13 Ιουν 2012

Η Μικρασιατική εκστρατεία (Γ' Μέρος)

Ο ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ
Η αδράνεια του Τρικούπη είχε ως αποτέλεσμα να αποκοπεί η ομάδα του από την ομάδα Φράγκου που κινείτο με κατεύθυνση την οχυρή τοποθεσία του Τουμλού Μπουνάρ. Ανοίχτηκε μεταξύ τους ένα κενό 25 χλμ. που δεν έμεινε απαρατήρητο από το επιτελείο του Κεμάλ. Οι Τούρκοι κινήθηκαν με το σύνολο των δυνάμεών τους εναντίον του ευάλωτου τμήματος, δηλαδή της Στρατιάς του Τρικούπη, ενώ το ιππικό τους φρόντιζε να μην έρχονται σε επικοινωνία τα δύο αποκομμένα τμήματα του ελληνικού στρατού. Στις 16 Αυγούστου 1922, η ομάδα Τρικούπη έδωσε σκληρή μάχη στο Χαμούρκιοϊ. Η 9η Μεραρχία είδε τους αξιωματικούς της να τραυματίζονται ή να σκοτώνονται και το ηθικό των στρατιωτών της να κλονίζεται περαιτέρω. Γ. Παπαστεργίου, Γ. Καλλιεγκάκης, Αθ. Πουρνάρας ήταν μερικοί από τους αξιωματικούς που σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα. Η ομάδα Τρικούπη βρέθηκε τελείως κυκλωμένη από τις τουρκικές μεραρχίες και τη νύχτα ξεκίνησε πάλι, αποδεκατισμένη την πορεία της προς τα δυτικά.
Η ομάδα Φράγκου ήταν εγκατεστημένη στο Τουμλού Μπουνάρ. Το πρωί της 16ης Αυγούστου δέχτηκε ισχυρή επίθεση στο χωριό Καραγκιοσελί, όπου κράτησε τις θέσεις της. Το μεσημέρι ο Πλαστήρας που μαχόταν στο κέντρο της διάταξης, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την 1η Μεραρχία και τον Φράγκου, ζητώντας να αναλάβει άμεση αντεπίθεση για να κινηθεί ανατολικά και να ενωθεί με την ομάδα Τρικούπη. Η αντεπίθεση δεν έγινε ποτέ και ο Τρικούπης έτσι καταδικάστηκε σε συντριβή. Με τη δύση του ηλίου ο Φράγκου έδωσε διαταγή για σύμπτυξη των μεραρχιών του, ακόμα δυτικότερα στο Ισλάμκιοϊ.
Μέσα στη νύχτα τα αποσπάσματα της Στρατιάς του Τρικούπη κινούνται προς Μπανάζ. Σκοπός του στρατηγού είναι να φθάσει στο Ουσάκ και να ενωθεί με τον Φράγκου. Αλλά το έδαφος ήταν ορεινό αφού παρεμβαλλόταν ο βράχος του Μουράτ Νταγκ. Μέσα στη νύχτα ο Τρικούπης έχασε το δρόμο και βρέθηκε να περιπλανιέται μέσα από στενά ορεινά μονοπάτια. Χρειάσθηκε άλλες τρεις ώρες για να φθάσει στο Ογιουτσούκ η φάλαγγα του Τρικούπη. Κι εκεί πληροφορήθηκαν, ότι ο Πλαστήρας είχε συμπτυχθεί μόλις δύο ώρες πριν. Το πέρασμα είχε καταληφθεί από τους Τούρκους κι η φάλαγγα σταμάτησε. Ο Τρικούπης πάλι πήρε λανθασμένη απόφαση και δεν επιχείρησε να διασπάσει τον κλοιό, κάτι που έκανε μόνος του ο διοικητής της 9ης Μεραρχίας, συνταγματάρχης Γαρδίκας. Μάταια προσπαθούσε να πείσει τον Τρικούπη, ότι είχαν απέναντι τους μόνο ιππείς και θα μπορούσαν να τους διαλύσουν με τη ξιφολόγχη. Όταν βλέπει, ότι οι εισηγήσεις του δεν εισακούονται, ότι οι επιτελικοί φοβούνται να αντιμετωπίσουν λίγους ιππείς, πηδά στο άλογο του και απτόητος, καταδιώκει τις περιπόλους του εχθρικού ιππικού, περνά το Μουράτ Νταγκ και φτάνει στην αμαξιτή οδό Τσεντές-Ουσάκ. Ο δρόμος πλέον είναι ανοικτός. Η 9η Μεραρχία έχει διαφύγει την αιχμαλωσία.
Τη 19η Αυγούστου τα υποχωρούντα τμήματα του Α' και Β' Σώματος Στρατού άλλαξαν δύο φορές κατεύθυνση για να αποφύγουν συμπλοκή με τον εχθρό, που λόγω της ολοκληρωτικής σχεδόν εξάντλησής τους, δεν ήταν σε θέση να φέρουν σε πέρας. Στις 20 Αυγούστου, οι στρατιώτες κατευθυνόμενοι προς Ουσάκ, συμπλήρωναν άυπνοι και νηστικοί 8 ημέρες πορείας και άγριων μαχών. Η φάλαγγα 1.500 ανδρών και 82 αξιωματικών του συνταγματάρχη Κολλιδόπουλου και του υποστράτηγου Δημαρά, εξαντλημένη και χωρίς πυρομαχικά παραδόθηκε στους Τούρκους στο όρος Μουράτ Νταγκ. Από αυτή τη φάλαγγα είχε αποκοπεί την προηγούμενη, λόγω διαφωνίας, ο ταγματάρχης Γ. Τσολάκογλου (ο μετέπειτα κατοχικός πρωθυπουργός), που μαζί με αξιωματικούς και οπλίτες της 4ης μεραρχίας, ακολουθώντας διαφορετικό δρομολόγιο, έφθασε στο Ουσάκ το πρωί της 19ης Αυγούστου και ενώθηκε με την ομάδα Φράγκου. Στις 20 Αυγούστου, η ομάδα Τρικούπη, ακολουθούμενη από Αρμένιους και Έλληνες πρόσφυγες, έφθασε στο χωριό Καρατζά Χισάρ και εκεί τον πληροφόρησαν οι γέροντες που είχαν απομείνει, ότι το Ουσάκ έχει καταληφθεί από την προηγούμενη μέρα. Πολλοί στρατιώτες κατάκοποι αρνιόντουσαν να συνεχίσουν τη μάχη και ο Τρικούπης με τη φάλαγγά του, που περιλάμβανε δύο στρατηγούς διοικητές Σωμάτων, ένα μέραρχο, 190 αξιωματικούς και 4.500 οπλίτες, αποφάσισαν να παραδοθούν. Ο Σπαρτιάτης αντισυνταγματάρχης της XII Μεραρχίας Αθανάσιος Σακέτας αρνήθηκε να παραδοθεί και όρμησε κατά των επερχόμενων εχθρών. Σκοτώθηκε από σφαίρα, τη στιγμή που σπάθιζε Τούρκους πεζούς. Ο Ν. Τρικούπης και ο Κίμων Διγενής ήταν οι πρώτοι υψηλόβαθμοι Έλληνες αξιωματικοί στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού, που παραδόθηκαν στον εχθρό και δέχονταν με σκυμμένο το κεφάλι την οργή των αξιωματικών τους, όπως ο Βλάχος, που έσκισε τις επωμίδες του κλαίγοντας από ντροπή. Πολλοί Μικρασιάτες φαντάροι προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να παραδοθούν, γιατί αυτούς ειδικά οι Τούρκοι τους βασάνιζαν και τους εκτελούσαν επί τόπου. Η κυβέρνηση στην πλήρη άγνοιά της, έπαυσε τον Χατζηανέστη κι όρισε αρχιστράτηγο τον αιχμάλωτο Τρικούπη. Ο τελευταίος θα μάθαινε την προαγωγή του από τον ίδιο τον Κεμάλ. Μόλις αντιλήφθηκε το λάθος η κυβέρνηση, όρισε νέο αρχιστράτηγο τον Γ. Πολυμενάκο. Στρατός όμως δεν υπήρχε πλέον.
