4 Σεπ 2011

Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην εποχή τους υπήρξαν αντικείμενο σεβασμού και φόβου. Ήταν οι αρχαίοι πολεμιστές που εφεύραν το κέντρο νεοσυλλέκτων, την κατά μέτωπο επίθεση, τη δημόσια εκπαίδευση. Μια ζωή και μια αισθητική που φέρει το όνομά τους μέχρι τις μέρες μας. Είναι οι Σπαρτιάτες και αυτή είναι η ιστορία τους.
Σήμερα, θεωρούμε την Αθήνα ως λίκνο του Δυτικού πολιτισμού και ως το απόλυτο σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού. Αλλά, η Σπάρτη ήταν αυτή που θαύμαζαν πιο πολύ, πολλοί Έλληνες της κλασικής εποχής. Τη θεωρούσαν ως ένα ιδανικό για τον ελληνικό πολιτισμό, κάτι που ήταν ουτοπία, με την έννοια ότι ήταν αφοσιωμένη στην αρετή, την υπηρεσία προς την κοινότητα, την αυταπάρνηση και την ενότητα. Οι αξίες των αρχαίων ελληνικών πόλεων, πρώτα από όλα, ήταν η απελευθέρωση από εξωτερική παρέμβαση, η αίσθηση του ότι ανήκαν κάπου και η επιτυχία στο πεδίο της μάχης. Η Σπάρτη αφθονούσε και στα τρία. Στην ακμή της Σπάρτης, η αρχαία Ελλάδα ήταν ένα σύνολο από 1.000 αυτόνομες κοινότητες, που λέγονταν πόλεις-κράτη. Η πόλη-κράτος στην πραγματικότητα είναι μια πόλη, που λειτουργεί για πρακτικούς λόγους σαν κράτος. Έχει τη δική της κυβέρνηση, το δικό της στρατό, το δικό της ναυτικό, αλλά και τους δικούς της νόμους. Παντού υπήρχαν αυτά τα κράτη, πολλά από τα οποία ήταν αξιοθαύμαστα για τον πολιτισμό τους.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ
Η Σπάρτη χρονολογείται από τον 12ο αιώνα π.Χ. Μια εποχή ραγδαίων αλλαγών για τον αρχαίο κόσμο, όταν η Αίγυπτος παρήκμαζε και ανέτελλε η Β' Βαβυλωνιακή Αυτοκρατορία. Σύμφωνα με τον ελληνικό θρύλο, η Σπάρτη ξεκίνησε με βία, όταν το 1152 π.Χ., Δωριείς εισβολείς από τον Βορρά, που πίστευαν ότι ήταν απόγονοι του Ηρακλή, κινούνται νότια, διεκδικώντας αυτό που πίστευαν ότι ήταν η γη των προγόνων τους. Όταν ο βασιλιάς Λακεδαίμωνας καταλαμβάνει την κεντρική χερσόνησο της Πελοποννήσου, την ονομάζει Λακωνία, σύμφωνα με το όνομά του, και την πρωτεύουσά του, Σπάρτη, σύμφωνα με το όνομα της βασίλισσάς του. Για περίπου 400 χρόνια, μέχρι το 700 π.Χ., η Σπάρτη ήταν το θρησκευτικό, διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Λακωνίας. Η τέχνη και η μουσική ανθούν. Η Σπάρτη είναι γνωστή για τα γυναικεία χορικά της. Έχουν πολύ εντυπωσιακά αγγεία, που τα εμπορεύονταν. Ήταν διάσημοι για τα μπρούτζινα χειροτεχνήματά τους, πρώιμα δείγματα της λακωνικής τέχνης. Δεν υπάρχουν καλλιτεχνήματα σπαρτιάτικης προέλευσης, που να χρονολογούνται μετά το 800 π.Χ. Είναι σαν οι κάτοικοι της Σπάρτης να έπαψαν να φτιάχνουν αγγεία. Η απομάκρυνσή τους από την καλλιτεχνική δημιουργία, αποτελεί σαφώς μια ενσυνείδητη απόφαση, η οποία συμπίπτει με την κρίσιμη καμπή στην ιστορία της, την περίοδο που είναι γνωστή ως οι Μεσσηνιακοί πόλεμοι.

ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
Ξεκινούν όταν η πληθυσμιακή έκρηξη ωθεί τη Σπάρτη να αναζητήσει καινούργια γη και νέες πηγές τροφίμων. Αποφάσισαν να καταλάβουν μια ολόκληρη χώρα που ήταν μεγαλύτερη σε πληθυσμό και έκταση από τη Σπάρτη. Αυτό το τυχαίο γεγονός αλλάζει την πορεία της Σπάρτης, στα επόμενα 300 χρόνια. Η χώρα, που επέλεξαν να καταλάβουν, ήταν η Μεσσηνία, μια επίσης δωρική κοινότητα, που εκτεινόταν στα δυτικά. Δεν υπήρχε κάτι το ασυνήθιστο ή το ξεχωριστό στη Σπάρτη, μέχρι την υποδούλωση της Μεσσηνίας, η οποία είχε πλούσια καλλιεργήσιμα εδάφη και μια ακμάζουσα αγροτική οικονομία και πλούσια κοιτάσματα σιδήρου, ένα πολύ σημαντικό αγαθό της εποχής, για τον στρατιωτικό εξοπλισμό. Η Σπάρτη χρειαζόταν τη Μεσσηνία, αλλά οι Μεσσήνιοι δεν υποτάχθηκαν εύκολα. Ήταν ένας μακρύς και δύσκολος πόλεμος για τους Σπαρτιάτες. Δεν μπορούσαν να κάμψουν εύκολα τη μεσσηνιακή αντίσταση. Οι βασικές δυσκολίες ήταν κυρίως τοπογραφικές. Έπρεπε να περάσουν τον Ταΰγετο, με ύψος 2.407 μέτρα, όχι βέβαια από την κορυφή, αλλά θα έκαναν κύκλο. Αυτό σήμαινε παράκαμψη και μακρά οδοιπορία και φυσικά απομάκρυνση από τη βάση τους. Οι Μεσσήνιοι, την εποχή εκείνη, δημιουργούσαν τον δικό τους πολιτισμό, ως πόλη-κράτος. Αντιστάθηκαν και προσπάθησαν να παραμείνουν ανεξάρτητοι, αλλά η Σπάρτη τους νίκησε και μετά από 100 χρόνια κατέλαβε τη Μεσσηνία. Έτσι, τον 7ο αιώνα π.Χ., η Σπάρτη ελέγχει 800 τετραγωνικά χιλιόμετρα και γίνεται η μεγαλύτερη πόλη-κράτος της Ελλάδας.

ΕΙΛΩΤΕΣ
Οι Μεσσήνιοι υποχρεώνονται να καλλιεργούν τη γη ως Είλωτες, δηλαδή ένα είδος γεωργών δουλοπάροικων. Ο είλωτας καλλιεργεί ένα αγρόκτημα και προσφέρει ένα ποσοστό της ετήσιας παραγωγής του, σ’ έναν Σπαρτιάτη αφέντη, που είναι υπεύθυνος για κάθε είλωτα του αγροκτήματος. Στην ουσία, όμως, ο αφέντης αυτός, δεν είναι κατέχει τον είλωτα, σαν δούλο. Δεν μπορεί να τον πουλήσει ή να τον αγοράσει. Καμιά άλλη ελληνική πόλη-κράτος δεν προσπάθησε να υποδουλώσει έναν ολόκληρο λαό. Υπήρχαν ίσως γύρω στους 240.000 κατοίκους στη Μεσσηνία, ενώ η σπαρτιάτικη κοινωνία περιλάμβανε 10.000 στρατιώτες. Οι Είλωτες υπερείχαν αριθμητικά. Αν σκεφτούμε τη Σπάρτη ως κράτος υπό πολιορκία, προσιδιάζει στο σύγχρονο Ισραήλ. Ασφαλώς, υπάρχουν πολλές διαφορές, αλλά υπάρχει ένα κοινό σημείο ανάμεσα στη Σπάρτη και το Ισραήλ, ότι δεν έχουν την πολυτέλεια να αγνοήσουν την ανάγκη του για ασφάλεια. Η κατάσταση ανάγκασε τη Σπάρτη να αναμορφώσει ριζικά την κοινωνία της. Ανάπτυξε νέους κανόνες, με τους οποίους προσπάθησε να ελέγξει κάθε πτυχή της ζωής των πολιτών της. Ήταν οι μοναδικοί Έλληνες που ασχολούνταν αποκλειστικά με τις τέχνες του πολέμου.

Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ
Σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Πλούταρχο, αρχιτέκτονας της νέας αυτής πολεμικής πόλης ήταν ο νομοθέτης Λυκούργος. Ο Λυκούργος ταξίδεψε σε όλη τη Μεσόγειο συλλέγοντας ό,τι πιο άρτιο στρατιωτικά υπήρχε, από την Κρήτη, από την Ιωνία και από την Αίγυπτο. Δέχεται επίσης και την οδηγία του Μαντείου των Δελφών, που του μεταβιβάζει οδηγία του Απόλλωνα. Με αυτές τις καινούργιες οδηγίες πειθαρχίας, η Σπάρτη τελικά μεταμορφώθηκε σε μια σπουδαία στρατιωτική κοινωνία.
Ο στρατός, την εποχή εκείνη, ήταν «ερασιτεχνικός». Ήταν αγρότες που έβγαζαν τις λόγχες από τα σπίτια τους για να πάνε στη μάχη. Ο Λυκούργος, ο «πατέρας» της Σπάρτης είπε: «Ας γίνουμε επαγγελματίες». Και από την απόφαση αυτή ξεκινά να διαμορφώνεται ολόκληρη η σπαρτιάτικη κοινωνία, προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Οι νόμοι του επικράτησαν, γιατί είχαν την αυθεντία των Δελφών. Και το Μαντείο είπε ότι οι νόμοι αυτοί έπρεπε να τηρηθούν, σαν να είναι θεϊκοί νόμοι. Ο Λυκούργος, μπορεί να υπήρξε, ή να ήταν το όργανο ενός θρύλου. Το σημαντικό όμως είναι ότι οι Σπαρτιάτες πίστεψαν ότι ήταν η θεϊκή σοφία του Απόλλωνα που τους οδήγησε να δημιουργήσουν ένα στρατηγικό σχέδιο για τη Σπάρτη.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΟΜΗ
Η κοινωνία τους βασίστηκε σε μια πυραμίδα εξουσίας. Στην κορυφή ήταν οι 10.000 Σπαρτιάτες της κοινωνικής ελίτ, που ονομάζονταν Όμοιοι, δηλαδή, οι ευπατρίδες. Θεωρητικά, όλοι τους είχαν ίσο πλούτο και ίσο λόγο στην κυβέρνηση. Στόχος ήταν η δημιουργία μιας κοινωνίας ίσων. Ένας στρατός που πολεμάει και μια κοινωνία ενοποιημένη. Όλα στόχευαν στην ομογενοποίηση, στην ομοιότητα, αν θέλετε. Αυτό ήταν το κλειδί του σπαρτιάτικου συστήματος: η σταθερότητα, η τάξη και η υπακοή.
Κάτω από τους «Όμοιους» ήταν οι 50-60.000 ελεύθεροι και ανεξάρτητοι άνθρωποι που ζούσαν στη Λακωνία, κυρίως γύρω από τη Σπάρτη και λέγονταν Περίοικοι. Δεν μπορούσαν όμως να συμμετέχουν στη λήψη πολιτικών αποφάσεων και ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν τους Σπαρτιάτες, όπου αυτοί τους οδηγούσαν. Οι «Περίοικοι» ήταν ουσιαστικά η μεσαία τάξη, χωρίς δικαίωμα ψήφου, που κρατούσε τους «Όμοιους» πάντα ετοιμοπόλεμους. Αναλάμβαναν το εμπόριο, τις τέχνες, τις κατασκευές που ήταν αναγκαίες για τη διατήρηση της σπαρτιάτικης κοινωνίας. Τα όπλα, για παράδειγμα, τα έφτιαχναν οι «Περίοικοι». Αυτοί ήταν ο μοχλός που επέτρεπε στους Σπαρτιάτες να έχουν χρόνο και να προετοιμάζονται για πόλεμο. Οποιαδήποτε άλλη ενασχόληση, που δεν ήταν ουσιώδης για τη νέα σπαρτιάτικη πολεμική μηχανή, εγκαταλείφθηκε. Είναι σαφές ότι το τίμημα που πλήρωσαν οι Σπαρτιάτες, για τη λύση του προβλήματός τους, ήταν μια πολιτιστική ακύρωση, που οι ίδιοι επέβαλαν στους εαυτούς τους. Επειδή η καλλιτεχνική δημιουργία απαιτεί κάποια ελευθερία, η οποία τους αποστερήθηκε.
Στη βάση της πυραμίδας ήταν οι Είλωτες, που υπερτερούσαν αριθμητικά κάθε άλλης τάξης. Οι σύζυγοι και οι κόρες της σπαρτιάτικης ελίτ φρόντιζαν τα σπίτια τους. Αυτό το σύστημα επέτρεπε στους «Όμοιους» να είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την πόλη-κράτος. Ήταν διατεθειμένοι να φτάσουν στη λήψη ακραίων μέτρων για να σμιλέψουν ένα κράτος που κανείς δεν είχε ξαναδεί μέχρι τότε και κανείς δεν ξαναείδε από τότε. Στις επόμενες δεκαετίες, η Σπάρτη περνά σ’ ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης που ελέγχει κάθε πλευρά της ζωής του πολίτη, από την κούνια μέχρι τον τάφο.

ΕΥΓΟΝΙΚΗ
Τον 7ο αιώνα π.Χ., η Σπάρτη είναι πλέον μοναδική ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες πόλεις-κράτη που περιβάλλονται από το Αιγαίο. Στις περισσότερες από αυτές, το κράτος έλεγχε τη ζωή των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που σε πολλούς από εμάς δεν θα ήταν ανεκτός σήμερα. Η Σπάρτη, όμως, είχε περάσει σε πολύ ακραία επίπεδα. Σε καμιά άλλη πόλη-κράτος, η κυβέρνηση δεν υπήρξε τόσο επεμβατική. Ήταν ένας έλεγχος από την κούνια μέχρι τον τάφο. Στην πραγματικότητα, ο έλεγχος του κράτους ξεκινούσε με τη γέννηση του πολίτη. Μετά τη γέννα, η πρώτη πράξη του κράτους ήταν να εξετάσουν το νεογέννητο και να κρίνουν αν είναι κατάλληλο ή όχι για να ζήσει. Σ’ αυτήν τη σκληροπυρηνική στρατιωτική κοινωνία, δεν μπορούσε να υπάρχει κάποιος που να ήταν ασθενής ή αδύναμος κρίκος. Αν κάποιο μωρό είχε κάποια ατέλεια ή αδυναμία, δεν του επέτρεπαν να ζήσει και το απέρριπταν για λόγους ευγονικής, ένας σπαρτιάτικος ευφημισμός για την εγκατάλειψη των παιδιών, που είχαν κάποιο ελάττωμα. Το παιδί το μετέφεραν σ’ έναν ιερό λόφο, όπου το άφηναν εκεί εκτεθειμένο για να πεθάνει. Τα αισθήματα των γονιών δεν έπαιζαν κανένα ρόλο. Το μόνο που είχε σημασία ήταν το όφελος του παιδιού προς το κράτος, κάτι που μπορεί να φαίνεται εξωφρενικό, αλλά ο στόχος τους ήταν να παράγουν πολεμιστές και ήταν αυτό που αναζητούσαν στα νεογέννητα. Δεν θεωρούσαν ότι ήταν καταδικαστέο το να επιλέγουν τους καλύτερους και δυνατότερους. Και τα νεογέννητα κορίτσια περνούσαν από την ίδια επιτροπή ευγονίας για να αποφασιστεί αν θα ζήσουν ή θα ριχτούν στον Καιάδα. Όσα κορίτσια επιβίωναν, εκπαιδεύονταν για να γίνουν μητέρες, ενώ τα αγόρια για να γίνουν Σπαρτιάτες πολεμιστές που θα ασκούσαν την εξουσία.
Όσα παιδιά επιζούσαν τα εκπαίδευαν και τα διέπλαθαν για να γίνουν η πολεμική μηχανή που θα ελέγχει τους Είλωτες, τους υπόδουλους Μεσσήνιους. Όταν ένας μικρότερος πληθυσμός θέλει να υποδουλώσει έναν μεγαλύτερο, τότε κάθε Σπαρτιάτης πρέπει να είναι ποιοτικά ανώτερος έναντι 10 ή 12 Μεσσηνίων. Ο μόνος τρόπος για να πετύχει κανείς ένα τέτοιο επίπεδο στρατιωτικής αρίστευσης ήταν μέσω στρατιωτικής εκπαίδευσης από πολύ νεαρή ηλικία. Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι οι φιλάσθενοι δεν θα επιζούσαν καν από το μοναδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμά τους, που μετέτρεπε τα συνηθισμένα αγόρια σε φονικές μηχανές.
Μόνο δυο άνθρωποι στη Σπάρτη μπορούσαν να έχουν ταφόπλακα με το όνομά τους γραμμένο πάνω σ’ αυτήν: ο ένας ήταν ο άνδρας που πέθαινε στη μάχη για τη Σπάρτη και ο άλλος ήταν η γυναίκα που πέθαινε κατά τον τοκετό, γιατί και στις δυο πράξεις θεωρείτο ότι έδινες τη ζωή σου για το κράτος. Αν το σκεφτεί αυτό κανείς για λίγα λεπτά: η γέννηση και η ανατροφή του παιδιού δεν είναι για την οικογένεια ή το άτομο, αλλά για το κράτος.

