην πόλη, ενός ιδιαίτερα βδελυρού προσώπου, του Αριστείδη Στεργιάδη. Ο Στεργιάδης διορίστηκε ύπατος Αρμοστής, πιθανότατα μετά από πίεση των Άγγλων, και εξελίχθηκε σ’ ένα πειθήνιο όργανό τους. Σύμφωνα με τον Σμυρνιό δημοσιογράφο Αγγελομάτη, ήταν άδικος, αυστηρός, σκληρός, ασεβής, ανισόρροπος. Εξελίχθηκε σ’ ένα δικτάτορα, εχθρικό προς όλο το ελληνικό στοιχείο, και χρησιμοποιώντας ακόμα και σωματική βία μεροληπτούσε υπέρ των Τούρκων προσπαθώντας να καθησυχάσει τους Συμμάχους για τη συμπεριφορά των ελληνικών αρχών προς τους Μουσουλμάνους. Οδήγησε στο εκτελεστικό απόσπασμα, για ασήμαντους λόγους, πολλούς Χριστιανούς, ενώ κυκλοφορούσε μ’ ένα βούρδουλα. που τον χρησιμοποιούσε καθημερινά ακόμα και κατά αξιωματικών και προκρίτων της Σμύρνης. Το ποιόν του φάνηκε κατά την καταστροφή της Σμύρνης, όταν αδιαφόρησε εντελώς για τη στοιχειώδη άμυνά της κι άφησε την περιοχή επιβιβαζόμενος σε αγγλικό πολεμικό, την ώρα που πίσω του σφαγιάζονταν τα γυναικόπαιδα. Τον υπασπιστή του, έναν Κρητικό χωροφύλακα, που τον συνόδευε παντού και πάντα και που του κουβάλησε τις βαλίτσες μέχρι την προκυμαία, όχι μόνο δεν τον κάλεσε να έρθει μαζί του για να σωθεί, αλλά ούτε γύρισε να τον χαιρετήσει.
Αριστείδης Στεργιάδης (πρώτος από αριστερά)
Μεγάλη μάχη δινόταν και στο διπλωματικό τομέα, όπου το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο στο Παρίσι, κατηγορούσε διαρκώς την Ελλάδα, ότι υπερέβη τα όρια εντολής που είχε λάβει, ότι ευθυνόταν για τις εντάσεις στη Μ. Ασία και ότι ήταν υπεύθυνη για την κακομεταχείριση του τουρκικού πληθυσμού. Ήταν οι ίδιοι που τα προηγούμενα χρόνια είχαν κλείσει τα μάτια στις θηριωδίες των Νεότουρκων στην Αρμενία, τον Πόντο και στα παράλια της Μ. Ασίας και τώρα απαγόρευαν στον ελληνικό στρατό να απαντάει στις επιθέσεις των άτακτων του Κεμάλ, ώστε να δυσχεράνουν με κάθε τρόπο το έργο του Βενιζέλου.

Ο ΚΕΜΑΛ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΧΡΟΝΟ
O Μουσταφά Κεμάλ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, από ντονμέδες (εξισλαμισμένους Εβραίους) γονείς και πρωταγωνίστησε στο κίνημα των Νεότουρκων το 1908. Διακρίθηκε στα μέτωπα των στρατιωτικών αναμετρήσεων με τους Άγγλους, στα Δαρδανέλια, στη Συρία και αλλού. Αντιτάχθηκε στην οθωμανική κυβέρνηση του σουλτάνου Μεχμέτ ΣΤ', που είχε αποδεχθεί τους όρους της συνθήκης του Μούδρου, με αποτέλεσμα να πέσει σε δυσμένεια. Ο Κεμάλ, όμως μαζί με τον υφυπουργό Στρατιωτικών Ισμέτ πασά, τον υπουργό Ναυτικών Ρεούφ πασά κι άλλα υψηλόβαθμα στελέχη αρχίζει να οργανώνει κίνημα αντίστασης στην οθωμανική κυβέρνηση. Παραμένει όμως στην Κωνσταντινούπολη, μετά από εντολή του σουλτάνου, για να βρίσκεται υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης, ενώ του ανατέθηκε η ηγεσία της Επιθεώρησης του Στρατού. O Κεμάλ, εν γνώσει των Άγγλων αναχωρεί κρυφά από την Κωνσταντινούπολη και στις 2 Μαΐου 1919 αποβιβάζεται στη Σαμψούντα, όπου οργανώνει το εθνικιστικό του κίνημα, σε συνεργασία με στρατιωτικούς διοικητές της Ανατολής. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Νουρεντίν πασάς, που είχε διατελέσει διοικητής του σαντζακιού της Σμύρνης. Στις 9 Μαΐου, ο Κεμάλ πάει στην Αμάσεια, όπου καταρτίζει σχέδιο άμυνας κατά των Ελλήνων. Αποφασίζει μυστική επιστράτευση και αρπαγή όπλων από αποθήκες που φυλάσσονταν από τους Συμμάχους. Οι αποφάσεις αυτές επικυρώθηκαν από συνέδρια στο Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολη) και τη Σεβάστεια, ενώ έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης ορίστηκε η Άγκυρα. Η Τουρκία είχε περιέλθει σε δεινή θέση, ήταν ανοχύρωτη κι αν το επέτρεπαν οι Σύμμαχοι, ο ελληνικός στρατός θα είχε επιβάλλει τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων. Η Τουρκία είχε περιορισθεί εδαφικά, με τη Γαλλία να κατέχει τη Συρία και την Κιλικία, την Αγγλία τη Μοσούλη, την Ιταλία την κοιλάδα του Μαιάνδρου και την Αττάλεια, την Ελλάδα να ελέγχει το σαντζάκι της Σμύρνης και της Μαγνησίας, ενώ τα Δαρδανέλλια κι η Κωνσταντινούπολη βρίσκονταν υπό διεθνές καθεστώς. Αυτή η υπό διάλυση χώρα είχε ν’ αντιμετωπίσει Αρμενίους και Πόντιους αντάρτες, ενώ οι Κούρδοι καραδοκούσαν για ανεξαρτησία. Αλλά το κράτος αυτό επιβίωσε χάρη σ’ έναν άνθρωπο, τον Κεμάλ Ατατούρκ.