H ΟΜΑΔΑ ΦΡΑΓΚΟΥ
Οι δυνάμεις του Αθ. Φράγκου το βράδυ της 16ης Αυγούστου 1922 βρίσκονταν στο Τσουρούμ Νταγκ, δυτικά του Τουμλού Μπουνάρ, εκτός από το σύνταγμα του Πλαστήρα που ήταν προωθημένο στο Χασάν Ντεντέ Τεπέ, περιμένοντας τις δυνάμεις του Τρικούπη. Συνεχείς τουρκικές επιθέσεις ανάγκασαν τον Φράγκου σε περαιτέρω υποχώρηση, και αφού εγκατέλειψε την κοιλάδα Μπανάζ, οχυρώθηκε ανατολικά του Ουσάκ για να καλύψει τη σιδηροδρομική γραμμή. Το βάρος της μάχης το δέχθηκε το 34ο σύνταγμα του Ι. Πιτσίκα, που κράτησε τις θέσεις του, μέχρι που δέχτηκε επίθεση από το αριστερό του, που κάλυπτε το 4ο σύνταγμα του αντισυνταγματάρχη Χατζηγιάννη. Ο τελευταίος, χωρίς ιδιαίτερη πίεση παράτησε τη θέση του και τράπηκε σε φυγή. Εκείνη τη στιγμή κατέβαινε απ’ τον αντικρινό λόφο το 5/42 σύνταγμα του Πλαστήρα. Είχε διασπάσει τις τουρκικές γραμμές και γύριζε με πλήρη τάξη. Ο Πλαστήρας μάζεψε τους φυγάδες του 4ου συντάγματος μαζί με τον διοικητή τους και ξεκίνησε αντεπίθεση κατά του εχθρού. H ζημιά από τη φυγή Χατζηγιάννη είχε ήδη γίνει. Το Ουσάκ, κέντρο ανεφοδιασμού, έπεσε. Η φάλαγγα Φράγκου υποχωρούσε ακόμα δυτικότερα. Αν κρατούσε ο Φράγκου 24 ώρες ακόμα στο Ουσάκ, θα κατάφερνε να ενωθεί με τον Τρικούπη, που παραδινόταν στις 20 Αυγούστου στα περίχωρα της πόλης. Η τραγωδία των μεραρχιών που διοικούσε ο Φράγκου συνεχιζόταν. Την επομένη το ελληνικό στράτευμα συμπτύχθηκε προς τη Φιλαδέλφεια (Αλάσεχιρ), όπου είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες πρόσφυγες Έλληνες και Αρμένιοι. Έτρεχαν να γλυτώσουν από τους Τσέτες, αλλά ταυτόχρονα εμπόδιζαν τον ελληνικό στρατό να οργανώσει στοιχειωδώς την άμυνά του. Ο Φράγκου έψαχνε την 5η Μεραρχία για να της δώσει εντολή να μεταφερθεί σιδηροδρομικά στο Σαλιχλί για να οργανώσει νέα γραμμή άμυνας. Αλλά 5η Μεραρχία δεν υπήρχε. Την αποστολή αυτή ανέλαβε ο Πλαστήρας, που έσπευσε με το 5/42 σύνταγμά του στο Σαλιχλί, όπου θα ετίθετο υπό τις διαταγές του διοικητή της Μεραρχίας Ιππικού, υποστράτηγου Καλλίνσκη.
Δυστυχώς όμως, ο Πλαστήρας φθάνοντας στο Σαλιχλί, διαπίστωσε ότι η Μεραρχία Ιππικού δεν είχε οργανώσει όπως έπρεπε την άμυνα της πόλης. Τότε συνέστησε την αλλαγή του τρόπου άμυνας και πρότεινε ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο το σύνταγμά του θα καθήλωνε τους Τούρκους και θα τους υποχρέωνε ν’ αγωνιστούν. Κι ενώ η μάχη θα συνεχιζόταν, η μεραρχία του ιππικού θα εξαπέλυε επίθεση από τα αριστερά. Ο Καλλίνσκης με τον επιτελάρχη του Αλ. Παπάγο συμφώνησαν κι ο Πλαστήρας επέστρεφε στο σύνταγμά του, όταν άκουσε πυροβολισμούς. Ένα από τα τάγματά του είχε καταυλισθεί στις νότιες παρυφές του Σαλιχλί. Οι στρατιώτες κοιμόντουσαν. Οι Τούρκοι είχαν μπει στο Σαλιχλί πριν τους Τσολιάδες, που δεν τους κατάλαβαν όταν έφθασαν, περασμένα μεσάνυκτα, το ίδιο και οι Τσολιάδες. Κι οι δύο αντίπαλοι αιφνιδιάστηκαν, περισσότερο, όμως οι Έλληνες. Σε λίγα λεπτά μια σκληρή οδομαχία είχε ανάψει στο Σαλιχλί. Την ίδια εκείνη στιγμή τα δύο άλλα τάγματα του 5/42, είχαν αφήσει την κωμόπολη και προχωρούσαν προς Βορρά. Το Σαλιχλί βρέθηκε αμαχητί στα χέρια των Τούρκων, ο σταθμός καταλήφθηκε. Οι Τσολιάδες αιφνιδιάστηκαν, αλλά δεν πανικοβλήθηκαν. Οι Τούρκοι είχαν ένα πυροβόλο κι άρχισαν να βάλλουν αδιακρίτως. Έριχναν και στα τούρκικα σπίτια και τα πυρομαχικά, που έκρυβαν οι Τούρκοι κάτοικοι, τινάζονταν στον αέρα, πνίγοντας την ατμόσφαιρα στη σκόνη. Ο Πλαστήρας, μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς, τρέχει με το άλογό του. Μπαίνοντας στο Σαλιχλί πέφτει σε μια τουρκική περίπολο. Τ’ άλογό του σκοτώνεται κι ο Πλαστήρας τραβά το περίστροφο για ν’ αμυνθεί. Στη κρίσιμη στιγμή φθάνει ο υπασπιστής του κι οι Τούρκοι διαλύονται. Με τ’ άλογο του υπασπιστή του ο Πλαστήρας φθάνει στο τάγμα του. Νομίζει, ότι έχουν προσβληθεί τα δύο άλλα κι αναζητά την εφεδρεία για να τα βοηθήσει. Βρίσκει την εφεδρεία να έχει εμπλακεί σ’ έναν απελπισμένο αγώνα. Είχε σχεδόν κυκλωθεί. Οι στρατιώτες πήδηξαν με τη ξιφολόγχη κι έβγαζαν τους Τούρκους μέσα από τα σπίτια τους. Το αίμα έβαψε άφθονο στο Σαλιχλί.
Η νίκη της 23ης Αυγούστου στο Σαλιχλί, έδωσε την ευκαιρία στα υπόλοιπα τμήματα του ελληνικού στρατού να υποχωρήσουν χωρίς ιδιαίτερη ενόχληση από τους Τούρκους. Βέβαια το μεγαλύτερο τμήμα δεν ήταν πλέον ελληνικός στρατός, αλλά ένας όχλος ελεεινών και εξαθλιωμένων ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους φέρονταν σαν κοινοί εγκληματίες καίγοντας και βιάζοντας την ίδια ώρα που οι σύντροφοί τους έδιναν τη ζωή τους, για να τους γλυτώσουν. Ο όχλος αυτός έτρεχε προς την Ερυθραία να βρει τα πλοία που περίμεναν στο Τσεσμέ (Κρήνη). Υπήρξαν περιστατικά διάλυσης, όπως η αποκοπή κι η αιχμαλώτιση της 11ης μεραρχίας από τους Τούρκους. Χαρακτηριστική πειθαρχία επέδειξε η Ανεξάρτητη Μεραρχία υπό τον Δ. Θεοτόκη, που μέσα στο γενικό πανικό που υπήρχε διατήρησε την πειθαρχία της και κατευθύνθηκε με μηδαμινές απώλειες στα ελληνικά παράλια της Μ. Ασίας. Ο κύριος λόγος της επιτυχίας της μεραρχίας ήταν η ειλικρίνεια που έδειξαν οι αξιωματικοί της απέναντι στους στρατιώτες για τις δυσκολίες της κατάστασης που αντιμετώπιζαν, κάτι που επέδρασε σημαντικά στη ψυχολογία των στρατιωτών και τους συσπείρωσε. Στο μεταξύ, το απόσπασμα Λούφα, έφθασε την 24η Αυγούστου στο Μπιν Τεπέ και εγκαταστάθηκε στα γύρω υψώματα για να καλύψει τις συμπτυσσόμενες δυνάμεις προς Κασαμπά. Οι τουρκικές δυνάμεις καθηλώθηκαν στο Μπιν Τεπέ, δίδοντας τον καιρό στα ελληνικά τμήματα να οχυρωθούν στον Κασαμπά. Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, ο στρατός είχε μόνο τη Σμύρνη υπό τον έλεγχό του. Στις 24 Αυγούστου η στρατιωτική ηγεσία συγκεντρώθηκε στη Σμύρνη κι εξέδωσε διαταγές, που όμως δεν είχαν ουσιαστικό αποδέκτη, αφού όχι μόνο οι επικοινωνίες είχαν διακοπεί, αλλά και οι στρατιώτες δεν υπάκουαν. Η αμυντική τακτική ήταν αδύνατη, αφού πολλά σώματα στρατού είχαν αποκοπεί και κατευθύνονταν στα παράλια της Μ. Ασίας. Στις 25 Αυγούστου 1922, οι Τούρκοι πλησίασαν επικίνδυνα στη Σμύρνη. Η ελληνική ηγεσία βρισκόταν σε πλήρη άγνοια της κατάστασης, αφού την ίδια στιγμή ο Γ. Χατζανέστης στην Αθήνα κατέστρωνε σχέδιο κατάληψης της Κωνσταντινούπολης!
Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ
Η Ανεξάρτητη Μεραρχία έφθασε στη Μ. Ασία με αργοπορία. Είχε συγκροτηθεί στη Θράκη τον Ιούλιο του 1921 (με διοικητή τον υποστράτηγο Γ. Λεοναρδόπουλο), για να συμμετάσχει στη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Τον Αύγουστο του 1922, διοικητής της ήταν ο Δ. Θεοτόκης, με διοικητές των συνταγμάτων της τους Κωνσταντίνου Ι., Τσίπουρα Ν., Κολομβότσο Ν. και Μαυρογένους Σ. Η επίθεση των Τούρκων στη περιοχή του Αφιόν την βρήκε να κατέχει τον τομέα του Σεϊντί Γαζή - Ακ Ιν. Η Μεραρχία πήρε διαταγή να σπεύσει για βοήθεια του Α' Σώματος. Η κίνηση της Μεραρχίας άρχισε στις 16 Αυγούστου κι αμέσως τα τμήματά της αντιμετώπισαν σφοδρή αντίσταση. Το πρωί στις 18 Αυγούστου, η Ανεξάρτητη Μεραρχία ξεκίνησε από το Σιδηροδρομικό Σταθμό Αλαγιούντ, με κατεύθυνση την Κιουτάχεια. Όμως, μετά από πορεία 4 χλμ. η Μεραρχία στράφηκε προς νότο, ακολουθώντας την οδό δίπλα στην κοίτη του Γύμαρη (παραπόταμου του Σαγγάριου), που βρίσκεται μέσα σε φαράγγι μήκους 18 χλμ. Σε μια στενωπό, η Μεραρχία συνάντησε τα πτώματα Ελλήνων στρατιωτών παραμορφωμένα από τα βασανιστήρια. Ήταν οι στρατιώτες του 32ου Συντάγματος, που είχε εγκαταλείψει ο διοικητής του Π. Σπυρόπουλος, αφήνοντας τους Ευζώνους του στη μοίρα τους. Η Ανεξάρτητη συνέχισε την πορεία της προς την Κιουτάχεια. Ο Ινονού διέταξε την 1η Μεραρχία Πεζικού, με διοικητή το Νουρεντίν, να την αναχαιτίσει. Αμέσως άρχισε μια φονική μάχη, που διήρκεσε 12 ώρες, με μεγάλες οι απώλειες. Η Ανεξάρτητη συνέχισε προς Ουσάκ. Κανείς δε ήξερε την παράδοση του Τρικούπη, όταν το πρωί της 20ης Αυγούστου φάνηκε ένα ελληνικό αεροπλάνο που έριξε σιδερένιο δοχείο με τη διαταγή της Στρατιάς για υποχώρηση. Το δοχείο περιείχε και προσωπικές πληροφορίες, που είχε συλλέξει ο αεροπόρος Ξηρός Γ. στη διάρκεια της πτήσης του. Από τις πληροφορίες προέκυπτε ότι το Γ' Σώμα Στρατού συμπτυσσόταν δίχως πίεση και θα μπορούσε, θεωρητικά, αντί να υποχωρήσει, να επιτεθεί στα νώτα του εχθρού που καταδίωκε το Νότιο Συγκρότημα, κάτι που δυστυχώς δε συνέβη. Μετά τη λήψη της διαταγής και τις προσωπικές πληροφορίες του αεροπόρου, συγκλήθηκε το πολεμικό συμβούλιο της Μεραρχίας, όπου αποφασίστηκε η πορεία προς Γκεντίζ, Σιμάβ, Σιντιργί, Κίρκαγατς. Από τη στιγμή εκείνη η πορεία της Ανεξάρτητης Μεραρχίας θυμίζει την κάθοδο των Μυρίων προς τη θάλασσα. Διέσχισε μια περιοχή σχεδόν αμιγώς τουρκική και ενώ δεχόταν συνεχώς τις επιθέσεις του τουρκικού ιππικού και ενέδρες άτακτων, κατάφερε να αποκρούσει όλες τις επιθέσεις και να σώσει χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες του Κίρκαγατς και της Περγάμου. Το μεσημέρι της 20ης Αυγούστου, η Μεραρχία συνέχισε την πορεία της πάνω στην ίδια οδό προς Γκεντίζ. Κοντά στο Χατζίκιοϊ, η εμπροσθοφυλακή αντίκρισε κι άλλους σωρούς από παραμορφωμένα πτώματα Ελλήνων στρατιωτών. Προφανώς ανήκαν και αυτοί στο 32ο Σύνταγμα Πεζικού και είχαν σωθεί από την πρώτη ενέδρα των Τούρκων στα στενά νότια της Κιουτάχειας. Με τη δύση του ηλίου, μετά από πορεία 30 χλμ., λίγο πριν το Γκεντίζ, η Μεραρχία σταμάτησε να διανυκτερεύσει. Έχοντας συμπεράνει ότι το Ουσάκ βρισκόταν ήδη σε τουρκικά χέρια, άρχισε να ετοιμάζεται για την πορεία προς το Σιμάβ που βρισκόταν δυτικά του Γκεντίζ. Όταν η οπισθοφυλακή είχε περάσει το χωριό Τσάικιοϊ, δέχτηκε επίθεση από ίλη τουρκικού ιππικού. Η δύναμη αυτή ήταν προπομπός φάλαγγας, δύναμης Μεραρχίας, που κινείτο από Γκεντίζ προς Σιμάβ και σκόπευε να προλάβει την κατάληψη του Σιμάβ από τους Έλληνες. Στις 04.00 της 22ας Αυγούστου η Μεραρχία ξεκίνησε προς το Σιμάβ με το σεληνόφως. Γύρω στις 10.00 η εμπροσθοφυλακή μπήκε στην πόλη μαζί με την πυροβολαρχία της και πέρασε από το κέντρο της πόλης, με εντυπωσιακό τρόπο, σαν να επρόκειτο για παρέλαση. Οι κάτοικοι που ήταν στην πλειονότητα τους Τούρκοι, συγκεντρώθηκαν στην αγορά και περιποιήθηκαν τους Έλληνες οπλίτες, φρονίμως ποιούντες, έως ότου ξεκαθαρίσει η συγκεχυμένη κατάσταση. Φαίνεται ότι η εμφάνιση της Ανεξάρτητης Μεραρχίας στο Σιμάβ δεν συμφωνούσε με τις ειδήσεις, που κυκλοφορούσαν για πανωλεθρία του Ελληνικού Στρατού στο Αφιόν Καραχισάρ. Οι Ελληνικές δυνάμεις, που ήταν εγκαταστημένες στο Σιμάβ, είχαν φύγει πριν 4 ημέρες, όμως στην αγορά υπήρχαν ακόμη ελληνικές επιγραφές. Το 2ο επιτελικό γραφείο της Μεραρχίας ανακάλυψε μυστικό τηλέφωνο που συνέδεε το Σιμάβ με το Ντεμιρτζί και χρησιμοποίησε αξιωματικούς που μιλούσαν τουρκικά για να αποσπάσει πληροφορίες από τον Καϊμακάμη του Ντεμιρτζί. Αυτός τους πληροφόρησε ότι οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το Ουσάκ και προέλαυναν προς τη Φιλαδέλφεια (Αλάσεχιρ). Επειδή αναμενόταν η άφιξη ισχυρής τουρκικής δύναμης στο Σιμάβ, ο Μέραρχος αποφάσισε να αποσύρει τις δυνάμεις του από την πόλη. Γύρω στις 21.00 η Μεραρχία αναχώρησε προς το χωριό Ορελάρ, και μετά από πορεία 11 χλμ. έφθασε εκεί για να καταυλιστεί. Στις 06.00 της 23ης Αυγούστου η Ανεξάρτητη Μεραρχία ξεκίνησε προς το Γενίκιοϊ, ενώ είχε φροντίσει να διαδοθεί ότι θα προχωρούσε προς το Ντεμιρτζί, που ήταν νότια της κοίτης του ποταμού Σιμάβ. Η πορεία μετά το Γενίκιοϊ συνεχίστηκε προς το Μουτάκιοϊ, όπου στα περίχωρά του καταυλίστηκε, μετά από πορεία 27 χλμ. περίπου. Στις 25 Αυγούστου έφθασε στο Σιντιργί, πρωτεύουσα του ομωνύμου καζά του Μπαλίκεσιρ. Τότε είχε γύρω στους 2.000 κατοίκους, που οι μισοί ήταν Έλληνες. Παρά την παράκληση των Ελλήνων κατοίκων να ακολουθήσουν τη Μεραρχία, επειδή φοβόντουσαν τις αντεκδικήσεις των Τούρκων, ο Μέραρχος τελικά αποφάσισε να αρνηθεί το αίτημα, μολονότι οι διοικητές των Συνταγμάτων Πεζικού ήθελαν να τους συμπεριλάβουν στις τάξεις τους. Παρά την άρνηση του Μεράρχου, πολλές οικογένειες εγκατέλειψαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και διανυκτέρευσαν κοντά στον καταυλισμό της Μεραρχίας, θέλοντας να ακολουθήσουν τα τμήματα το πρωί.
Το πρωί της 26ης Αυγούστου, η Μεραρχία ετοιμάστηκε να αφήσει το Σιντιργί και διατάχθηκε να μην επιτραπεί στους πρόσφυγες να ακολουθήσουν τη Μεραρχία. Την επομένη η Ανεξάρτητη Μεραρχία έφθασε στο Κιρκαγάτς. Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι έφθασαν με λευκές σημαίες και ανέφεραν ότι ο Τούρκος διοικητής της πόλης διατάσει την παράδοση των όπλων, μετά από την οποία οι Έλληνες θα ήταν ελεύθεροι να φύγουν. Όταν ο Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνου ρώτησε την αντιπροσωπεία ποια ήταν η δύναμη του εχθρού στο Κιρκαγάτς, αυτοί απάντησαν ότι αποτελούνταν από 5.000 ιππείς και 8.000 πεζούς. Τότε ο Κωνσταντίνου δίχως να διστάσει, τους είπε ότι επιτάσσει την πόλη και ότι θέλει μέσα σε 4 ώρες να του φέρουν στο σταθμό του τραίνου 15.000 οκάδες ψωμιού, 10.000 οκάδες κριθαριού και 2.000 οκάδες τυριού. Επίσης διέταξε να μη ριφθεί ούτε ένας πυροβολισμός από τους Τούρκους, αλλιώς θα κατέστρεφε την πόλη με το πυροβολικό. Μετά από το αίτημα των Ελλήνων και των Αρμενίων κατοίκων να ακολουθήσουν τη Μεραρχία, ο Μέραρχος και οι διοικητές των Συνταγμάτων δέχθηκαν να συμπεριλάβουν 4.000 αμάχους στη φάλαγγα της Μεραρχίας. Στις 31 Αυγούστου η Μεραρχία έφθασε στο Δικελί και επιβιβάσθηκε σε ατμόπλοια, που την μετέφεραν στη Μυτιλήνη. Είχε μαζί της πρόσφυγες, όλο το υλικό της, ακόμη και το υλικό που είχαν εγκαταλείψει άλλα ελληνικά τμήματα. Αναμφισβήτητα, ήταν μια από τις πιο εκλεκτές μονάδες της Στρατιάς. Όμως η διοίκηση δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί τη μαχητική αξία της. Όφειλε να σπεύσει για ενίσχυση του Φράγκου και η βοήθειά της θα ήταν πολύτιμη. Τη στιγμή που μόνον το 5/42, ένα Σύνταγμα μειωμένης δύναμης, κατόρθωνε να συγκρατεί τους Τούρκους, μια ολόκληρη Μεραρχία θα έκανε θαύματα.