Η ΑΓΩΓΗ
Η ζωή ενός αγοριού από τη Σπάρτη θα μας φαινόταν σκληρή σήμερα. Μέχρι την ηλικία των 7 ετών, το άφηναν κυρίως με τη μητέρα του, ενώ ο πατέρας του το επισκεπτόταν και ήταν ένα φυσιολογικό αγόρι. Ο Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος γράφει ότι στην ηλικία αυτή, κάθε αγόρι από τη Σπάρτη το έπαιρναν από την οικογένειά του και το παρέδιδαν σ’ ένα κρατικό σύστημα εκπαίδευσης, όπου ζούσε μια σκληρή στρατιωτική ζωή. Το νεαρό Σπαρτιατόπουλο μπαίνει στον κόσμο των ανδρών και αυτή θα ήταν η πραγματικότητά του για το υπόλοιπο της ζωής του. Αρχικά έμπαινε σ’ ένα στρατόπεδο νεοσύλλεκτων, παρόμοιο με στρατιωτική ακαδημία, που λεγόταν Αγωγή, ή, όπως μερικοί το ονομάζουν, «κατασκήνωση των λυκόπουλων από την κόλαση». Όταν ένα αγόρι έμπαινε στην «Αγωγή», δεν έκανε τίποτε άλλο πέρα από το να εκπαιδεύεται για τα επόμενα δώδεκα χρόνια, μέχρι να μπει στο στρατό. Η εκπαίδευσή του επικεντρωνόταν σε στρατιωτικές δεξιότητες, στην πειθαρχία και στη σκληραγωγία.
Τα πρώτα 5 χρόνια του αγοριού στην Αγωγή, από την ηλικία των 7 έως την ηλικία των 12 ετών, ο παιδονόμος αναλάμβανε τη σωματική του εκγύμναση και τη βασική του μόρφωση. Την πειθαρχία και την τιμωρία, όμως, αναλάμβαναν μεγαλύτερα παιδιά, οι Είρηνες. Για να το καταλάβετε αυτό, σκεφτείτε τα σκληρότερα παιδιά από το σχολειό σας να είναι υπεύθυνα για σας όταν μπαίνετε στην Α' Δημοτικού. Είναι ένα σύστημα που στην ουσία χρησιμοποιεί τη σκληρή συμπεριφορά που έχουν συνήθως τα παιδιά μεταξύ τους, με σκοπό να διδάξει το Σπαρτιατόπουλο από πολύ νεαρή ηλικία ότι πρέπει να υπακούει κάθε διαταγή από κάθε ανώτερό του. Είναι πράγματι μια τρομακτική προοπτική!
Το πρώτο μάθημα στην Αγωγή ήταν να σκληραγωγούν τα παιδιά, για τη σκληρή ζωή που τα περίμενε. Το εκπαιδευτικό τους σύστημα αναζητούσε συνεχώς την αδυναμία. Αλλά και στην υπόλοιπη ζωή του, ο Σπαρτιάτης ανησυχεί για τη γνώμη των συμπολιτών του. Τον παρακολουθούν συνεχώς ψάχνοντας για αδυναμία, για να διαπιστώσουν αν πραγματικά είναι ετοιμοπόλεμος. Το αέναο ερώτημα ήταν: «Είσαι ικανός; Μπορείς; Είσαι αρκετά σκληραγωγημένος για να είσαι Σπαρτιάτης;» Ήταν ένα σύστημα σκληραγωγίας-αγάπης, με έμφαση πιο πολύ στη σκληραγωγία, παρά στην αγάπη. Και τα κορίτσια της Σπάρτης λάμβαναν εκπαίδευση, αλλά στο σπίτι. Τα εκπαίδευαν από την παιδική τους ηλικία για να είναι σκληραγωγημένα, σωματικά γυμνασμένα για να είναι, ως ένα σημείο, αυτάρκη. Επειδή ανατρέφονταν για να παράγουν δυνατούς γιους που θα υπερασπιστούν την κοινότητα.
Στην ηλικία των 12 ετών, τα Σπαρτιατόπουλα έμπαιναν στη δεύτερη φάση της εκπαίδευσής τους στην Αγωγή. Και οι συνθήκες επιδεινώνονταν. Κάθε αγόρι έπαιρνε ένα και μόνο χιτώνα. Αυτό ήταν το μοναδικό ένδυμα που έπρεπε να φορούν ολόκληρο τον χρόνο. Έπρεπε επίσης να κυκλοφορούν πάντα ξυπόλυτοι για να σκληραγωγούνται σωματικά και πνευματικά. Όποιος έχει επισκεφτεί το χειμώνα τη Λακωνία καταλαβαίνει ότι, ο σύγχρονος Ευρωπαίος, αν είχε μόνον ένα χιτώνα και ήταν ξυπόλητος, θα πέθαινε μόνο σε λίγα λεπτά! Τα αγόρια ήταν κουρασμένα, κρύωναν και πεινούσαν.

ΜΕΛΑΣ ΖΩΜΟΣ
Το γεύμα το μαγείρευαν οι Είλωτες. Έφτιαχναν φρικτά φαγητά. Το πιο διάσημο σπαρτιάτικο φαγητό ήταν ο μέλας ζωμός (μαύρη σούπα). Ήταν χοιρινό που κολυμπούσε μέσα σε μπόλικο αίμα! Όσοι επισκέπτονταν τη Σπάρτη έφριτταν με τη σπαρτιάτικη δίαιτα, όπως μαρτυρά ένα διάσημο κείμενο, που καταγράφεται από κάποιον επισκέπτη από τον Βορρά. Αυτός, αφού δοκίμασε τον μέλανα ζωμό, είπε ότι τώρα κατάλαβε γιατί οι Σπαρτιάτες ήταν τόσο πρόθυμοι να πεθάνουν. Η σούπα δεν ήταν μόνο απαίσια, αλλά και λίγη. Συχνά, τα παιδιά δεν τα τάιζαν αρκετά, ώστε να πεινάνε συνέχεια. Και τα μαθαίνουν ότι, αν ήθελαν να έχουν αρκετό φαγητό, θα έπρεπε να το κλέψουν. Αυτό γινόταν, εν μέρει, για να τους κρατά σε εγρήγορση, αλλά εν μέρει, για να εκπαιδεύονται στην ικανότητα επιβίωσης. Όλα συνέβαλαν στο να φτιάξεις έναν Σπαρτιάτη που θα μπορούσε να πολεμήσει και να επιβιώσει εκτός Σπάρτης, σε μια ξένη χώρα.
Όποιο παιδί το συλλάμβαναν να κλέβει, το τιμωρούσαν. Ενώ ταυτόχρονα, όποιο παιδί δεν έκλεβε, το θεωρούσαν «λαπά». Αν ήταν καλός κλέφτης και δεν το έπιαναν, τότε ευημερούσε. Ο Πλούταρχος καταγράφει το μέχρι πού έφταναν τα παιδιά αυτά για να μη τα συλλάβουν: Ένα πεινασμένο αγόρι έπιασε ένα μικρό αλεπουδάκι για να το φάει. Όταν ο ανώτερός του υποπτεύθηκε ότι είχε κλέψει το αλεπουδάκι, το αγόρι έκρυψε το ζώο κάτω από το χιτώνα του και για να μη πιαστεί, προτίμησε να αφήσει το ζώο να του καταφάει τη σάρκα, μέχρι που το παιδί πέθανε. Αυτό αποτελεί παράδειγμα της σπαρτιάτικης σκληραγωγίας. Το παιδί είχε μάθει να μη κλαίει, να είναι σκληραγωγημένο, να αντέχει και να κρύβει τον πόνο και να υπακούει τους ανωτέρους του, ενώ ταυτόχρονα κάτι έτρωγε τα σωθικά του. Όλη η κοινωνία προσπαθούσε να σου αφαιρέσει την ατομική σου ταυτότητα.