Η ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ
Στο τέλος του 1919, οι θέσεις των ελληνικών τμημάτων δεν είχαν μεταβληθεί. Οι επιθέσεις όμως των Τούρκων άτακτων συνεχίζονταν κι έμεναν αναπάντητες, παρά τα συνεχή διαβήματα του στρατηγού Νίδερ προς τον Άγγλο ομόλογό του Μιλν, τον επικεφαλή όλων των συμμαχικών στρατευμάτων της Μ. Ασίας. Ύστερα από πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης αξιώθηκαν οι Μεγάλες δυνάμεις να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για προέλαση του Ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα της Μ. Ασίας, σε βάθος 3.000 μέτρων από το στόχο της τουρκικής επίθεσης, με την υποχρέωση της άμεσης επιστροφής των στρατευμάτων μας στο σημείο εκκίνησής τους. Η διαχωριστική γραμμή, γνωστή ως «γραμμή Μιλν» καθόριζε τα ελληνο-τουρκικά σύνορα και είχε ως εξής: Κερέμκιοϊ - Ντουσμέ - Γενιτζέ - Παπαζλί - ανατολικά από το Αχμετλί - Σάρδεις - Μπόζ Νταγκ - ανατολικά από το Οδεμήσιο - Μπαντέμια - Ομερλού - βόρεια όχθη του Μαιάνδρου μέχρι Μουσλούκ Ντερέ - Ντεμερτζίκ - δυτικά από το Αζιζιέ - εκβολές Καΰστρου. Η αύξηση των δυνάμεων του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία καθιστούσε αναγκαία τη διοικητική τους αναδιοργάνωση. Την 12η Δεκεμβρίου 1919 έφτασε στη Σμύρνη ο αντιστράτηγος Κ. Μηλιώτης Κομνηνός, που ανέλαβε τη διοίκηση της «Στρατιάς Κατοχής Μικράς Ασίας». Έδρα της Στρατιάς που περιλάμβανε το Α' Σώμα Στρατού και το Σώμα Στρατού Σμύρνης, ήταν η Σμύρνη. Το Α' Σώμα Στρατού, με διοικητή τον αντιστράτηγο Κ. Νίδερ και έδρα το Σεβδίκιοϊ, αποτελείτο από τις μεραρχίες του Αϊδινίου και Βαϊνδηρίου που κάλυπταν τις κοιλάδες του Μαιάνδρου και του Καΰστρου. Διοικητής του Σώματος Στρατού Σμύρνης (με έδρα τη Μαγνησία), που περιλάμβανε τη 13η μεραρχία στον Κασαμπά και τη Μεραρχία Αρχιπελάγους στην Πέργαμο, ήταν ο αντιστράτηγος Δ. Ιωάννου. Στις αρχές του 1920, η δύναμη του ελληνικού στρατού ανερχόταν σε 2.400 αξιωματικούς και 57.038 οπλίτες. Ενώ οι Τούρκοι ενίσχυαν το μέτωπο Αχμετλί - Φιλαδέλφεια, με σκοπό την επίθεση μέσω της κοιλάδας του Έρμου ποταμού προς Κασαμπά και Νυμφαίο, ο αρχιστράτηγος Παρασκευόπουλος έφθανε τον Μάρτιο του 1920 στο Γενικό Στρατηγείο της Σμύρνης και αναλάμβανε τη διοίκηση προσωπικά. Πρώτη του φροντίδα ήταν να ζητήσει από τον Βενιζέλο ελευθερία κινήσεως για την ολοκληρωτική διάλυση των Τούρκων άτακτων. Ο Έλληνας πρωθυπουργός βρισκόταν σε διαρκή διπλωματικό αγώνα για να εξασφαλίσει την άδεια περαιτέρω προέλασης προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας, αλλά και την υλική βοήθεια των Συμμάχων για να πετύχει το σκοπό του.