ΤΟ ΒΟΡΕΙΟ ΜΕΤΩΠΟ
Την ώρα που ο Κεμάλ εξαπέλυε την επίθεσή του στο Αφιόν Καραχισάρ, το πιο πιθανό σημείο λόγω της πρόσβασης σ’ αυτό εφοδίων μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής από το Ικόνιο, το Γ' Σώμα Στρατού, που βρισκόταν στο βόρειο τομέα του μετώπου, δεν είχε ιδιαίτερες απώλειες, επειδή το κύριο βάρος της τουρκικής επίθεσης το είχαν δεχτεί οι μεραρχίες του νότου. Ο Χατζηανέστης δεν έδωσε τις απαιτούμενες διαταγές για να σπεύσει να βοηθήσει τα δύο υπόλοιπα Σώματα Στρατού (Α' και Β') που κατέρρεαν. Ο υποστράτηγος Σουμίλας, διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού είχε στη διάθεση του 43 τάγματα, από τα οποία μόνο τα 22 βρίσκονταν στη πρώτη γραμμή. Θα μπορούσε να εξαπολύσει πλευρική επίθεση κατά της σφήνας του Κεμάλ και να αντεπιτεθεί κατά μέτωπο για αντιπερισπασμό. Αλλά τη μόνη διαταγή που του έδωσε ο Χατζηανέστης, 6 ημέρες μετά την επίθεση της 13ης Αυγούστου στο Αφιόν, ήταν να υποχωρήσει. Πράγματι τη νύκτα της 18ης Αυγούστου, το Γ' Σώμα Στρατού άφηνε το Δορύλαιο (Εσκί Σεχίρ) καταστρέφοντας τις αποθήκες και τη σιδηροδρομική γραμμή. Οι ομογενείς κάτοικοι ακολούθησαν τον ελληνικό στρατό, στην πορεία του προς τη θάλασσα. Οι στρατιώτες, αλλά και οι αξιωματικοί, στην πορεία τους μέχρι τα παράλια, δεν είχαν επίγνωση και ούτε μπορούσαν να φανταστούν ότι ολόκληρο το νότιο μέτωπο είχε καταρρεύσει. Στις 24 Αυγούστου έφτασε με όλα του τα πολεμοφόδια στην Προύσα και συνέχισε την πορεία του προς τα παράλια. Στις 5 Σεπτεμβρίου, τα τελευταία τμήματα του Γ' Σώματος Στρατού εγκατέλειψαν τη Μ. Ασία και μέσα από τα λιμάνια της Πανόρμου και της Αρτάκης έφθασε στη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης. Η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη παραιτείται 4 μέρες αργότερα και μετά από προσπάθειες της Αυλής σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον Ν. Τριανταφυλλάκο.
Όπως φαίνεται και από την αναφορά του Αγγελομάτη, οι Γάλλοι είχαν αλλάξει στρατόπεδο και παρέδωσαν πολλούς Έλληνες τόσο στρατιώτες όσο και αμάχους στα χέρια των κεμαλικών στρατευμάτων. Είχε φθάσει δυστυχώς η ώρα της 11ης Μεραρχίας που κάλυπτε τα νώτα του Γ' Σώματος. Ο διοικητής της Ν. Κλαδάς είχε διαλέξει ένα ορεινό δρομολόγιο κατά την υποχώρηση και αποκόπηκε πλήρως από τις υπόλοιπες Μεραρχίες. Η επικοινωνία της 11ης με το επιτελείο του Γ' Σώματος μέσω ασυρμάτου ήταν αδύνατη λόγω παρεμβολών από τα γαλλικά πολεμικά που ήταν ελλιμενισμένα στα Μουδανιά. Όταν η 11η πλησίαζε στα παράλια, κυκλώθηκε στην κοιλάδα των Μουδανιών, και αποδεκατίστηκε από το πυροβολικό της 19ης Τουρκικής Μεραρχίας. Την 30η Αυγούστου, ο Μέραρχος έστειλε τον αρχηγό του πυροβολικού να ζητήσει παράδοση από τον Τούρκο στρατηγό. Πολλοί αξιωματικοί και οπλίτες προτίμησαν να μην παραδοθούν και δραπέτευσαν μέχρι τα Μουδανιά. Όσους έπιαναν οι Γάλλοι τους παρέδιναν στους Τούρκους.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Στις 25 Αυγούστου 1922, η όψη της Σμύρνης ήταν πένθιμη. Την είχαν αφήσει και τα τελευταία τμήματα του Ελληνικού στρατού που υποχωρούσε προς την Ερυθραία και χιλιάδες πολίτες συνωστίζονταν στην προκυμαία για να τους παραλάβει κάποιο πλοίο και να τους μεταφέρει στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε ενδιαφερθεί καθόλου για τη μεταφορά τόσων ψυχών και φυσικά τα πλοία ήταν ελάχιστα. Την ώρα που ο μητροπολίτης Σμύρνης έτρεχε στους πρόξενους ζητώντας βοήθεια για τους αμάχους ή με επιστολές του εκλιπαρούσε ανθρωπισμό από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ο Στεργιάδης φυγαδευόταν από τους Άγγλους με αγγλικό πολεμικό. Τον υπασπιστή του, έναν Κρητικό χωροφύλακα, που του έφερε τις βαλίτσες μέχρι την αποβάθρα, ούτε που γύρισε το κεφάλι του να τον χαιρετίσει. Λίγο αργότερα οι Τσέτες θα τον ξεκοίλιαζαν μαζί με τη γυναίκα του. Αλλά ούτε για τον πρύτανη Καραθεοδωρή θα ενδιαφερόταν. Ο επιφανής μαθηματικός σώθηκε από τον Σμυρναίο δημοσιογράφο Θεοδόσιο Δανιηλίδη.

Τη νύκτα της 25ης προς την 26η Αυγούστου, περνούσαν ακόμα μπουλούκια του ελληνικού στρατού κατευθυνόμενα προς την Κρήνη (Τσεσμέ) της Ερυθραίας, για να επιβιβαστούν σε πλοία. Το πρωί της 26ης Αυγούστου η προκυμαία της Σμύρνης από το Τελωνείο μέχρι την Πούντα ήταν γεμάτη κόσμο, ενώ ακόμα πρόβαλαν ρακένδυτοι και πεινασμένοι στρατιώτες, κατευθυνόμενοι προς Ερυθραία. Το απόγευμα, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος ζήτησε την προστασία του πληθυσμού από τον αμερικάνο πρόξενο Γ. Χόρτον, αλλά μάταια. Στην πρόσκληση του George Horton να επιβιβαστεί σε αμερικανικό αντιτορπιλικό για να σωθεί, θα αρνιόταν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αρμένιος επίσκοπος, Γεβόντ Τουριάν, ζήτησε αρχικά άσυλο σ’ ένα καθολικό εκκλησιαστικό ίδρυμα. Τελικά κατόρθωσε να πάει στις ΗΠΑ. Εκεί όμως εκτελέστηκε από Αρμένιους αγωνιστές, ακριβώς γιατί εγκατέλειψε το ποίμνιό του, αποφεύγοντας να θυσιαστεί μαζί του. Άγρυπνους βρήκε τους 200.000 Σμυρνιούς και τους άλλους τόσους πρόσφυγες η αυγή της 27ης Αυγούστου 1922. Χιλιάδες βουβοί άνθρωποι κατευθύνονταν προς την προκυμαία, καρφώνοντας τα μάτια τους στο πέλαγος. Ούτε ελληνικά πλοία εμφανίζονταν, ούτε τα πολεμικά της Δύσης φαίνονταν διατεθειμένα να βοηθήσουν.
ΟΙ ΤΣΕΤΕΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ
Στις 10 το πρωί, περνούσε το τελευταίο συντεταγμένο στρατιωτικό απόσπασμα. Ήταν οι Αρμένιοι εθελοντές, με την ελληνική στρατιωτική στολή. Προπορευόταν πάνω στο άλογό του ο στρατηγός Τορκώμ. Οι σημαιοφόροι έφεραν δύο σημαίες. Την αρμενική και την ελληνική. Ήταν οι τελευταίες σημαίες που χαιρετούσαν τη Μ. Ασία για πάντα. Λίγο αργότερα ο στρατός του Ατατούρκ έφτασε στη Σμύρνη, την οποία και κατέλαβε. Ο Κεμάλ μπήκε στη Σμύρνη στις αρχές Σεπτεμβρίου και εγκαταστάθηκε ως απελευθερωτής στην πόλη. Οι νικητές προέβησαν σε εκτεταμένες βιαιοπραγίες σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού όλης της Μ. Ασίας. Οι πρώτοι Τούρκοι που εισέβαλαν στη Σμύρνη, ήταν 500 έφιπποι Τσέτες του μονόφθαλμου Μπεχλιβάν και είχαν στις ζώνες τους καμπύλα χαντζάρια. Μπαίνοντας στην πόλη κατακρεούργησαν χιλιάδες Έλληνες Μικρασιάτες, άνδρες, γυναίκες και δεν χαρίστηκαν ούτε στα παιδιά.