ΤΟ ΜΑΣΤΙΓΩΜΑ
Ένα άλλο παράξενο τελετουργικό που έκαναν, για να βεβαιωθούν ότι τα αγόρια ήταν σκληραγωγημένα, είναι ότι τα μαστίγωναν μέχρι αιμορραγίας και όποιος ήταν ο πιο σκληραγωγημένος και άντεχε περισσότερο, αυτός δεχόταν μεγάλες τιμές. Οι οικογένειες παραβρίσκονταν και φώναζαν στα αγόρια: «Μη λιποθυμήσεις, μη λιποθυμήσεις!». Υπάρχουν ενδείξεις ότι στην εκπαίδευσή του υπήρχε αυξανόμενο επίπεδο βίας, καθώς τα αγόρια μεγάλωναν. Οι εκπαιδευτές τους φώναζαν, καθώς τα σκληραγωγούσαν: «Το οφείλεις στην οικογένειά σου, στη σπαρτιάτικη κληρονομιά σου! Θα γίνεις δυνατός, αλλιώς θα πεθάνεις! Σπρώξε Σπαρτιάτη!». Η σκληραγώγηση των εφήβων κρίθηκε αναγκαία, εξαιτίας του είδους των μαχών που θα έδιναν κάποια μέρα. Η αλυσίδα είναι τόσο δυνατή όσο και ο αδύναμος κρίκος της. Συνεπώς το σημαντικό είναι να φροντίσεις να είναι όλοι εξίσου δυνατοί και να εξοντώνονται οι αδύναμοι. Οι Σπαρτιάτες ήταν οι μόνοι από όλους τους άλλους Έλληνες που, όταν πήγαιναν σε πόλεμο, περνούσαν καλύτερα.
Όταν τα αγόρια της Σπάρτης έφταναν στην αρχή της εφηβείας τους, στη στρατιωτική τους εκπαίδευση πρόσθεταν όπλα, όπως ξύλινα σπαθιά και λόγχες χωρίς αιχμές. Οι συνέπειες, όμως, αυτών των στρατιωτικών παιχνιδιών μπορούσαν να είναι θανατηφόρες. Νέοι σκοτώνονταν στην πορεία αυτής της μάχης. Ήταν μια δοκιμασία. Θα έβλεπες τους συντρόφους σου και τους φίλους σου να σκοτώνονται.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΟΥ ΤΥΡΙΟΥ
Η ζωή στη σπαρτιάτικη Αγωγή ήταν μια ατέρμονη δοκιμασία. Τα παιδιά περνούσαν συνεχώς δοκιμασίες ισχύος, ευλυγισίας, αντοχής και πανουργίας. Η αποτυχία τιμωρούταν πολύ αυστηρά. Στους αγώνες στο ιερό της Όρθιας Αρτέμιδος, οι Σπαρτιάτες συγκεντρώνονταν για να παρακολουθήσουν μια δοκιμασία που θα τη λέγαμε η «αρπαγή του τυριού». Οι νεαροί Σπαρτιάτες χωρίζονταν σε δύο ομάδες. Η μια προσπαθούσε να κλέψει το τυρί που ήταν στον βωμό και η άλλη ομάδα με μαστίγια προσπαθούσε να τους εμποδίσει. Σε μια τέτοια δοκιμασία σαφώς και θα υπήρχαν και περιπτώσεις θανάτου.
Οι δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλονταν οι νεαροί Σπαρτιάτες μοιάζουν με τις τελετές μύησης στις σύγχρονες πανεπιστημιακές αδελφότητες. Υπήρχαν πολλά Σπαρτιατόπουλα που δεν άντεχαν στη δοκιμασία, αποτύγχαναν και πέθαιναν. Ένας συνεχής ανταγωνισμός, όπου όλοι κρίνονται και άλλοι ταπεινώνονται, ενώ στους νικητές πρόσφεραν διάφορες τιμές. Ο Σπαρτιάτης εκπαιδεύεται για να είναι σαν τους άλλους, για να θυσιάζεται για το σύνολο, αλλά και για να είναι ανώτερος από τους άλλους.

Ο ΜΕΝΤΟΡΑΣ
Για να τους βοηθήσει στην εκπαίδευσή τους, κάθε Σπαρτιατόπουλο είχε έναν μέντορα, κάποιον μεγαλύτερο άντρα, που η σχέση του με το αγόρι θα συνεχιζόταν δια βίου. Ο μέντορας ήταν υπεύθυνος στο να προσέχει το αγόρι, να ελέγχει την εκγύμνασή του, τους τρόπους του και τη συμπεριφορά του. Οι σύγχρονοι μελετητές δεν έχουν καταλήξει στο αν η φιλιά αυτή συμπεριλάμβανε και σεξουαλικές σχέσεις. Σε πολλές καταστάσεις, όπου οι γυναίκες εξαιρούνται στο να συμμετάσχουν, όπως για παράδειγμα ο στρατός, τότε, η πιθανότητα μιας σχέσης, ακόμα και ομοφυλοφιλικής, αυξάνεται. Η προσδοκία, για την όποια σεξουαλική σχέση που ενδεχομένως είχε υπάρξει σε νεαρή ηλικία, είναι να τελειώσει όταν το παιδί γίνει ενήλικας και τότε η σχέση συνεχιζόταν με τη μορφή στενής φιλίας. Η σχέση μέντορα-εκπαιδευόμενου ήταν τμήμα του νήματος που έδενε τη σπαρτιάτικη κοινωνία. Συνεπώς, όταν οι Σπαρτιάτες βρίσκονταν στη μάχη, ήταν άνδρες με τη στενότερη δυνατή σχέση μεταξύ τους και που τώρα στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλον. Η συνοχή των μικρών ομάδων είναι αποφασιστική στον πόλεμο. Τι πιο συνεκτικό από ομάδα ανδρών τέτοιου τύπου.
Καθώς ο Σπαρτιάτης μεγάλωνε εισαγόταν συστηματικά σε δυο διαφορετικές, αλλά και εντελώς πρακτικές εμπειρίες: Αφενός το γάμο και αφετέρου την ψυχρή δολοφονία. Κληρονομιά της Σπάρτης είναι ότι δεν εφεύραν μόνο την έννοια της στρατιωτικής πειθαρχίας, αλλά και την τελειοποίησαν μέσα από τις κοινωνικές δομές τους και το εκπαιδευτικό τους σύστημα.

Η ΚΡΥΠΤΕΙΑ
Όταν ο νεαρός Σπαρτιάτης γινόταν 18 ετών, η εκπαίδευσή του είχε ολοκληρωθεί. Είχε επιζήσει από μια σπαρτιάτικη εκπαίδευση που ήταν σχεδιασμένη για να ξεριζώσει τους αδύναμους και του είχε μάθει να σκοτώνει ή να σκοτώνεται. Τώρα, αποφοιτά από το ένα σύστημα και μπαίνει σ’ ένα άλλο, τον στρατό, που θα γίνει κομμάτι της ζωής του μέχρι που να πεθάνει. Πριν όμως αποφοιτήσει, το νεαρό Σπαρτιατόπουλο περνούσε μια τελευταία δοκιμασία, που ήταν και η πιο βάναυση. Οι άριστοι σπουδαστές καλούνταν να μπουν στην Κρυπτεία, μια μυστικιστική οργάνωση, που εξολόθρευε Είλωτες. Στην Κρυπτεία οι Σπαρτιάτες έπαιρναν τους άριστους, τους πιο ευφυείς πολεμιστές και τους χρησιμοποιήσουν για εκφοβισμό των ανθρώπων, στους οποίους βασιζόταν όλο η σπαρτιάτικη κοινωνία. Αν ήσουν πολύ όμορφος Είλωτας, γνωστός για αγροτικές καινοτομίες ή εξαιρετικός σε κάτι, ζούσες με το φόβο να μάθει η Κρυπτεία το επίτευγμά σου και να βρεθείς νεκρός. Τα μέλη της Κρυπτείας ζούσαν έξω από τη Σπάρτη και με προπέτασμα το σκοτάδι, έκοβαν λαρύγγια. Ο νεαρός Σπαρτιάτης έπρεπε να το σκάσει από το στρατώνα το βράδυ και να σκοτώσει έναν Είλωτα.
Στην ιστορία, κάθε πολιτισμός έχει τη δική του εκδοχή για το πέρασμα στην ενηλικίωση, όταν δηλαδή ένα αγόρι περνά το κατώφλι και γίνεται άνδρας. Ξέρουμε ότι σε πολλές κοινωνίες, η ενηλικίωση συνδεόταν με την επίτευξη ενός εξαιρετικού επιτεύγματος. Στη σπαρτιάτικη κοινωνία δεν γινόταν άνδρας μέχρι να στραγγαλίσει κάποιον μέχρι θανάτου. Η πρακτική της δολοφονίας ενός Είλωτα ήταν πολύ παλιά. Το βασικό, όμως, του τελετουργικού δεν ήταν ο ίδιος ο φόνος. Αυτό που έπρεπε να προσέξει ήταν να μη το πιάσουν, όταν το έκανε, αλλιώς θα το τιμωρούσαν σκληρά. Ο θεσμός ήθελε να το εκπαιδεύσει στην τεχνική της διαφυγής, στην τέχνη του να είναι καλός στρατιώτης.