Η ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ
Τον Φεβρουάριο του 1920, στο Συμβούλιο των Πρωθυπουργών που συνήλθε στο Λονδίνο και τον Απρίλιο στη διάσκεψη του Σαν Ρέμο, οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής δεν μπορούσαν να βρουν μια οριστική λύση στο ανατολικό ζήτημα. Τα αντικρουόμενα συμφέροντά τους, εμπόδιζαν την επίτευξη κοινής λύσης. Τελικά, αποφάσισαν ένα καθεστώς πενταετούς ελληνικής κυριαρχίας στην περιοχή της Σμύρνης υπό την ψιλή κυριαρχία του σουλτάνου με δημιουργία τοπικής βουλής και ενδεχόμενο δημοψήφισμα. «Οι ελληνικές διεκδικήσεις επί της Σμύρνης και της περιοχής της δεν ήσαν μόνο γνωστές, αλλά και είχαν επισήμως διατυπωθεί στη Διάσκεψη, υποστηριχθεί προ του Ανωτάτου Συμβουλίου και εγκριθεί χωρίς επιφύλαξη από την αρμόδια επιτροπή. Όταν καταλάμβανε η Ελλάδα τη Σμύρνη γνώριζε ότι αν δεν είχε νομικό, είχε τουλάχιστον ηθικό τίτλο να το κάνει. Δεν έστειλε τα στρατεύματα ως εκτελεστικά όργανα, όπως τα είχε προηγουμένως στείλει στη Ρωσία. Τα έστειλε ως όργανα ιδιαιτέρως ενδιαφερόμενα διά την επιτυχία μίας διεθνούς εντολής, της οποίας σκοπός ήτο η τήρηση της τάξης σε μία χώρα κατ’ εξοχήν ελληνική...» (Ελευθέριος Βενιζέλος προς Ζωρζ Κλεμανσό).
Παράλληλα με τις επιτυχίες του ελληνικού στρατού, στο τουρκικό στρατόπεδο επικρατούσε εμφύλια διαμάχη μεταξύ της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας. Ο αρχηγός του εθνικιστικού κινήματος Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν ήδη σε ανοικτή ρήξη με την οθωμανική κυβέρνηση, ρήξη η οποία εξελίχθηκε σε εμφύλιο πόλεμο. Επαναστάτησε κατά του Σουλτάνου και συγκρότησε, με τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκικής εθνοσυνέλευσης, κυβέρνηση. Μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν η μεταφορά της πρωτεύουσας από την Κωνσταντινούπολη, η οποία είχε καταληφθεί από τα συμμαχικά στρατεύματα, στην Άγκυρα. Από εκεί ο Ατατούρκ οργάνωσε συστηματικότερα την αντεπίθεσή του. Επιπλέον είχε καταφέρει να υπογράψει ανακωχή με τη Ρωσία και τη Γαλλία για να εξασφαλίσει τα νώτα του. Ο Σουλτάνος κήρυξε «ιερό πόλεμο», δηλαδή υπέγραψε «φετφά», εξουσιοδοτώντας τον υπουργό των Στρατιωτικών να οργανώσει «Στρατό του Χαλίφη» και υποσχέθηκε την ευλογία του σ’ όλους όσους θα πήγαιναν να καταταγούν. Τα στρατεύματα του σουλτάνου, την άνοιξη του 1920, συνεπικουρούσαν Κιρκάσιοι, Λαζοί, Πόντιοι και Αρμένιοι αντάρτες. Έλληνες έλεγχαν τα πλούσια παράλια της Μ. Ασίας. Ο Κεμάλ ήταν στο χείλος του γκρεμού. Η μοίρα της νεώτερης Τουρκίας κρεμόταν από μία κλωστή. Οι σύμμαχοι της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, Ιταλοί και Γάλλοι, θα στήριζαν τον εθνικιστή ηγέτη και θα τον έσωζαν από την καταστροφή. Αλλαγή στάσης που θα απέβαινε μοιραία για τη ζωή των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Το Μάρτιο του 1920, μετά από συμφωνία με τον Κεμάλ, οι Ιταλοί εκκένωσαν την περιοχή του Ικονίου, ενώ οι Γάλλοι υπέγραψαν ανακωχή με την προσωρινή κυβέρνηση της Άγκυρας και χάριζαν το στρατιωτικό εξοπλισμό τους στους Τούρκους, παρά τις σφαγές Γάλλων στρατιωτών και Αρμενίων που είχαν στην Κιλικία, γεγονός που δεν επηρέασε τους πολιτικούς της τότε Γαλλίας να συμμαχήσουν με τον τέως εχθρό τους Κεμάλ. Ο Άγγλος πρωθυπουργός Λόυδ Τζωρτζ, λόγω της αντίστασης που αντιμετώπιζε στα Δαρδανέλλια, ζήτησε από τον Βενιζέλο να αναλάβει την άμυνα της Νικομήδειας και της παραλίας του Μαρμαρά. Αυτός δέχτηκε ανεπιφύλακτα, αλλά έθεσε σαν όρο το διαμελισμό της Τουρκίας και τον περιορισμό της στο κεντρικό οροπέδιο.