Η μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής με το καμπαναριό της, που περνούσε στο ύψος όλους τους μιναρέδες της Σμύρνης, ασφυκτιούσε από το πλήθος που προσευχόταν μαζί με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο. Στη διάρκεια της μέρας έμπαιναν στην πόλη ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Νύχτωσε και το μαρτύριο του πληθυσμού άρχιζε. Οι Τσέτες που διψούσαν για αίμα έμπαιναν στις εκκλησίες, έσφαζαν τους άνδρες και άρπαζαν τα δυστυχισμένα κορίτσια από τις μανάδες τους. Ήταν τότε που έμπαινε στην πόλη ο Νουρεντίν πασάς, διοικητής της 1ης στρατιάς. Στις 28 Αυγούστου, ημέρα Κυριακή, συστηματοποιήθηκαν οι σφαγές και οι λεηλασίες στην αρμενική κι ελληνική συνοικία, στο Φραγκομαχαλά, στην Αγ. Παρασκευή, στον Άγ. Τρύφωνα, στον Άγ. Κωνσταντίνο, στα Μορτάκια, στα Γυαλάδικα, στα Μαλτέζικα, στο Μερσινλί. Ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί, κραυγές γυναικών και κλάματα παιδιών, ενώ οι δρόμοι, αλλά και η θάλασσα, γέμιζαν πτώματα.
Ακολουθούν αποσπάσματα από εφημερίδες της εποχής και άλλες μαρτυρίες για τα γεγονότα της Σμύρνης.
«ATHENS, Sept. 15 (Associated Press). The Greek official news agency in a statement today tells of the horrors reported from Smyrna, including the massacre of soldiers and of the populace: of soldiers being decapitated and others placed in sacks and thrown into the sea; of women and children being dispatched with swords in the [illegible] of the Turks and the execution of Greeks and Armenians for having served in the Greek Army. Many Greek soldiers who were unable to embark were cruelly killed, says the statement. One American reports having seen the bodies of many Greek soldiers without heads. Some of the decapitated men were tied to posts. Other soldiers were sown in sacks and thrown into the sea. A great number of Armenians and Greeks were shot in masses in Turkish galleys. The details of the savagery of the Turks pass all imagination. An American woman is said to have seen the bodies of women who had been disemboweled and their eyes bored out, and of children who had been killed by sword thrusts through their bodies» (THE NEW YORK TIMES, September 15, 1922).
«PARIS, Oct. 8 - An ugly picture of the cruelty of the Turks in forcing the evacuation of Greeks and Armenians from Smyrna is painted by Dr Esther Lovejoy, an eyewitness, who arrived in Paris this morning. Dr. Lovejoy is Chairman of the Executive board of the American Women’s Hospital and President of the Medical Women’s International Association. She was in Geneva attending the conference of the latter organization when the Smyrna fire started and was dispatched there immediately by the American Women’s Hospital. ‘I was the first American Red Cross woman in France’, she said, ‘but what I saw there during the great war seems a love feast beside the horrors of Smyrna. When I arrived at Smyrna there were massed on the quays 250,000 people, wretched, suffering and screaming with women beaten and with their clothes torn off them, families separated and everybody robbed. Three-quarters of the crowd were women and children, and never have I seen so many women carrying children. It seemed that every other woman was an expectant mother. The flight and the conditions brought on many premature births, and on the quay with scarcely room to lie down and without aid most of the children were born. In the five days I was there more than 200 such confinements occurred. Even more heartrending were the cries of children who had lost their mothers or mothers who had lost their children. They were herded along through the great guarded enclosure, and there was no turning back for lost ones. Mothers in the strength of madness climbed the steel fences fifteen feet high and in the face of blows from the butts of guns sought the children, who ran about screaming like animals. The condition in which these people reached the ships cause one to wonder if escape were better than Turkish deportation. Never has there been such systematic robbery. The Turkish soldiers searched and robbed every refugee. Even clothing and shoes of any value were stripped from their bodies. The Smyrna horror is beyond the conception of the imagination and the power of words. It is a crime for which the whole world is responsible in not having through the civilized ages built up some means to prevent such orders as the evacuation of a city and the means with which it was carried out. It is a crime for the world to stand by through a sense of neutrality and permit his outrage against 200,000 women. "Under the order to remain neutral I saw the launch of an American warship pick up two male refugees who were trying to swim to a merchant ship under the Turkish rifle fire and return them to the hands of the waiting Turk soldiers on the beach of what must have been certain death. And under orders to remain neutral I saw soldiers and officers of all nationalities stand by while Turk soldiers beat with their rifles women trying to reach their children who were crying just beyond the fence’» (THE NEW YORK TIMES, Monday, October 9, 1922).
«How many were massacred in Smyrna and its dependent towns and villages! It is impossible to make any estimate at all accurate, but the efforts to minimize the number must at first glance fail of credence. Official statistics give the Armenian inhabitants of Smyrna as twenty-five thousand and it is certain that the larger part of the men of this community were killed, besides many women and girls, also numerous Greeks. A dispatch to the ‘London Daily Chronicle’ of September 18, 1922, says: ‘The lowest estimate of lives lost given by the refugees, places the total at one hundred and twenty thousand’. Reuter’s Agency, in a dispatch of the same date, makes the following statement: ‘From none of the accounts is it possible to give the exact figures of the victims, but it is feared that in any case they will be over one hundred thousand’. Mr. Roy Treloar, newspaper correspondent, wired as follows (September 20, 1922): ‘Nureddin Pasha commenced a systematic hunting down of Armenians, who were gathered in batches of one hundred, taken to the -Konak and murdered’. The ‘London Times’ correspondent telegraphed: ‘The killing was carried out systematically. Turkish regulars and irregulars are described as rounding up likely wealthy people in the streets and, after stripping them, killing them in batches. Many Christians who had taken refuge in the churches were burned to death in the buildings which had been set on fire’. Mr. Otis Swift, correspondent of the ‘Chicago Tribune’, visited the Greek islands on which refugees had been dumped by the rescue steamers and saw many of the victims of the tragedy, whose stories and the nature of whose wounds bore additional testimony to the ferocity of the Turks. Here is a short quotation from Mr. Swift’s report: ‘Hospitals of the Greek islands are crowded by people who had been beaten and attacked by the Turks. In a hospital at Chios I saw a child who still lived, although shot through the face by a soldier who had killed its father and violated its mother. In the same hospital there was a family of six orphan Armenians. A four-year-old baby of this family had been beaten with rifle butts because no money had been found sewn in its clothes’. There is no doubt that many thousands of the defenseless inhabitants of Smyrna and the surrounding country were done to death by Turks. To the number actually killed on the days of the massacre must be added the deported Greeks who perished, the people who died in the flames or were killed by falling walls, those who expired on the quay and those who have since succumbed from want, injuries or grief. The extent of the catastrophe can be realized from the magnitude of the relief work that has been carried on ever since, and from the immense sums which have been raised, principally in America, for the maintenance of the widows and orphans. One of the most important reports connected with the fire is that of the Reverend Charles Dobson, British chaplain of Smyrna, and a committee of prominent Englishmen, all inhabitants of the district, including the British chaplains of Bournabat and Boudja. This report throws the responsibility of the fire upon the Turks, ‘whose fanatic elements, fed by the license of three-days’ looting, fired the city in the hope of driving out the non-Moslem and non-Jewish elements’. Such a report from such a source, leaves no doubt as to the fact that Smyrna was burned by Turks, although these gentlemen do not take into account the circumstance that the town was in complete control of Khemalist troops at the time and that regular soldiers of the Turkish army, in uniform, were seen by abundant witnesses to set the fires. It is pertinent in this connection in that it relates incidents of greater ferocity than I have yet given, but which I refrain from quoting» (GEORGE HORTON - Consul and Consul-General of the United States in the Near East).[5]
Η ΣΜΥΡΝΗ ΚΑΙΓΕΤΑΙ
Είχαν ήδη φύγει όλοι οι Έλληνες στρατιώτες, όταν οι ελληνικές κι αρμενικές συνοικίες της Σμύρνης παραδόθηκαν στις φλόγες. Ήταν 30 Αυγούστου 1922. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που αναφέρουν Τούρκους ένστολους να κουβαλούν μπιτόνια με βενζίνη. Και για να μη γίνονται λάθη, η τουρκική διοίκηση είχε φροντίσει να αναρτηθεί η επιγραφή: «Σαχιλί ισλαμντίρ» (ισλαμικό ίδρυμα), σε κάθε τουρκικό κτίριο. Όλα τα υπόλοιπα ήταν καταδικασμένα. Ενδεικτικά αναφέρω τη διευθύντρια της Αμερικανικής Σχολής M. Mills, που αναφέρει ότι είδε δεκάδες Τούρκους να μεταφέρουν δοχεία πετρελαίου και να βάζουν φωτιά σε σπίτια, όπως και τη μαρτυρία της αμερικανίδας King Birge που έβλεπε, από το αμερικανικό κολλέγιο στον Παράδεισο Σμύρνης, Τούρκους στρατιώτες να βάζουν φωτιά. Το πρωί της 31ης Αυγούστου 1922 (νέο ημερολόγιο 13 Σεπτεμβρίου), η Σμύρνη καιγόταν με εξαίρεση τα χαμόσπιτα του τουρκομαχαλά. Καίγονταν οι συνοικίες του Αγ. Κωνσταντίνου, Αγ. Νικολάου, Αγ. Δημητρίου, Αγ. Φωτεινής, Αγ. Τρύφωνος, οι Μεγάλες Ταβέρνες, τα Μορτάκια, η Τερψιθέα, ο Ν. Κόσμος, ο Φραγκομαχαλάς, το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, τα Σπιτάλια, ο Καινούργιος Μαχαλάς, τα Σερβετάδικα, τα Γυαλάδικα, η οδός Νοσοκομείων με τα τρία νοσοκομεία (Ολλανδικό, Ελληνικό, Καθολικό), οι Πορτάρες, ο Φασουλάς, τα Μπογιατζίδικα, τα Κογιουμτζίδικα, τα Τράσσα, τα Ταμπάχανα, τα Μαλτέζικα, η Τσικουδιά, το Κιουπετζόγλου, το Χαλεπλί.