ΟΙ ΜΟΡΕΣ
Μετά τη μαθητεία στην Κρυπτεία, οι Σπαρτιάτες κατατάσσονται στις Μόρες, που χωρίζονται σε μικρές ομάδες των 15 ατόμων η κάθε μια. Αυτές οι ομάδες ήταν το σπίτι του Σπαρτιάτη για το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του. Έπρεπε να γίνει δεκτός σ’ αυτήν ομάδα. Ό,τι έκανε στη ζωή του, τον προετοίμαζε γι’ αυτή τη στιγμή της αποδοχής.
Για τους Σπαρτιάτες γονείς, όταν ο νεαρός Σπαρτιάτης έμπαινε στον στρατό, ήταν μια από τις πιο περήφανες στιγμές στη ζωή τους. Σήμαινε τη μεταμόρφωση του γιου τους από παιδί σε άνδρα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις μητέρες, γιατί έτσι εκτιμάτο η θυσία που είχαν κάνει για το κράτος. Έστελνε το παιδί της μακριά στην ηλικία των 7 ετών, για να γίνει πολεμιστής, και τώρα στα 18 του χρόνια, τον έστελνε στη μάχη. Μια από τις πιο εντυπωσιακές ιστορίες είναι αυτή για μια Σπαρτιάτισσα μητέρα που έστελνε το γιο της στον πόλεμο και καθώς του έδινε την ασπίδα, του έλεγε: «ή ταν ή επί τας», δηλαδή «ή με αυτήν ή πάνω της». Αυτό σήμαινε να γυρίσει νικητής με την ασπίδα του ή να γυρίσει νεκρός πάνω σ’ αυτήν. Βασικά, είτε κερδίζεις τη μάχη είτε πεθαίνεις. Οι Σπαρτιάτισσες μητέρες πίστευαν στη σκληρή αγάπη.

ΓΑΜΟΣ
Παρότι για τον Σπαρτιάτη η προτεραιότητά του είναι η μόρα του, ο γάμος και η τεκνοποιία ήταν επίσης υποχρεωτικά. Για τους υπόλοιπους Έλληνες, η εμπειρία αυτή έμοιαζε να είναι μια ευχάριστη πλευρά της σπαρτιάτικης ζωής, αφού οι Σπαρτιάτισσες θεωρούνταν οι πιο όμορφες στον κόσμο. Εξάλλου, η Ελένη της Τροίας ήταν Σπαρτιάτισσα. Αλλά για τους Σπαρτιάτες, γυναίκες και άντρες, που δεν συναντήθηκαν ποτέ ως παιδιά, η μνηστεία και ο γάμος ήταν απλά ένα ακόμα καθήκον προς το κράτος, που επέσυρε πολλά από τα πιο παράξενα τελετουργικά της σπαρτιάτικης κοινωνίας. Ήταν μια επαφή ανάμεσα σε δυο ξεχωριστές κοινωνίες και τα γαμήλια τελετουργικά αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτό. Ο γάμος ήταν αντικείμενο συμφωνίας, δεν υπήρχε γαμήλια τελετή, αντίθετα, είχε τη μορφή μιας τελετουργικής απαγωγής. Έκοβαν τα μαλλιά της νύφης και της φορούσαν αντρικό χιτώνα. Μετά, ο γαμπρός ερχόταν κρυφά στο σπίτι τη νύχτα και ολοκλήρωνε τον γάμο. Αυτή ήταν η αρχή του γάμου και του έγγαμου βίου τους. Ένα τελετουργικό που στερείτο χαράς, αλλά εξαιρετικά σημαντικό. Στην ουσία, οι παντρεμένοι άντρες επιτρέπονταν να πάνε σπίτι τους μόνον αφού σκοτείνιαζε, με μοναδικό σκοπό να αφήσουν έγκυες τις γυναίκες τους. Αυτός ήταν νόμος του Λυκούργου για να κρατά το πάθος ζωντανό και έτσι η συνεύρεση των εραστών ήταν περιπετειώδης. Έπρεπε να συναντιούνται μέσα στο σκοτάδι και κρυφά. Και όταν η συνεύρεση ολοκληρωνόταν, ο άντρας γυρνούσε γρήγορα στη μονάδα του. Δεν ήταν σπάνιο για τον Σπαρτιάτη σύζυγο να δει για πρώτη φορά τη γυναίκα του την ημέρα, όταν αυτός ήταν 30 ετών. Η σπιτική ζωή για έναν Σπαρτιάτη πολεμιστή δεν ήταν τυπική, καθώς έλειπε συχνά σε μάχες. Μιλάμε για μια πολύ παράξενη κοινωνία. Μια κοινωνία που έλεγχε τα φυσικά ανθρώπινα ένστικτα.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΠΑΙΔΙΩΝ
Ο σκοπός του γάμου, σύμφωνα με τον νόμο, ήταν η γέννηση παιδιών, κατά προτίμηση γιων. Η αναπαραγωγή στην πραγματικότητα ήταν τόσο κρίσιμη, που οι Σπαρτιάτες προχωρούσαν σε ακραία μέτρα, ώστε οι γυναίκες να κάνουν όσο το δυνατόν πολλά και υγιή παιδιά. Έχουμε παράξενα περιστατικά, όπου άντρες καλούν νεότερους, που θεωρητικά μπορεί να είναι καλύτεροι, για να κοιμηθούν με τη γυναίκα τους, με τη σκέψη ότι το παιδί αυτό θα είναι καλύτερο από το δικό τους. Υπάρχει αυτού του είδους η «ευγονική» τάση, δηλαδή η ιδέα ότι ο βελτιωμένος Σπαρτιάτης πρέπει να βρει τη συνέχειά του στη γενετική σειρά της Σπάρτης. Αυτό ήταν το βασικό τους ζήτημα. Όλος αυτός ο έλεγχος στο γάμο και την οικογένεια ήταν σχεδιασμένος για να εμποδίζει τον άντρα από το να αφαιρείται από το βασικό του στόχο, που ήταν: Να εκπαιδεύεται στρατιωτικά, να τρομοκρατεί τους είλωτες και να διαφυλάττει την ανωτερότητα της Σπάρτης. Το αν οι Σπαρτιάτες πίστευαν βαθιά μέσα τους ότι ήταν, στο σύνολό τους, ενάρετοι άντρες, ή αν μέσα τους παρακαλούσαν για λίγες διακοπές στην Αθήνα, δεν το ξέρουμε. Αλλά αυτό που ξέρουμε είναι ότι δημιουργούσαν μια εικόνα για το εαυτό τους απόλυτης ικανοποίησης από την τέλεια ενάρετη ζωή τους. Η μεγάλη όμως ειρωνεία ήταν ότι αν και είχαν τον καλύτερο στρατό του κόσμου, δεν τον χρησιμοποιούσαν για να πολεμήσουν άλλους στρατούς. Ήταν μια τρομερή πολεμική μηχανή, αλλά η άποψή τους ήταν να μην τη χρησιμοποιούν και τη ρισκάρουν. Γυάλιζαν τις ασπίδες τους, αλλά τις χρησιμοποιούσαν μόνο σε ανάγκη.