Διοικητές του τουρκικού στρατού
ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ - ΠΡΟΥΣΑ
Στις 10 Απριλίου 1920 ο Μουσταφά Κεμάλ δήλωνε στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Αγκύρας: «Τη στιγμή αυτή ο ελληνικός Στρατός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μας. Ας μην υποτιμούμε την ισχύ του. Ο Έλληνας στρατιώτης είναι γενναίος και καρτερικός, οι αξιωματικοί του εμπειροπόλεμοι και ικανοί. Και η ηγεσία του εμπνευσμένη. Είναι επιτακτικό καθήκον να καταστείλουμε την επανάσταση (των σουλτανικών) και να στραφούμε εγκαίρως κατά του εχθρού. Η Πατρίδα αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο κίνδυνο της ιστορίας της». Ο ελληνικός στρατός λίγους μήνες μετά θα δικαίωνε τον «Γκρίζο Λύκο», αφού θα ακολουθούσε κατά γράμμα τη διαταγή του αρχηγού του Επιτελείου Θ. Πάγκαλου: «Συντριβή του εχθρού και απηνής καταδίωξή του, μέχρι και του τελευταίου στρατιώτη, μέχρι και του τελευταίου ίππου». Τον Ιούνιο 1920 ξεκίνησε η ελληνική επίθεση. «Αύριο επιτέλους αρχίζει η από τόσου χρόνου αναμενόμενη επίθεση. Όλος ο ελληνικός στρατός της Μ. Ασίας, σαν ένας άνθρωπος, μόλις δοθεί το σύνθημα της εφόδου θα εξορμήσει κατά του εχθρού για να επιτευχθεί η τελική απελευθέρωση των υπόδουλων αδελφών μας... Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώτες! Προσέξτε! Είναι έγκλημα εσχάτης προδοσίας κάθε παράβαση. Οι ηττημένοι κι όλοι οι κάτοικοι των μερών που θα καταληφθούν θα είναι για σας ιεροί. Συνεχίστε την ιστορία μας, που την διακρίνει ηρωισμός, ιπποτισμός και μεγαλοψυχία! Είμαι βέβαιος ότι θα το πράξτε! Σε κανένα δεν επιτρέπεται, στο τέλος των ωραίων αγώνων μας να σπιλώσει την άσπιλή μας ιστορία» (Λ. Παρασκευόπουλος, Ημερήσια Διαταγή 8ης Ιουνίου 1920).
Ο Παρασκευόπουλος στη Σμύρνη, 1919
Πρώτος στόχος, η απελευθέρωση της Φιλαδέλφειας. Το πρωί της 10ης Ιουνίου οι Έλληνες στρατιώτες με τη ξιφολόγχη και φωνάζοντας «αέρα», διέλυσαν τους Τούρκους και κατέλαβαν (η 1η Μεραρχία με τους Τσολιάδες του 1/38), το όρος Μπαλιάμπολ Νταγκ. Βορειότερα όμως, η 2η Μεραρχία καθηλώθηκε μπροστά στην τουρκική αντίσταση. Τότε ο αρχηγός του Α' Σώματος στρατηγός Νίδερ, διέταξε την 13η Μεραρχία, να κινηθεί κατά μήκος του Έρμου ποταμού και να διασπάσει τις τουρκικές γραμμές καταλαμβάνοντας τον τομέα Σαλιχλή - Μπιν Τεπέ. Νότια του Έρμου βρίσκονταν 2 συντάγματα: το 2ο υπό το αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνου και το 3ο υπό τον Κονδύλη, καθώς και μία ταξιαρχία ιππικού. Η 13η Μεραρχία συνέχισε την προέλασή της, συντρίβει το 7ο Σώμα του τουρκικού Στρατού και καταλαμβάνει το χωρίο Μοναμάκ. Οι στρατιώτες μας συνέχισαν την προέλαση και σπάζοντας τη δεύτερη γραμμή άμυνας του εχθρού κατέλαβαν το χωριό Ντερέκιοϊ. Το απόγευμα ο ελληνικός στρατός έμπαινε θριαμβευτής στη Φιλαδέλφεια. Χιλιάδες οι Τούρκοι αιχμάλωτοι κι οι αραμπάδες με τα λάφυρα. Το 12ο Σώμα του τουρκικού στρατού ήταν ένας συρφετός αιχμαλώτων και φυγάδων. Οι ξένοι παρατηρητές έμειναν κατάπληκτοι.