Στο Τεπεντζίκι σφάχτηκαν 300 γυναίκες και 66 βρέφη, ενώ στην εκκλησία της Μυρτιδιώτισσας στο Μερσινλί, βρέθηκαν στραγγαλισμένα δεκάδες κορίτσια. Στον Άγ. Στέφανο (αρμενικός ναός), οι Αρμένιοι πρόβαλαν στοιχειώδη αντίσταση και σφάχτηκαν πάνω από 5.000. Στη συνέχεια, οι Τούρκοι με επικεφαλής το διευθυντή της αστυνομίας του Κορδελιού, άρχισαν να καίνε την αρμενική συνοικία. Στη Σμύρνη αποτεφρώθηκαν όλοι οι ορθόδοξοι ναοί, 117 σχολεία, το αρχαιολογικό μουσείο, το Ομήρειο Παρθεναγωγείο, νοσοκομεία και πλήθος άλλων νεοκλασικών πανέμορφων ιδρυμάτων. Ο ορίζοντας είχε κοκκινίσει από τις φλόγες, καθώς οι Τσέτες του Νουρεντίν τροφοδοτούσαν τη φωτιά με βενζίνη και χειροβομβίδες. Οι στριμωγμένοι στην προκυμαία, αλλόφρονες άνδρες, γυναίκες και παιδιά αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής προς τη θάλασσα, άλλοι έπεφταν στη θάλασσα για να φθάσουν στα πλοία, κάτω από τα αδιάφορα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) βλέμματα των πληρωμάτων των συμμαχικών πλοίων που τηρούσαν στάση αυστηρής ουδετερότητας (όπως είχαν διαταχθεί) μπροστά στη σφαγή, ενώ καταγράφηκαν και περιπτώσεις όπου οι άνδρες των πληρωμάτων ράβδιζαν τα χέρια των Χριστιανών που ικέτευαν και προσπαθούσαν να ανεβούν στα καταστρώματα για να σωθούν. Όσοι ήταν στοιβαγμένοι στα κτίρια που καίγονταν, έτρεχαν να βρουν σωτηρία σε άλλα κτίρια, μέχρι να πιάσουν κι αυτά φωτιά και να τρέξουν αλλόφρονες σε διάφορες κατευθύνσεις. Τα ίδια πέρασαν και άλλοτε πανέμορφα προάστια της Σμύρνης: το Κορδελιό, ο Μπουτζάς, τα Πετρωτά, ο Κουκλουτζάς, το Χαλκά Μπουνάρ, το Μερσινλί, η Καραντίνα, το Γκιόζ Τεπέ, ο Μπουρνόβας. Όλοι οι δρόμοι ήταν διάσπαρτοι με πτώματα Ελλήνων και Αρμενίων. Αντίθετα με τους δυτικούς ναύτες που πέταγαν πίσω στη θάλασσα, όσους ανέβαιναν στα πολεμικά πλοία, υπήρχαν πολλοί απλοί ξένοι πολίτες που βοήθησαν Έλληνες και Αρμένιους, τους έκρυβαν στα σπίτια τους, οργάνωναν συσσίτια για τα παιδιά και περισυνέλεγαν τους τραυματίες. Και πολλοί από αυτούς πλήρωσαν με τη ζωή τους τη φιλανθρωπία τους. Ενδεικτικά αναφέρω τον Ιταλό πλοίαρχο του φορτηγού Μεγκ, που αντίθετα με τις εντολές του Ιταλού ναυάρχου, περισυνέλεξε 400 πρόσφυγες, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Μεταξύ των προσφύγων που διέσωσε ήταν οι εκδότες Γ. Υπερείδης, Γ. Αναστασιάδης και Λέαν. Κοκκινίδης. Αξίζει να αναφερθούμε και στην αμερικανική «Near East Relief», που σύμφωνα με το Χρήστο Αγγελομάτη διέσωσε χιλιάδες ορφανά, τα οποία όταν έπεφταν στα χέρια των Τούρκων στρατιωτών τα σούβλιζαν με τις ξιφολόγχες τους.
ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ο Χρυσόστομος Καλαφάτης, γεννήθηκε στην Τρίγλια της Προποντίδας το 1867. Γονείς του ήταν ο Ν. Καλαφάτης και η Καλλιόπη Λεμωνίδου. Το ζεύγος απέκτησε 8 παιδιά (4 αγόρια και 4 κορίτσια). Από τα αγόρια επέζησαν ο πρωτότοκος Ευγένιος (γεννήθηκε το 1865) και ο Χρυσόστομος. Το 1884 πήγε στη Χάλκη για να φοιτήσει στη Θεολογική Σχολή. Το 1902 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Δράμας. Αγωνίσθηκε με όλες του τις δυνάμεις για το καλό του ποιμνίου του. Έκτισε εκκλησίες, σχολεία κι οργάνωσε συλλόγους, φιλανθρωπικά ιδρύματα. Προσπαθούσε πάντα να τονώσει το εθνικό φρόνημα των σκλαβωμένων Χριστιανών. Η δραστηριότητά του ενόχλησε την Υψηλή Πύλη και τον χαρακτήρισε επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Γι’ αυτό και ανακλήθηκε από τη Δράμα. Στις 11 Μαρτίου 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Σμύρνης, όπου συνέχισε το κοινωνικό του έργο κτίζοντας γηροκομεία, πολιτιστικές αίθουσες θεάτρου και μουσικής, εκκλησίες, βιβλιοθήκες και γυμναστήρια. Οργάνωσε επίσης συλλαλητήριο για να καταγγείλει τις βιαιότητες των Βουλγάρων στη Μακεδονία κατά των Ελλήνων, την υποστήριξη των τουρκικών αρχών προς τη βουλγαρική προπαγάνδα και γενικά τις καταπιέσεις της Υψηλής Πύλης κατά των Ελλήνων του Οθωμανικού κράτους. Ήταν το 1914, που είχαν γίνει σφαγές στη Νέα Φώκαια, τη Μενεμένη, την Κρήνη, την Πέργαμο και σε δεκάδες άλλα χωριά. Ο Χρυσόστομος μετέφερε τρόφιμα, ναύλωσε καράβια για να μεταφέρει τους πρόσφυγες στα νησιά κι έγραψε επιστολές στους πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων και τους αρχηγούς των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών, για να ξεσηκώσει το χριστιανικό κόσμο κατά των τουρκικών διώξεων. Ο Ραχμή μπέης, διοικητής της Σμύρνης, τον απειλούσε ότι θα σφάξει και τους Έλληνες της Σμύρνης, ενώ πέτυχε την απομάκρυνσή του από την πόλη. Ο Χρυσόστομος επέστρεψε μετά την ανακωχή του Μούδρου, τον Σεπτέμβριο του 1918. Το 1919, όταν ο ελληνικός στρατός ελευθέρωνε τη γη της Ιωνίας και υλοποιούσε τη Μεγάλη Ιδέα, ο Χρυσόστομος βοηθούσε το στρατό με ό,τι διέθετε, ενώ κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας, γνωστοποιούσε στους ξένους επισκόπους και στον πάπα τους σκοπούς της, που ήταν κυρίως η σωτηρία των καταπιεζομένων Χριστιανών. Ο Νουρεντίν, που ανέλαβε τη διοίκηση της Σμύρνης δεν τον ξέχασε. Το πρωί της 27ης Αυγούστου 1922, ο Χρυσόστομος διένειμε συσσίτια, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα στους πληγωμένους. Βρισκόταν στο άμβωνα και μιλούσε στο πλήθος, όταν Τούρκος υπαστυνόμος, συνοδευόμενος από ένοπλο στρατιώτη, άνοιξε την πύλη της εκκλησίας. Πήρε τον Δεσπότη και τον πήγε στον φρούραρχο Σαλήχ Ζεκί που ήταν ευγενικός μαζί του κι αφού του υπαγόρευσε μία προκήρυξη για τους Έλληνες της Σμύρνης, τον άφησε να φύγει. Το βράδυ ένα αυτοκίνητο ήρθε πάλι στη Μητρόπολη με τον ίδιο αστυνόμο και δύο στρατιώτες με λόγχες. Πήραν τον Χρυσόστομο μαζί με τους δημογέροντες Τσουρουκτσόγλου και Κλιμάνογλου και κατευθύνθηκαν στο Διοικητήριο, όπου τους περίμενε ο Νουρεντίν πασάς. Μετά από βασανιστήρια, ο Χρυσόστομος εκτελέστηκε.
ΕΞΑΝΔΡΑΠΟΔΙΣΜΟΣ
«Όλοι οι Έλληνες και οι Αρμένιοι από το 18ο έτους μέχρι το 45ο, που βρίσκονται στα απελευθερωθέντα εδάφη από το στρατό μας, καθώς και οι Έλληνες και οι Αρμένιοι που μεταφέρθηκαν από τον ελληνικό στρατό στα παράλια προς επιβίβαση και εγκαταλείφθηκαν μετά την ακατάσχετη καταδίωξη του στρατού μας, πρέπει να παραδοθούν αμέσως. Θα κρατηθούν αιχμάλωτοι μέχρι τέλους των εχθροπραξιών. Το μέτρο τούτο λαμβάνεται εναντίον τους, γιατί έλαβαν επίσημα τα όπλα κατά της πατρίδας, γιατί κατατάγηκαν στον εχθρικό στρατό, γιατί τελευταία ακόμη έκαψαν πόλεις και χωριά και διέπραξαν ανήκουστες ωμότητας εναντίον του ειρηνικού πληθυσμού... Όλοι εκείνοι που δεν τους αφορά το πρώτο άρθρο και γενικά όλες οι Σμυρνιώτικες οικογένειες ή Έλληνες και Αρμένιοι πρόσφυγες, μπορούν να μεταναστεύσουν μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1338 (τουρκικό ημερολόγιο). Όσοι, μετά την προθεσμία αυτή, δεν έχουν εγκαταλείψει τη χώρα και κριθούν ύποπτοι απειλής κατά της ασφάλειας του στρατού και της δημόσιας τάξης, θα οδηγηθούν μακριά από την πολεμική ζώνη... Όσοι από τους Έλληνες Οθωμανούς κι Εβραίους, Έλληνες υπηκόους, που κατάγονται από τα παράλια της Σμύρνης, δεν φύγουν δια θαλάσσης μέχρι το βράδυ της 30ης Σεπτεμβρίου, θα αποσταλούν στο εσωτερικό... Ο διοικητής του στρατού Νουρεντίν».
Ο Κεμάλ μπαίνοντας στη Σμύρνη, συνέλαβε όλους τους άρρενες, τους πήρε όλα τα υπάρχοντά τους και τους οδήγησε χωρίς ρούχα, τροφή και νερό στο εσωτερικό της Ανατολίας. Οι περισσότεροι από τους εκτοπισθέντες δολοφονούνταν λίγο έξω από κάποιο χωριό ή σε κάποια χαράδρα. Κατά την αυτόπτη μάρτυρα Αμερικανίδα ιατρό Εσθήρ Λαβτζόυ (Dr. Esther Lovejoy), που υπηρέτησε ως νοσοκόμα στη Γαλλία, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν γιορτή, σε σύγκριση με τα φρικώδη εγκλήματα των Τούρκων που έβλεπε στην προκυμαία της Σμύρνης. «Τα παιδιά αγκάλιαζαν τα γόνατα των πατεράδων τους για να μην τα εγκαταλείψουν κι οι γυναίκες τους γαντζώνονταν πάνω τους μέχρι να τις τραβήξουν οι Τούρκοι και να τις βιάσουν. Οι άντρες έφευγαν για να μη ξαναδούν ποτέ τις οικογένειές τους». Κατηγορεί και τον «πολιτισμένο» κόσμο που έμενε απαθής, ενώ πολλές φορές συνεργαζόταν με τους εγκληματίες, όπως σε μια περίπτωση που είδε με τα μάτια της, Αμερικάνους ναύτες να παραδίδουν σε Τούρκους στρατιώτες δύο πρόσφυγες που κολυμπούσαν προς τα πλοία τους.
ΣΦΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ
Περισσότεροι από 150.000 Έλληνες της Σμύρνης οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τις πρώτες κιόλας μέρες, 3.000 απ’ αυτούς δολοφονήθηκαν στο Μπουνάρμπασι, και 1.000 σφάχτηκαν στα ανατολικά του Μπουρνόβα. Από τους 8.000 Έλληνες που εκτοπίστηκαν στην Κιουτάχεια, μόνον οι μισοί επέζησαν. Στην περιφέρεια του Μπαλίκ Κεσέρ οι Τούρκοι συγκέντρωσαν στις 4 Σεπτεμβρίου γύρω στους 3.000 Έλληνες και τους έσφαξαν στην κεντρική πλατεία. Το περίφημο Αϊβαλή (οι Κυδωνιές της αρχαίας Αιολίας) είχε 40.000 Έλληνες κατοίκους και είχε υποστεί σφαγές το 1821 και το 1917. Η ελληνική κυβέρνηση κι η Αρμοστεία του Στεργιάδη άφησαν τελείως απληροφόρητο τον πληθυσμό για την κατάρρευση του μετώπου, ενώ οι κυβερνητικοί υπάλληλοι είχαν αποχωρήσει κρυφά για τη Μυτιλήνη. Μετά από συμβούλιο των προκρίτων αποφασίστηκε να μείνουν οι Χριστιανοί στην πόλη τους. Όταν μπήκαν οι Τσέτες υπό τον Καχιρμάν εφέ, οι Τούρκοι δημόσιοι υπάλληλοι, που είχαν μείνει στις θέσεις τους στη διάρκεια της ελληνικής κατοχής, χωρίς να πάθουν το παραμικρό, παρέδωσαν όλους τους καταλόγους με τα ονόματα όσων Αϊβαλιωτών είχαν καταταγεί στον ελληνικό στρατό ή στην πολιτοφυλακή. Το λάθος τους να μη φύγουν και να μείνουν, θα το πλήρωναν ακριβά. 4.000 άρρενες ηλικίας 18-45 ετών συνελήφθησαν για να σταλούν σε στρατόπεδα του εσωτερικού, αλλά κοντά στο χωριό Φρένελι σφάχτηκαν και τα πτώματα τα πέταξαν στη χαράδρα Μουσούλ Νταγκ.
Στα Βουρλά, όπου ζούσαν 35.000 Έλληνες, μερικοί νέοι αντιστάθηκαν με τα όπλα που πήραν από τους Έλληνες στρατιώτες καθώς έτρεχαν στα Αλάτσατα κι από εκεί στο Τσεσμέ. Όλοι σχεδόν οι άντρες κατακρεουργήθηκαν. Οι Τούρκοι έκαψαν την πόλη ολοσχερώς και ξέσπασαν τη μανία τους στα γυναικόπαιδα. Πολλές γυναίκες έπεφταν στα πηγάδια ή από τα μπαλκόνια των σπιτιών τους.
Το Αξάρι είχε πάνω από 10.000 Έλληνες κατοίκους. Με την είσοδό του ο τουρκικός στρατός κατέγραψε τους άρρενες, περίπου 7.000, για να φερθούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αντί για τα στρατόπεδα τους οδήγησαν σε μία χαράδρα στο Κιρτίκ Ντερέ όπου τους έσφαξαν. Όσες γυναίκες δεν ήθελαν να δοθούν στους Τούρκους αυτοκτόνησαν.
Στη Μαγνησία ο Ύπατος Αρμοστής είχε δώσει εντολή να παραμείνουν οι κάτοικοι στα σπίτια τους. Όμως, ο συνταγματάρχης Φ. Φιλίππου παράκουσε τη διαταγή του Αρμοστή, προέτρεψε τον πληθυσμό να φύγει κι επιβίβασε σε τραίνα κατοίκους της Μαγνησίας. Σώθηκαν έτσι κάποιοι. Όσοι στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν, σφάχτηκαν με τσεκούρι σε κοντινή χαράδρα. Τα ίδια πέρασαν και οι άμαχοι, ενώ εκατοντάδες άλλοι άμαχοι κάηκαν ζωντανοί στις εκκλησίες.

ΣΦΑΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ
Εγκλήματα χρεώνονται οι Έλληνες στρατιώτες κατά την υποχώρησή τους, όταν είχαν μεταβληθεί σε μπουλούκια και ξέσπαγαν την οργή τους σε ανυπεράσπιστους χωρικούς, όπως και η στρατιωτική διοίκηση των υποχωρούντων μεραρχιών, που όταν συναντούσαν αντίσταση από άτακτους Τούρκους, βομβάρδιζαν με το πυροβολικό τους τα τουρκικά χωριά της περιοχής. Ο Βρετανός ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι έγραψε ότι υπήρξαν οργανωμένες σφαγές στη διάρκεια της ελληνικής κατοχής της Σμύρνης στις 15 Μαΐου του Μάρκου Μπότσαρη 1919. Ανέφερε ότι ο ίδιος και η γυναίκα του ήταν αυτόπτες μάρτυρες των «ελληνικών κτηνωδιών»  (όπως τις περιγράφει) στις περιοχές Γιάλοβας (Yalova), Κίου (Gemlik) και Νικομήδειας (İzmit) και ότι όχι μόνο βρήκαν αδιαμφισβήτητες αποδείξεις στη μορφή «καμένων και λεηλατημένων σπιτιών, πτωμάτων που είχαν σφαχτεί πρόσφατα και τρομοκρατημένους επιζώντες»,[2] αλλά είδαν και Έλληνες πολίτες να ληστεύουν και στρατιωτικούς να προβαίνουν σε εμπρησμούς.[3] Σύμφωνα με τον Τόινμπι: «Με το που έφτασαν στη Σμύρνη ξεκίνησαν έναν ανελέητο πόλεμο εναντίον του Τουρκικού άμαχου πληθυσμού, εξαναγκάζοντας χιλιάδες άστεγους πλέον Τούρκους να φύγουν από τις κατεχόμενες περιοχές».[4]

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
Τρομερά εγκλήματα κατά των αιχμαλώτων έγιναν στο Ουσάκ, που αποτέλεσε τόπο βασανιστηρίων κι εκτέλεσης για 8.000 περίπου Έλληνες στρατιώτες. Τους νεκρούς τους πέταγαν λίγο πιο έξω από το στρατόπεδο και τους έτρωγαν τα σκυλιά. Ένας Τούρκος δεσμοφύλακας υπερηφανευόταν ότι είχε σκοτώσει με το ρόπαλό του 50 Έλληνες. Σύμφωνα με τον αιχμάλωτο ιατρό Αποστολίδη, από το νοσοκομείο του Ουσάκ, κανείς δεν έβγαινε ζωντανός. Οι τραυματίες ήταν σκελετωμένοι και βρίσκονταν πάνω σε αχυρένια στρώματα, μέσα στη βρώμα και στην εγκατάλειψη. Δεν υπήρχαν ούτε τζάμια, ούτε πόρτες στα δωμάτια και το μόνο φάρμακο που υπήρχε ήταν το λάβδανο. Κάθε μέρα πέθαιναν περίπου 50 άρρωστοι. Άλλα στρατόπεδα αιχμάλωτων σχηματίσθηκαν στο Τάλας της Καισάρειας, στο χωριό Κουπλιά έξω από τη Νικομήδεια (Ισμίτ), στο Αφιόν Καραχισάρ, στην Άγκυρα, στο Κιρ Σεχίρ. Για τα μαρτύρια των αιχμαλώτων στρατιωτών υπάρχουν εκατοντάδες αφηγήσεις. Μια που με εντυπωσίασε είναι του Ε. Βασιλάκη, στρατιώτη της 11ης Μεραρχίας που παραδόθηκε στα Μουδανιά. Τους στρατιώτες που παρέδωσαν οι Γάλλοι στους Τούρκους τους παρέταξαν και τους εκτέλεσαν με τα μυδραλιοβόλα, παρουσία Γάλλων αξιωματικών. Ο Κρητικός αιχμάλωτος Βασιλάκης γλύτωσε την εκτέλεση και μεταφέρθηκε με χιλιάδες άλλους σε στρατόπεδο στο Γενή Σεχίρ. Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του, βάδιζαν νηστικοί και διψασμένοι για μέρες, ενώ τους θέριζε ο τύφος. Κάθε μέρα σήμαινε και το θάνατο όσων εξασθενούσαν ή αρρώσταιναν απ’ τις κακουχίες. Ο καθηγητής Καλογήρου επικεφαλής υγειονομικής επιτροπής, που το 1923 θα παραλάμβανε τους Έλληνες αιχμαλώτους, αναφέρει ότι έμεινε έκπληκτος όταν έκανε τη σύγκριση των Τούρκων που ανταλλάσσονταν με Έλληνες αιχμαλώτους. Όλοι οι Τούρκοι ήταν ευτραφείς, υγιέστατοι, καλοντυμένοι και αγενείς στη συμπεριφορά. Οι αξιωματικοί έφεραν ακόμα και τα περίστροφά τους! Οι Έλληνες ήταν σκιές του εαυτού τους, ημίγυμνοι ή ντυμένοι με τσουβάλια, σκελετωμένοι, άρρωστοι, σημαδεμένοι από ξιφολόγχες, βούρδουλες, μαχαίρια ή τσεκούρια. Μόλις δε ανέβαιναν στο πλοίο ξέσπαγαν σε κλάματα.