Η 13η Μεραρχία έλαβε νέες εντολές από τον αρχιστράτηγο Παρασκευόπουλο να εξορμήσει προς Προύσα. Οι οχυρωμένες θέσεις των Τούρκων καταλήφθηκαν με έφοδο κι ο Ελληνικός Στρατός μπήκε στις 3 το απόγευμα στην πόλη. Είναι δύσκολο, όμως, να λεχθεί ποιο τμήμα μπήκε πρώτο. Ήταν τόση η ορμή της επίθεσης, ώστε διάφορα τμήματα μπήκαν σχεδόν ταυτόχρονα, ενώ το ιππικό συνέχισε την επέλαση. Καταδίωξε τους πανικόβλητους Τούρκους και συναντήθηκε με τους Άγγλους στα Μουδανιά.
Έφοδος ελληνικού στρατού κοντά στον ποταμό Έρμο.
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ - ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Τον Ιούλιο του 1920, οι Σύμμαχοι επέτρεψαν στον Βενιζέλο την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης. Το σχέδιο κατάληψης το κατάρτισαν ο Παρασκευόπουλος, ο Άγγλος στρατηγός Μιλν και ο Άγγλος ναύαρχο Τζων Μάικλ ντε Ρόμπεκ. Διοικητής των τουρκικών δυνάμεων ήταν ο συνταγματάρχης Τζαφέρ Ταγιάρ. Την 7η Ιουλίου 1920, οι μεραρχίες Σμύρνης και Ξάνθης και μία ταξιαρχία ιππικού επιβιβάσθηκαν σε μεταγωγικά από τους όρμους Αρτάκης, Αρμενοχωρίου και Πανόρμου και με τη συνοδεία ελληνικών κι αγγλικών πολεμικών κατέπλευσαν στη Ραιδεστό και στην Ηράκλεια όπου αποβιβάσθηκαν.

Στις 12 Ιουλίου καταλήφθηκε η Αδριανούπολη και την επόμενη μπήκε στην πόλη ο βασιλιάς Αλέξανδρος που παρακολουθούσε από κοντά τις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο λαός της Αδριανούπολης (267.000 Έλληνες, 245.000 Τούρκοι, 35.000 Βούλγαροι, 22.000 Αρμένιοι, 16.000 Εβραίοι) υποδέχτηκε με ενθουσιασμό τον Ελληνικό στρατό.
Προηγουμένως, ο Αλέξανδρος είχε περάσει και από το ελεύθερο Δεδέ-Αγάτς, που μετά το θάνατό του μετονομάστηκε, προς τιμή του, σε Αλεξανδρούπολη. Ο Τζαφέρ Ταγιάρ συνελήφθη αιχμάλωτος στο Μπαμπά Εσκί και μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου παρέμεινε μέχρι το 1923, οπότε υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάννης.
ΤΣΕΝΤΙΣ - ΧΑΝ
Μετά την ήττα τους, οι κεμαλικές δυνάμεις ανασυγκροτήθηκαν στο Ουσάκ (Τημενοθύρες) και στο Δορύλαιο (Εσκί Σεχίρ), ενώ μονάδες προκάλυψης έκαναν επιδρομές στη σιδηροδρομική γραμμή της περιοχής Σαλιχλί (Σάρδεις)-Μπαλικεσέρ (Αδραμύττιο). Έτσι, τον Ιούλιο, οι ελληνικές δυνάμεις ανέλαβαν και εκτέλεσαν με επιτυχία το έργο εκκαθάρισης των Τούρκων άτακτων, ιδιαίτερα στην περιοχή Ντεμιρτζή, σκοτώνοντας τουλάχιστον 300 Τσέτες. Το δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου, ο ελληνικός στρατός ανέλαβε επιθετικές επιχειρήσεις προς το Ουσάκ και το Τσεντίς ταπεινώνοντας τις δυνάμεις του Κεμάλ, που είχε ήδη αναλάβει προσωπικά τη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Για να πετύχει τουλάχιστον μία εντυπωσιακή νίκη κατά των Ελλήνων, ο στρατηγός Αλή Φουάτ οργάνωσε σχέδιο επίθεσης κατά της 13ης μεραρχίας που βρισκόταν στην περιοχής Τσεντίς. Στις 11 Οκτωβρίου 1920, τουρκικές δυνάμεις από 7.300 άνδρες επιτέθηκαν κατά του 2ου και 3ου συντάγματος της 13ης μεραρχίας. Απέναντί τους είχαν τον συνταγματάρχη Γ. Κονδύλη, τον αντισυνταγματάρχη Ι. Κωνσταντίνου και τον Ν. Πλαστήρα. Στις 7:30 εκδηλώθηκε η επίθεση δύο τουρκικών μεραρχιών με επίκεντρο το Ντοσεντζίκ Νταγκ. Παράλληλα άτακτες ομάδες διασκόρπισαν ελληνική εφοδιοπομπή, που πορεύονταν προς το Τσεντίς και λόχο μηχανικού κοντά στους Μύλους. Το βράδυ, η κατάσταση ήταν δύσκολη για τις ελληνικές δυνάμεις: τα πυρομαχικά τελείωναν, η επικοινωνία είχε διακοπεί με το κέντρο ανεφοδιασμού, που βρισκόταν στο χωριό Χαν, επειδή το πρόσβαλλαν επίμονα τουρκικές