Η αρνητική έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας οδήγησε στη μεγάλη καταστροφή, την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και οδήγησε στην προσφυγιά άλλο 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους. Στα συντρίμμια της Σμύρνης τερματίσθηκε η ελληνική παρουσία 2.500 ετών στη Μ. Ασία και ενταφιάστηκε η ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας», που είχε αποτελέσει για σχεδόν έναν αιώνα τον κεντρικό άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη βασική πηγή τροφοδότησης της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κάπως έτσι θα έκλεινε η θλιβερότερη σελίδα της Ιστορίας μας. Και βέβαια είναι η χειρότερη περίοδος του Ελληνισμού, ακόμα κι από το 1071 (είσοδος των Τούρκων στη Μ. Ασία) και το 1204 (διάλυση Βυζαντινής αυτοκρατορίας απ’ τους Φράγκους), ακόμα και από το 1453 (οριστική κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας), επειδή στις προηγούμενες περιόδους διαλυόταν η ελληνική εξουσία, το ελληνικό κράτος. Παρέμενε όμως ο Ελληνισμός. Το 1922 όμως, αυτό που έσβησε ήταν ο Ελληνισμός που χάθηκε απ’ τα εδάφη του Πόντου, της Καππαδοκίας και της Ιωνίας. Ο πλήρης απολογισμός της καταστροφής που συντελέστηκε στη περίοδο 1919-1924 είναι πολύ δύσκολος: 25.000 νεκροί και τραυματίες στρατιώτες. Πάνω από 1.500.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες των προγόνων τους και να έρθουν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 600.000 νεκρούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Ε. Βενιζέλος με το υπόμνημά του στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού, στη Μ. Ασία ζούσαν 1.694.000 Έλληνες. Στη Θράκη και την περιοχή της Κωνσταντινούπολης 731.000. Στην περιοχή της Τραπεζούντας 350.000 και στα Άδανα 70.000. Σύνολο 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της περιοχής που κυριαρχούσε οικονομικά, κι είχε καταφέρει να διατηρήσει την πολιτιστική του κληρονομιά, αν κι αποτελούσε μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον.
Οι αρπαγές και λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών, οι γεωργικές και κτηνοτροφικές καταστροφές, το γκρέμισμα σχολείων, ναών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, η χρεοκοπία και καταστροφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων με τον παράλληλο ευτελισμό κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας που περιλαμβάνονται μαρτυρικοί βασανισμοί αιχμαλώτων, βιασμοί και ηθική οδύνη υπό το κλίμα του τρόμου και της απειλής του θανάτου, αλλά και οι ατέλειωτες πορείες αιχμαλώτων, στα περιώνυμα «τάγματα εργασίας», με άγνωστο αριθμό ανθρώπων που χάθηκαν σ’ αυτά, οι σφαγές, οι θηριωδίες μέχρι και οι εκτελέσεις επί των αποφάσεων των τουρκικών δικαστηρίων της «Ανεξαρτησίας», δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί πλήρως.
Ο επίλογος της σελίδας αυτής θα είναι η Συνθήκη της Λωζάννης, η παράδοση της Ανατολικής Θράκης (μετά από απαίτηση των Συμμάχων). Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, οι στρατιωτικοί επαναστάτησαν και ανέλαβαν την εξουσία. Αμέσως συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο, γνωστό και ως η δίκη των 6, με πρόεδρο τον στρατηγό Αλ. Οθωναίο, όπου παραπέμφθηκαν 8 στελέχη της κυβέρνησης του Δ. Γούναρη, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η δίκη πραγματοποιήθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, και χωρίς να αποδειχθεί η ενοχή των κατηγορουμένων, έληξε με την καταδίκη σε θάνατο των: Δ. Γούναρη, Ν. Θεοτόκη, Γ. Χατζηανέστη, Π. Πρωτοπαπαδάκη, Γ. Μπαλτατζή και Ν. Στράτου, στις 28 Νοεμβρίου 1922. Η εκτέλεση έγινε την ίδια μέρα στο Γουδή και προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στο εξωτερικό. Το 2010, 88 χρόνια μετά, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του στρατοδικείου και αθώωσε τους καταδικασθέντες μετά θάνατο.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Νικόλαος Τρικούπης, μετά την ανάκληση του Χατζηανέστη, διορίστηκε στρατηγός χωρίς να προλάβει να ασκήσει τα καθήκοντα του, αφού αιχμαλωτίστηκε από τον τουρκικό στρατό.
[2] Arnold J. Toynbee, The Western question in Greece and Turkey: a study in the contact of civilisations, Βοστώνη: Houghton Mifflin, 1922, σ. 260.
[3] Toynbee, σ. 260
[4] Arnold J. Toynbee και Kenneth P. Kirkwood, Turkey, 1926, Λονδίνο: Ernest Benn, σ. 92
[5] The entire report can be found in the ‘Gibraltar Diocesan Gazette’, No. 2, vol 6, November, 1922.
[6] Ωμότητες σαφώς και έγιναν, όχι όμως τόσο στην προέλαση προς το Σαγγάριο, καθώς οι Τούρκοι που οπισθοχωρούσαν είχαν ήδη εφαρμόσει την τακτική της «καμένης γης». Μετά την αποτυχία διάρρηξης της οχυρής τουρκικής τοποθεσίας στο Σαγγάριο από τους Έλληνες, ο ελληνικός Στρατός, ευρισκόμενος σε οπισθοχώρηση («ενεργητική άμυνα» το έλεγαν) κατάκοπος και χωρίς προμήθειες, κυριολεκτικά πλιατσικολόγησε τα χωριά απ’ όπου περνούσε, τα περισσότερα δε τα άφησε πίσω του καιόμενα εφαρμόζοντας αυτός τώρα με την σειρά του την ίδια τακτική με τους Τούρκους.
[7] Οι Μπολσεβίκοι του παραχώρησαν πολύτιμο εξοπλισμό, μη ξεχνώντας την προηγηθείσα συμμετοχή της Ελλάδας με μισθοφορικό στρατό στην εναντίον τους εκστρατεία της Αντάντ στην Ουκρανία, θεωρώντας ότι η χώρα του δεχόταν επίθεση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Νεώτερο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου
• Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Π. Δρανδάκη
• Εγκυκλοπαίδεια Δομή
• Ένθετο «Ιστορικά» (Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»)
• «Καταστροφή της Σμύρνης», Αφιέρωμα ΤΑ ΝΕΑ, 2008
• Ελληνική Βικιπαίδεια
• Γιάννης Καψής, «Χαμένες Πατρίδες»
• Χρήστος Αγγελομάτης, «Χρονικό Μεγάλης Τραγωδίας»
• Χρήστος Αγγελομάτης, «Το Έπος της Μικράς Ασίας»
• Χρήστος Σολομωνίδης, «Ο Σμύρνης Χρυσόστομος», Αθήνα 1971
• Richard Clogg, «Σύντομη ιστορία της νεώτερης Ελλάδος»
• Φιλιώ Χαϊδεμένου, «Τρεις αιώνες, μια ζωή» (εκδ. «Λιβάνης»)
• Μιχ. Βαζλαβάνης, «Πώς έζησα την καταστροφή της Σμύρνης» (εκδ. «Κωστόγιαννος», 1998)
• Βασίλης Τζανακάρης, «Δακρυσμένη Μικρασία» (εκδ. «Μεταίχμιο», 2007)
• Η Γενοκτονία των Ελλήνων

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Συγχαρητήρια για τη δημοσίευση, Β.Ρ.