δυνάμεις. Στις 11 Οκτωβρίου, το βράδυ, Έλληνες στρατιώτες συμπτύχθηκαν στο Χαν, εγκατέστησαν προφυλακές στα βόρεια του χωριού και διαπίστωσαν ότι ο εχθρός συγκέντρωνε τον κύριο όγκο των δυνάμεών του για να δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Η τουρκική επίθεση εκδηλώθηκε το απόγευμα της 14ης Οκτωβρίου και γρήγορα κατέληξε σε μάχη σώμα με σώμα, όπου οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τη ξιφολόγχη και οι Τούρκοι μεγάλα μαχαίρια. Ο αγώνας εξακολουθούσε μέχρι τα μεσάνυχτα και το ελληνικό μέτωπο αντιμετώπιζε άμεσο κίνδυνο διάσπασης, καθώς έφταναν νέες τουρκικές ενισχύσεις. Τη νύχτα όμως οι πολιορκημένες ελληνικές δυνάμεις πραγματοποίησαν έξοδο η οποία κατέληξε στη συντριβή των εχθρικών δυνάμεων, που υποχώρησαν με σοβαρές απώλειες (157 νεκροί, 100 αιχμάλωτοι), ενώ οι τσολιάδες είχαν 16 νεκρούς και 45 τραυματίες. Το πρωί της 15ης Οκτωβρίου 1920, ο ελληνικός στρατός, συνεχίζοντας την καταδίωξη, έφθασε στο Τσεντίς και στις 18, με το πρώτο χιόνι κατέλαβε την πόλη. Ο στρατηγός Αλή Φουάτ αντικαταστάθηκε από τον Ιζέτ μπέη, το ηθικό των Τούρκων στρατιωτών υπέστη καθίζηση και ο Κεμάλ ντροπιάστηκε και από αυτή την ήττα.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ
Γιος του Χρήστου Πλαστήρα και της Στεργιανώς Καραγιώργου, γεννήθηκε στο Μορφοβούνι Καρδίτσας, το 1883. Εκείνη την περίοδο η Θεσσαλία βρίσκονταν υπό οθωμανική κατοχή. Ο Πλαστήρας, σε ηλικία 14 ετών, ξυλοκόπησε το γιο του πασά, που κακομεταχειριζόταν τα ελληνόπουλα της περιοχής, και για να τον γλυτώσουν οι γονείς του, τον φυγάδευσαν στην Αθήνα. Μετά το Γυμνάσιο κατατάχθηκε στον στρατό το 1903 και υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού στα Τρίκαλα, όπου έλαβε τον βαθμό του δεκανέα. Το 1905 πήρε μέρος στον Μακεδονικό αγώνα, ενταγμένος στα αντάρτικα σώματα των Παπαγάκη κι Αθανασόπουλου. Μετά συμμετείχε ενεργά στο «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» των αξιωματικών, που έκανε το κίνημα στο Γουδή, τον Αύγουστο του 1909. Το 1910 μπήκε στη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας, απ’ όπου βγήκε το 1912 ως ανθυπολοχαγός. Τοποθετήθηκε στο 5ο Σύνταγμα πεζικού και με τη μονάδα αυτή πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους. Η πρώτη νικηφόρα του μάχη ήταν εκείνη της Ελασσόνας, στην οποία κατάλαβε τα εχθρικά χαρακώματα και συνέλαβε τους πρώτους Τούρκους αιχμαλώτους. Ακολούθησαν οι μάχες του Σαρανταπόρου, των Γιαννιτσών και της Θεσσαλονίκης, όπου με την ανδρεία του, ενέπνευσε στους άνδρες του σεβασμό και εκτίμηση. Στη μάχη του Λαχανά, ο Πλαστήρας, πάντα έφιππος κι ορμητικός ήταν από τους πρωταγωνιστές της νίκης και μετά τη μάχη ο ταγματάρχης Οθωναίος τον αγκάλιασε και τον συνεχάρη συγκινημένος, ενώ οι στρατιώτες του ζητωκραύγαζαν φωνάζοντας: «Ζήτω ο Μαύρος Καβαλάρης». Στις 17 Μαΐου 1918, ο Πλαστήρας έλαβε μέρος στη Μάχη του Σκρα Ντι Λέγκεν, ως Διοικητής του 3ου Τάγματος του 6ου Συντάγματος, όπου εξουδετέρωσε 7 εχθρικές γραμμές άμυνας, βάθους 1.500 μέτρων, μέσα σε δυο ώρες, χαρίζοντας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη μια από τις μεγαλύτερες νίκες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Προηγούμενες ενέργειες Γάλλων και Άγγλων για την κατάληψή του είχαν αποτύχει. Οι ηρωικές και συντονισμένες επιθετικές ενέργειες επέτρεψαν την κατάληψη της περιοχής. Η αναφορά του Πλαστήρα λακωνική: «Έφθασα τέρμα αντικειμενικού σκοπού. Εχθρός υποχωρεί πανικόβλητος. Δέον διαταχθεί καταδίωξη προς εκμετάλλευση επιτυχίας. Πλαστήρας».
Παρασημοφόρηση συντάγματος Πλαστήρα
Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε, αλλά δυστυχώς οι επιχειρήσεις για την Ελλάδα δεν σταμάτησαν. Συνεχίστηκαν, με τη μεγαλύτερη έως τότε υπερπόντια επιχείρηση της Ελλάδας, τους πρώτους μήνες του 1919 με την Εκστρατεία στη Νότια Ρωσία (Ουκρανία) με το Α' Σώμα Στρατού (Ι, ΙΙ, ΧΙΙΙ ΜΠ), δύναμης 23.351 ανδρών. Στον Πλαστήρα ανατέθηκε η Διοίκηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. Όταν ανέλαβε τη Διοίκηση του Συντάγματος, σε συγκέντρωση αξιωματικών και οπλιτών, μεταξύ των άλλων είπε: «...Οφείλομε να εκτελέσουμε το καθήκον μας. Ο αγώνας αυτός θα ανοίξει το δρόμο των εθνικών μας στόχων. Ο δρόμος μας για τη Θράκη και τη Μ. Ασία περνά από τη Ρωσία. Έτσι, θα δώσουμε στα παιδιά μας τη Σμύρνη και την Πόλη». Έτσι, πολύ εύστοχα και λακωνικά εξηγεί τη σκοπιμότητα της συμμετοχής της Ελλάδας στην Εκστρατεία στην Ουκρανία. Τον Ιούνιο του 1919, το θρυλικό 5/42 του 38χρονου συνταγματάρχη αποβιβάστηκε στον Μπουρνόβα και συνέχισε να πρωταγωνιστεί σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στα χώματα της Ιωνικής γης. Είχε δημιουργηθεί ένα άριστο πνεύμα Μονάδας, που έδινε ενθουσιασμό στους τσολιάδες, ώστε σε όλα τα τραγούδια τους είχαν ως επωδό: «Είμαστε λιοντάρια - του Πλαστήρα παλικάρια». Το 5/42 εξέδιδε στη Μ. Ασία την εφημερίδα «Η Φούντα». Με την πτώση του Βενιζέλου και την επάνοδο του Κωνσταντίνου, ήταν από τους λίγους διοικητές που δεν τόλμησε να αγγίξει η κυβέρνηση του Γούναρη, όταν έδιωξε όλους τους άξιους αξιωματικούς, που είχαν πρωταγωνιστήσει στις προηγούμενες μάχες. Τον Μάρτιο του 1921, το 5/42 με μία σειρά μαχών, διέσωσε το νότιο συγκρότημα του ελληνικού στρατού στο Τουλού Μπουνάρ, προκαλώντας τον τρόμο στους υποχωρούντες Τούρκους που αποκαλούσαν το σύνταγμά του: «Σεϊτάν Ασκέρ». Κατά την προέλαση, έφτασε μέχρι την Άγκυρα, ενώ μετά την κατάρρευση του μετώπου, το 5/42 του Πλαστήρα και το σύνταγμα του Γονατά ήταν από τα λίγα στρατιωτικά τμήματα που υποχωρούσαν με τάξη δίνοντας μάχες με τον εχθρό. Τις νύχτες ο Πλαστήρας φύλαγε ο ίδιος σκοπός για να ξεκουράζει τους εξαντλημένους ευζώνους του, ενώ μάζευε τους φυγάδες στρατιώτες που έβρισκε στο δρόμο, εντάσσοντάς τους στη μάχιμη μονάδα του. Χαρακτηριστικό γεγονός, που δείχνει το ήθος και τον χαρακτήρα του, είναι αυτό που συνέβη, στη διάρκεια της υποχώρησης, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Φιλαδέλφειας. Εκεί οι λιποτάκτες στρατιώτες είχαν ανέβει στα βαγόνια των τρένων που προορίζονταν για τη μεταφορά των αμάχων. Ο Πλαστήρας όταν έφθασε κι είδε τα γυναικόπαιδα έξω από τα τρένα, παρέταξε τους τσολιάδες του γύρω από τα βαγόνια και με βροντερή φωνή διέταξε να αδειάσουν τα βαγόνια, διαφορετικά θα άνοιγε πυρ. Αμέσως οι φυγάδες στρατιώτες βγήκαν από τα τρένα και σώθηκαν έτσι χιλιάδες γυναικόπαιδα από βέβαιη σφαγή, αφού πρόλαβαν να μεταφερθούν στη Σμύρνη.
Μετά την τελευταία μάχη του ελληνικού στρατού στο Τσεσμέ, τον Αύγουστο του 1922, και τη συντριβή των Τσετών που έμπαιναν διψασμένοι για αίμα στη Σμύρνη, ο Πλαστήρας αποχώρησε από τη γη της Ιωνίας κι οργάνωσε στρατιωτικό κίνημα με τον Στ. Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Δ. Φωκά, με σκοπό την παραίτηση της βασιλικής κυβέρνησης και την εκθρόνιση του Βασιλιά Κωνσταντίνου υπέρ του γιου του Γεωργίου Β'. Χάρη σ’ αυτόν και τον Θ. Πάγκαλο αναδιοργανώθηκε ο στρατός κι ανασυντάχθηκε η στρατιά του Έβρου, δίνοντας ένα βοήθημα στον Βενιζέλο, στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη της Λωζάννης, περιορίζοντας τις απαιτήσεις του Κεμάλ. Επίσης υποστήριξε και ανέλαβε την ευθύνη για την «εκτέλεση των έξι», κατευνάζοντας τον λαό που φώναζε «Θάνατος στους προδότες», υπονοώντας τους ανίκανους πολιτικούς της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Γούναρη. Μετά τις εκλογές, τον Δεκέμβριο του 1923, κατέθεσε την εξουσία στην εκλεγμένη κυβέρνηση. Τον Ιανουάριο του 1924, παραιτήθηκε και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Αντιστράτηγου. Η Δ' Εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε «Άξιο της Πατρίδας». Έφυγε και έζησε για λόγους υγείας στην Ευρώπη, ενώ το 1925 εξορίστηκε στην Ιταλία από τη δικτατορία του Θ. Πάγκαλου μετά από προσπάθειά του να τον ανατρέψει. Ο Πλαστήρας συμμετείχε ενεργά στην ταραγμένη πολιτική ζωή του τόπου μέχρι το θάνατό του στις 26 Ιουλίου του 1953. Αναδείχθηκε στα μάτια του έθνους όχι απλά ως ήρωας πολεμιστής, αλλά και σαν άνθρωπος με διορατικό πνεύμα. Συνέλαβε την ιδέα της κατασκευής του φράγματος Ταυρωπού, της σημερινής Λίμνης Πλαστήρα. Υιοθέτησε 7 παιδιά. Το εφάπαξ του το διέθεσε σε Σανατόριο για τους άρρωστους στρατιώτες. Διέρρηξαν και λεηλάτησαν το σπίτι όπου έμενε και πήραν 40 χρυσές λίρες και 60.000 δρχ., που προορίζονταν για τα υιοθετημένα ορφανά. Δεν απέκτησε σπίτι και αρνήθηκε να πάρει σχετικό δάνειο. Αρνήθηκε να δώσει δουλειά στον άνεργο αδελφό του και σύνταξη στην αδελφή του. Έζησε 12 χρόνια εξόριστος και καταδικάστηκε σε θάνατο. Έγινε μια φορά αρχηγός Κράτους και τρεις φορές Πρωθυπουργός. Πέθανε στις 26 Ιουλίου 1953, σε ηλικία 72 ετών, σε νοικιασμένο δυάρι στο Παγκράτι και πάνω σε κρεβάτι εκστρατείας. Το σμόκιν της κηδείας του ήταν προσφορά του φίλου του Διονύση Καρρέρ. Άφησε κληρονομιά 216 δραχμές, 10 δολάρια, μια λακωνική προφορική διαθήκη «όλα για την Ελλάδα» και την υποθήκη, που έμπρακτα τήρησε στη ζωή του «δει τον αγαθόν άνδρα παυόμενο της αρχής, μη πλουσιότερο, αλλ’ ενδοξότερο γεγονέναι». Ο Γ. Παπανδρέου στον επικήδειο λόγο του, μεταξύ των άλλων, είπε: «Πλαστήρα, ως στρατιώτης ασκήτευσες στο βωμό της Πατρίδος. Και ως πολίτης στο βωμό του λαού». Στις 4 Νοεμβρίου 1980 η καρδιά του Μαύρου Καβαλάρη, μεταφέρθηκε μετά από επιθυμία του [«την καρδιά μου, Αγγελική (αδελφή του) να την πάτε εκεί επάνω»] στην Καρδίτσα, όπου φυλάσσεται στο Λαογραφικό Μουσείο.
Επαναστατική κυβέρνηση 1922, Χατζηκυριάκος, Γονατάς, Πλαστήρας

1 σχόλιο:

Λυμπουρίδης Δημήτριος είπε...

Εξαίρετη συλλογή φωτογραφιών που σώζουν ιστορικές στιγμές. Ένα είναι απόλυτα βέβαιο. Οι μετανοεμβριανοί ηγέτες και ειδικότερα ο Γούναρης υπήρξαν πολύ κατώτεροι των περιστάσεων και του εθνάρχη Ελ. Βενιζέλου. Πρέπει κάποτε η ιστορία να στιγματίσει τους καταστροφείς του νεώτερου ελληνισμού