Η ΕΞΟΥΣΙΑ
Στη Σπάρτη, η εξουσία ήταν από τον λαό και για τον λαό, δηλαδή τους «Ομοίους». Όλοι οι υπόλοιποι, δηλαδή, οι «Περίοικοι» και οι «Είλωτες» δεν ήταν πολίτες. Οι Σπαρτιάτες δημιούργησαν ένα μοναδικό σύστημα που διήρκησε τόσο πολύ, που ο Μακιαβέλι και άλλοι το είχαν σαν πρότυπο συστήματος. Στην κορυφή της εξουσίας είχαμε μια κληρονομική μοναρχία. Με μια ιδιαιτερότητα, όμως. Το κεντρικό και αρχαιότερο σημείο του «συντάγματός» τους ήταν η ύπαρξη όχι ενός, αλλά δύο βασιλιάδων. Οι πιο πολλές ελληνικές πόλεις-κράτη θυμούνται μια εποχή που είχαν ένα βασιλιά, που συχνά έδινε το όνομά του στην πόλη και είχαν μια θρησκευτική ευλάβεια προς το πρόσωπό του. Οι Σπαρτιάτες, όμως, είχαν δύο βασιλιάδες, με πραγματική εξουσία, που ηγούνταν του στρατού, μια εξουσία βαθιά θρησκευτική. Και ο λόγος ήταν για να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στους δύο. Έτσι αποκλειόταν η συγκέντρωση εξουσίας σ’ ένα άτομο.
Υπήρχε και ένα συμβούλιο από 28 «Ομοίους», άνω των 60, που αποτελούσαν τους Πρεσβύτερους, γνωστούς ως Γερουσία. Αυτή όριζε την πολιτική και λειτουργούσε ως Ανώτατο Δικαστήριο. Η Σπάρτη, υπό μια έννοια, ήταν μια γεροντοκρατούμενη κοινωνία. Οι γέροντες κυβερνούσαν και οι θέσεις εξουσίας ήταν προσβάσιμες μόνο σε γέροντες. Και ένας από τους λόγους ήταν ότι, για να επιβιώσεις και να γεράσεις μέσα στο σπαρτιάτικο περιβάλλον, πρέπει να είσαι πολύ σκληραγωγημένος.
Κάτω από την Γερουσία ήταν η συγκέντρωση των πολιτών, η Απέλλα, που αποτελείτο από τους «Ομοίους», άνω των 30 ετών. Ήταν ο πιο αδύναμος κλάδος της σπαρτιάτικης εξουσίας. Στην Απέλλα δεν γίνονταν διαβουλεύσεις, απλά της δίνονταν οι διαταγές από αυτούς που ήδη τις είχαν αποφασίσει. Η Απέλλα, απλώς περιοριζόταν σε μια ενθουσιώδη συγκατάθεση των πολιτικών αποφάσεων, που ήδη είχαν πάρει άλλοι.
Στην κορυφή του συστήματος υπήρχε ένα συμβούλιο 5 αντρών, που λέγονταν Έφοροι. Αυτοί έλεγχαν το στράτευμα, επιτηρούσαν το εκπαιδευτικό σύστημα, και είχαν δυνατότητα βέτο, ακόμα και στις βασιλικές αποφάσεις. Η εξουσία τους ελεγχόταν με τη θέσπιση μονοετούς θητείας και τη δυνατότητα, η Απέλλα να ελέγχει τις πράξεις τους. Όσοι είχαν εκτελέσει καθήκοντα Εφόρων ή καθήκοντα σε άλλα αξιώματα, μετά τη λήξη της ετήσιας θητείας τους, οδηγούνταν αυτόματα σε δίκη. Σαν να απαγγέλλονται κατηγορίες σε κάθε αμερικανό πρόεδρο μετά το πέρας της τετραετούς ή οκταετούς θητείας του.
Η όλη φιλοσοφία του συστήματος ήταν να αποφευχθεί συγκέντρωση υπερβολικής εξουσίας σε ένα άτομο ή σε ένα όργανο. Νομίζω ότι αποδείχθηκε αποτελεσματικό. Πώς λαμβάνεται απόφαση, όμως, όταν υπάρχουν τόσοι ενδιάμεσοι; Νομίζω ότι το σύστημα οργανώθηκε για να μη γίνεται τίποτα! Σκοπός τους ήταν να μην αλλάζει, να σταματήσει την αλλαγή. Και τα κατάφερε περίφημα! Στην πραγματικότητα, για 400 περίπου χρόνια, η Σπάρτη είχε την πιο σταθερή διακυβέρνηση στην αρχαία Ελλάδα. Βέβαια, απείχε μακράν της Δημοκρατίας, επειδή τα βασικά στοιχεία της δημοκρατίας, όπως η ελευθερία των πολιτών, η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία ψήφου κατά συνείδηση κι η ελευθερία έκφρασης δεν χαρακτήριζαν τη σπαρτιάτικη κοινωνία. Οι Σπαρτιάτες δεν πίστευαν καν ότι η ελευθερία ήταν μια καλή ιδέα. Δεν συμπεριέλαβαν την ελευθερία στο «πακέτο» των αρετών που ο νεαρός Σπαρτιάτης μάθαινε να σέβεται. Η προτεραιότητα του κράτους ήταν να ελέγχει τους Είλωτες, οι οποίοι τους μισούσαν και όπως αναφέρει ένας Αθηναίος: «Οι Είλωτες, μετά χαράς, θα έτρωγαν ωμούς τους Σπαρτιάτες».
Κάθε χρόνο, πρωταρχικό ζήτημα για την κυβέρνηση της Σπάρτης ήταν η κήρυξη πολέμου ενάντια στους Είλωτες. Έτσι, έλεγαν επίσημα ότι κάθε Σπαρτιάτης μπορεί να σκοτώσει έναν Είλωτα, όπου και όποτε το θέλει. Ο Θουκυδίδης αναφέρει την ανατριχιαστική ιστορία ενός Σπαρτιάτη να είπε: «Όποιος Είλωτας θεωρεί ότι πολέμησε γενναία, να το πει και θα ελευθερωθεί». Παρουσιάστηκαν, λοιπόν, 2.000 άτομα, τους φόρεσαν στεφάνια στα κεφάλια, ως ένδειξη της ελευθερίας τους, τους οδήγησαν στο ναό και κανείς δεν τους είδε από τότε ξανά.

ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ
Εκτός από τη συνεχή εμπόλεμη κατάσταση με τους Είλωτες, η κυβέρνηση είχε προτεραιότητα τη νομοθέτηση κάθε έκφανσης της ζωής στη Λακωνία. Έκαναν όλοι τα ίδια πράγματα. Παντρεύονταν όλοι στην ίδια ηλικία, ντύνονταν πανομοιότυπα, μιλούσαν και συμπεριφέρονταν πανομοιότυπα. Για να εξασφαλίσει την ισότητα, η εξουσία εγκαθίδρυσε ένα σύστημα που ως αρχή είχε την ισομερή κατανομή του πλούτου. Αν υπήρχε ανισομερής κατανομή στον πλούτο ή σε άλλα αγαθά, αυτό θα ήταν ολέθριο. Η έκταση της γης, που κατείχε μια σπαρτιάτικη οικογένεια, ήταν συνεχώς ανάλογη με την έκταση που είχαν και οι άλλες οικογένειες. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την καταστροφή του εμπορίου. Έτσι, δεν υπήρχαν χρήματα ούτε αγορά, δεν υπήρχαν εισαγωγές ή εξαγωγές. Για να αποσοβήσουν περαιτέρω την ανάγκη για πολυτέλεια, όλα τα σπίτια στη Σπάρτη είχαν την ίδια διαρρύθμιση. Όλα ήταν απλά, λειτουργικά και πανομοιότυπα. Ο σπαρτιάτικος πολιτισμός ήταν λιτός, άλλωστε ο όρος έχει μείνει και χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα. Στη Σπάρτη ήταν απαράδεκτο οι πλούσιοι να επιδεικνύονται με τα ενδύματά τους. Επικρατούσε λιτότητα και ισότητα. Όλοι φορούσαν τον ίδιο, πανομοιότυπο μανδύα, κάτι σαν τις σημερινές σχολικές στολές. Τα ρούχα δεν θα έπρεπε να φανερώνουν ανισότητα. Ακόμα και ο λόγος των «Ομοίων» έπρεπε να είναι λιτός. Οι Σπαρτιάτες εκπαιδεύονταν να είναι άνθρωποι λίγων λόγων. Αυτό ταίριαζε με την απλότητα και τη δύναμη των Σπαρτιατών πολεμιστών. Το «λακωνίζειν» ήταν ιδανικό για άμεσες αποφάσεις στο πεδίο της μάχης. Δεν ωφελεί, όμως, καθόλου στη γενική εκτίμηση της κατάστασης. Και αυτό ήταν ένα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Σπάρτη.
Για την επιβίωση του συστήματος, ακόμα και η εξωτερική πολιτική της Σπάρτης ήταν λακωνική: «Μην αναμειγνύεστε με ξένους». Δεν ήθελαν να μαθαίνουν οι ξένοι πολλά πράγματα για τη Σπάρτη. Κυρίως, όμως, οι Σπαρτιάτες να μη μαθαίνουν πολλά για τον έξω κόσμο. Ήθελαν να διατηρήσουν τα έθιμά τους, την εθνική τους ταυτότητα, και αυτό βέβαια δεν μπορεί να επιτευχθεί με την πρόσμιξη με άλλους. Στην ουσία έμεναν συνέχεια στη Σπάρτη. Και στις περιπτώσεις εκείνες που κάποιοι Σπαρτιάτες αναγκάζονταν να λείψουν, κάποια χρονική περίοδο, για στρατιωτικούς λόγους, πάντα εμφάνιζαν αλλόκοτη συμπεριφορά ή τρελαίνονταν, επειδή δεν μπορούσαν να εγκλιματιστούν στην αλλαγή του περιβάλλοντος.
Όλος αυτός ο έλεγχος φαίνεται αβάσταχτα ενοχλητικός. Και ήταν πράγματι. Η επιβολή όμως του κράτους στην ιδιωτική ζωή, ήταν ένα τελείως αποδεκτό τμήμα της ζωής στην αρχαία Ελλάδα. Όταν οι Έλληνες μιλούσαν για πολιτική, δεν αναφέρονταν μόνο σε μια στενά διαχειριστική οργάνωση. Θεωρούσαν ότι η πολιτική καθόριζε κάθε έκφανση της ζωής. Αυτή η άποψη αποτελεί τη δομή του σπαρτιάτικου συστήματος. Η επιτυχία της Σπάρτης βασιζόταν σε μια ελεγχόμενη κοινωνία. Σε μια περίοδο 100 ετών, γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ., η Σπάρτη εφεύρε και τελειοποίησε το πρώτο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, που λειτούργησε καλά για 200 χρόνια. Τότε, για λόγους ακόμα αδιευκρίνιστους, η Σπάρτη αναζητά εκτός συνόρων νέους λαούς προς κατάκτηση. Ίσως η πολεμική μηχανή κινδύνευε να σκουριάσει από αχρηστία. Ίσως πάλι να αποζητούσαν απλά μια αληθινή μάχη. Οι Σπαρτιάτες πίστεψαν ότι οι δυο Έλληνες αντίπαλοί τους, οι Αργείοι και οι Τεγεάτες, θα ήταν εύκολο να ηττηθούν. Δεν ήθελαν να επεκταθούν, αλλά να προσθέσουν νέα εδάφη στο ίδιο σύστημα.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ
Στο τέλος του 7ου αιώνα π.Χ., η Ελλάδα ήταν μια χαλαρή ομοσπονδία από 1.000 μαχητικές ανεξάρτητες πόλεις-κράτη. Η καθεμία με τον δικό της χαρακτήρα και φήμη. Η Αθήνα ήταν η μεγαλύτερη με μια λαμπρή πολιτιστική ζωή, σπουδαία αρχιτεκτονική κι ένα εντυπωσιακό ναυτικό. Αλλά η Σπάρτη, που ήταν πιο σεβαστή από την Αθήνα, από όλες τις άλλες πόλεις γύρω από το Αιγαίο, δεν είχε τίποτε από αυτά. Αντίθετα, είχε θυσιάσει τον πολιτισμό στο βωμό του πολέμου. Η Σπάρτη ήταν ένα οπλισμένο στρατόπεδο. Αυτό σήμαινε ότι το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν περισσότερο προσηλωμένο στις στρατιωτικές υποθέσεις, ότι υπήρχε μυστική αστυνομία και μια απομόνωση από την υπόλοιπη Ελλάδα. Δεν υπήρχαν αποικίες, ούτε ναυτικό. Είχαν εμμονή με το ένα και μοναδικό πρόβλημά τους, τον έλεγχο της Μεσσηνίας, που η Σπάρτη είχε υποδουλώσει από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., και η οποία υπερτερούσε πληθυσμιακά της Σπάρτης, τουλάχιστον 10 προς 1. Το πέτυχαν μέσω ενός είδους σκλαβιάς, της λεγόμενης Ειλωτείας και μιας εκστρατείας τρόμου που την διεξήγαγαν πολύ καλά εκπαιδευμένοι πολεμιστές. Η Σπάρτη ήταν το πρώτο κράτος που ανέπτυξε τη στρατιωτική πειθαρχία, όπως είναι γνωστή στον Δυτικό κόσμο. Τις σύγχρονες απόψεις περί ασκήσεων, βαθμών και μονάδων και η εφεύρεση της φάλαγγας, ήταν όλα εφευρέσεις των Σπαρτιατών. Σ’ αυτόν τον χαοτικό κόσμο της ανοιχτής πολεμικής διαμάχης, οι Σπαρτιάτες έμαθαν ότι όσοι δεν είχαν κενά στις γραμμές, είχαν μεγαλύτερη συνοχή και νικούσαν τον εχθρό. Από όλες τις ελληνικές φάλαγγες, η σπαρτιάτικη ήταν η πιο κομψή, η πιο ικανή να υποστεί μεταβολές στο πεδίο της μάχης, όταν αυτές ήταν αναγκαίες. Οι Σπαρτιάτες ανασχεδίασαν επίσης τελείως την πολεμική εξάρτηση. Το όπλον, μια κυκλοτερή ασπίδα με αντιλαβή, το μετέφερε κάθε στρατιώτης. Από εκεί προέκυψε και ο όρος Οπλίτης, για να περιγράψουν τον Σπαρτιάτη πολεμιστή όσοι θα τον συναντούσαν από εδώ και στο εξής. Οι πολεμιστές είχαν ένα δόρυ 2,5-3 μέτρων, ένα βοηθητικό ξίφος, ένα βαρύ κράνος με δυο μικρά ανοίγματα για τα μάτια και έναν μπρούτζινο θώρακα. Ολόκληρη η πανοπλία θα πρέπει να ξεπερνούσε σε βάρος τα 32 κιλά. Η σκέψη ότι, αυτοί οι άντρες με ύψος 1,60 και βάρος γύρω στα 60 κιλά, μετέφεραν το μισό σωματικό τους βάρος καλοκαιριάτικα, μοιάζει παράλογη. Για ποιο λόγο; Φαίνεται ότι ήταν ένας τελετουργικά δομημένος μηχανισμός, αλλά ένας ολόκληρος πόλεμος αποφασίζεται από μια μισάωρη μάχη ανάμεσα σε γειτονικές πόλεις-κράτη. Οι Σπαρτιάτες κατείχαν αυτό το στυλ μάχης καλύτερα από όλους τους άλλους. Οι μάχες καθορίζονταν από αποφασιστικές και φονικές τακτικές, που στηρίζονταν στη συλλογική δουλειά και στη σβελτάδα. Για περισσότερο από 100 χρόνια αυτή η νέα πολεμική τέχνη ήταν μάλλον θεωρία, παρά πρακτική.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ
Τότε, τον 6ο αιώνα π.Χ., η Σπάρτη δεν ικανοποιείται πια μόνο με την υποδούλωση της Μεσσηνίας. Ατενίζουν προς το Βορρά και την πόλη-κράτος της Τεγέας, για την περαιτέρω επέκταση της περιοχής κυριαρχίας τους. Όμως, η Σπάρτη ήταν βαθιά θρησκευόμενη πόλη και δεν θα δρούσε χωρίς την έγκριση των θεών. Γι’ αυτό στέλνουν μια επιτροπή στους Δελφούς για να λάβουν τον χρησμό του Απόλλωνα, ο οποίος μιλούσε μέσω της ιέρειας Πυθίας. Τα ελληνικά μαντεία ήταν λίγο ωροσκόπιο, λίγο κινέζικο μπισκότο τύχης, λίγο εικασία, λίγο δωροληψία. Τελικά άκουγες αυτό που ήθελες να ακούσεις.
Γύρω στο 560 π.Χ., η Σπάρτη εισβάλλει στην Τεγέα. Η νίκη δεν σήμαινε, απλά, ότι κέρδιζες τον πόλεμο. Σύντομα, η Τεγέα, αντί για εχθρός, γίνεται σύμμαχος πόλη. Ο πρώτος σύμμαχος, σε μια σειρά συμμαχιών, που εκτείνονται στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, αλλά και έξω από την Πελοπόννησο. Ως το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ., η σπαρτιάτικη πολεμική μηχανή είχε πείσει και άλλες πόλεις στην Πελοπόννησο να συμμαχήσουν μαζί της. Αυτή η ισχυρή συμμαχία έμεινε γνωστή ως Πελοποννησιακή Συμμαχία, με τη Σπάρτη ηγέτιδα πόλη. Ο στόχος ήταν να υπάρξει μια δύναμη που να σταθεί απέναντι στην Αθήνα. Όχι τόσο για να την καταλάβει, αλλά για να αποφύγει μια αντιπαράθεση μαζί της. Ο κανόνας είναι απλός. Αν υπερέχεις και το ξέρουν, τότε μπορείς να αποφύγεις πολέμους. Αυτή ήταν η σπαρτιάτικη τακτική. Σπάνια πολεμούν, γιατί κάθε φορά που πολεμούν, ξέρουν ότι υπάρχει ο κίνδυνος να ηττηθούν.
Την ίδια εποχή, μια δυσοίωνη απειλή για την ηγεμονία της Σπάρτης εμφανίζεται από την Ανατολή, που την αναγκάζει να βγει από την απομόνωσή της. Ένα έθνος, με περισσότερους από ένα εκατομμύριο πολεμιστές, αποφασισμένο να κατακτήσει την Ελλάδα. Η Περσία, υπό τον Δαρείο Α', η μεγαλύτερη αυτοκρατορία που είχε γνωρίσει ποτέ ο αρχαίος κόσμος. Στις αρχές του 5ου αιώνα, οι Πέρσες κατακτούν αρχικά τους Ίωνες και μετά κατευθύνονται προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας. Αυτό μπορεί να καθορίσει την ιστορία των δύο επόμενων αιώνων. Στις επόμενες γενιές, όλη η Ελλάδα θα βιώσει την περσική απειλή. Το πώς η Σπάρτη και η Αθήνα αντέδρασαν στην απειλή αυτή, θα διαιρέσει και θα ενώσει τον ελληνικό κόσμο.

ΙΩΝΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ
Ανάμεσα στους κατεκτημένους, ήταν και πολλές ελληνικές πόλεις-κράτη, όπως αυτές της Ιωνίας. Όμως, μετά από μερικές δεκαετίες περσικής υποδούλωσης και ανελέητης φορολόγησης, οι Ίωνες σχεδιάζουν εξέγερση. Το 499 π.Χ., στέλνουν μια αντιπροσωπεία για να μιλήσει με τον βασιλιά της Σπάρτης, τον Κλεομένη. Αυτός αρνείται να βοηθήσει τους Ίωνες, μια απόφαση που θα ξεκινήσει μια σειρά γεγονότων που θα άλλαζαν την πορεία της Ιστορίας. Δεν συμφωνούσαν όλοι οι Έλληνες με το δυσοίωνο όραμα του Κλεομένη. Οι Αθηναίοι πείθονται να στείλουν βοήθεια στους εξεγερμένους Ίωνες. Παρά τη βοήθεια των Αθηναίων, η εξέγερση ενάντια στην παντοδύναμη αυτοκρατορία τελειώνει με την ήττα των Ιώνων. Και η βοήθεια, που έστειλαν οι Αθηναίοι στους εξεγερμένους, δεν θα ξεχαστεί από τους Πέρσες. Μετά τη συντριβή της εξέγερσης, αρχίζουν να σκέφτονται πολύ σοβαρά γι’ αυτούς τους «τυχάρπαστους» στη Δύση, που τόλμησαν να επέμβουν σ’ αυτό που θεωρούσαν, σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια, ως εσωτερικό ζήτημα της Περσίας.

ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ
Στο μεταξύ ο Κλεομένης ξεκινά την ανελέητη προσπάθειά του προσάρτησης των γειτονικών πόλεων-κρατών, για να επεκτείνει περαιτέρω την Πελοποννησιακή συμμαχία. Η συχνότερη εναντίον του κατηγορία ήταν ότι όταν επιτίθετο στο Άργος οδήγησε κάπου 6.000 Αργείους οπλίτες σε ένα ιερό αλσύλλιο και μετά διέταξε Είλωτες, όχι Σπαρτιάτες, να ανάψουν δαυλούς και να κάψουν το ιερό αλσύλλιο. Έκαψε ζωντανούς 6.000 Αργείους. Για το γεγονός αυτό δικάστηκε, όταν επέστρεψε στη Σπάρτη. Οι κατηγορίες ήταν σοβαρές και ούτε και ο βασιλιάς δεν εξαιρείτο από τον σπαρτιάτικο νόμο. Ο Κλεομένης αντιμετώπιζε την πιθανότητα εξορίας. Δεν ήταν αποδεκτό, επειδή ήταν μια πόλη ελληνική και αλσύλλιο ιερό, και η εξαπάτησή τους, ήταν υπό μια έννοια, ιερόσυλη. Παρόλα αυτά, επιβίωσε και πολέμησε και άλλον πόλεμο, αλλά ήταν πάντα υπό αμφισβήτηση. Για να αποτρέψει την εξορία του, ο Κλεομένης έπρεπε να εξοντώσει τις δυνάμεις εκείνες που ήταν μέσα στην κυβέρνηση και ήταν εναντίον του. Αυτό σήμαινε να εξοντώσει τον ανταγωνιστή, δηλαδή, τον άλλον βασιλιά της Σπάρτης, τον Δημάρατο. Για το σκοπό αυτό, ο Κλεομένης δωροδοκεί το Μαντείο των Δελφών, το οποίο κηρύσσει τον Δημάρατο μη νόμιμο βασιλιά. Ο Δημάρατος εκθρονίζεται αμέσως και εξορίζεται. Αλλά η προδοσία του Κλεομένη σύντομα αποκαλύπτεται και εξορίζεται κι αυτός. Όταν τελικά ο Κλεομένης επιστρέφει στη Σπάρτη, βρίσκει φρικτό θάνατο από το ίδιο του το χέρι. Το πιο ακραίο σενάριο τον ήθελε να αυτοκτονεί, ακρωτηριαζόμενος, από τα πόδια προς τα επάνω μέχρι που έφτασε στα ζωτικά όργανα. Ο Κλεομένης, που έμεινε γνωστός ως Κλεομένης ο τρελός, αντικαθίσταται από τον βασιλιά Λεωνίδα, αυτόν που θα οδηγήσει τη Σπάρτη εκεί που δεν είχε ξαναπάει, σ’ έναν αρχαίο παγκόσμιο πόλεμο, επικών διαστάσεων.
Στην αυγή του 5ου αιώνα π.Χ., μια αδιόρατη γραμμή χωρίζει τις ελληνικές πόλεις-κράτη σε δύο χαρακτηριστικές ομάδες. Αυτούς που είχαν συνταχθεί με τη Σπάρτη και αυτούς που συντάσσονταν με την Αθήνα. Ενώ η Σπάρτη προσπαθούσε να τηρήσει την πολιτική του μη πολέμου, η Αθήνα αρχίζει να προετοιμάζεται για ενδεχόμενο πόλεμο με τους Πέρσες. Ήξεραν ότι ο βασιλιάς Δαρείος Α' της Περσίας είχε αποφασίσει να τιμωρήσει τους Αθηναίους για την υποστήριξή τους στην αποτυχημένη εξέγερση της Ιωνίας, το 499 π.Χ. Ο Δαρείος δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Δεν ξέχασε τον εξευτελισμό αυτόν. Οι Έλληνες ισχυρίστηκαν ότι ο Δαρείος διέταξε ένα σκλάβο να του ψιθυρίζει καθημερινά στο αυτί: «Ποτέ μη ξεχνάς τους Αθηναίους».

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ
Τον Αύγουστο του 490 π.Χ., ο Δαρείος Α' στέλνει στόλο με στρατεύματα για να επιτεθεί στην Αθήνα. Η περσική αποστολή πλησιάζει τον Μαραθώνα, στη ΒΑ ακτή της Αττικής. Όταν οι Αθηναίοι κατάλαβαν ότι οι Πέρσες επιτίθενται και ότι θα αποβιβαστούν στον Μαραθώνα, στέλνουν ένα δρομέα-κήρυκα στη Σπάρτη, για να ζητήσουν τη βοήθειά της. Αναγνώριζαν ότι ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στην Ελλάδα. Η Σπάρτη απαντάει ότι η αποστολή στρατευμάτων θα διέκοπτε τα Κάρνεα, μια θρησκευτική γιορτή προς τιμή του Απόλλωνα, και υπόσχεται ενισχύσεις όταν θα τέλειωνε η γιορτή. Δέκα μέρες αργότερα, οι Αθηναίοι συγκέντρωσαν περίπου 8.000 άνδρες και πήγαν στην πεδιάδα του Μαραθώνα. Για αρκετές ημέρες, οι Αθηναίοι και οι Πέρσες κοιτάζονταν από μακριά, κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο. Τελικά, με τις σπαρτιάτικες ενισχύσεις να μην έρχονται, ο Αθηναίος στρατηγός Μιλτιάδης δεν περιμένει άλλο και διατάζει αιφνιδιαστική επίθεση κατά του εχθρού. Οι Πέρσες σφυροκοπούνται. Οι βαριά οπλισμένοι Αθηναίοι νικούν κατά κράτος το ελαφρά οπλισμένο περσικό πεζικό και γίνεται σφαγή. Στο μεταξύ οι Αθηναίοι στέλνουν έναν αγγελιαφόρο πίσω στην Αθήνα για να τους αναγγείλει τη νίκη. Υπό τη σκιά της αθηναϊκής νίκης, οι Σπαρτιάτες τελικά καταφθάνουν με μια δύναμη 2.000 οπλιτών. Όμως δεν υπήρχε πια εχθρός για να πολεμήσουν. Όταν οι Σπαρτιάτες φτάνουν στον Μαραθώνα, οι Αθηναίοι με χαρά τους δείχνουν τα πτώματα των Περσών που είχαν συντρίψει. Αυτό θα ταπείνωσε τη Σπάρτη. Στο μεταξύ, οι Πέρσες αρχίζουν να σχεδιάζουν την εκδίκησή τους. Το 486 π.Χ., ο Δαρείος Α' ορίζει ως διάδοχό του, το γιο του, τον Ξέρξη, ο οποίος σχεδιάζει προσεκτικά μια νέα και πολύ μεγαλύτερη εισβολή στην Ελλάδα. Το 481-480 ο Ξέρξης κινητοποιεί μια τεράστια δύναμη, περίπου 300.000 αντρών και ένα στόλο από 400 περίπου πλοία, που κατεβαίνουν στην Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες, οι Αθηναίοι και μια μικρή ομάδα από άλλες πόλεις-κράτη συναντώνται για να σχεδιάσουν την αντεπίθεση. Διαφωνούν στη στρατηγική, αλλά ορίζουν τον Σπαρτιάτη στρατηγό Ευρυβιάδη ως διοικητή όλων των δυνάμεων, μια πρόκληση την οποία αποδέχτηκε για χάρη όλης της Ελλάδας. Πρώτον, οι Σπαρτιάτες είναι αλαζόνες. Λένε: «Αφού οι Αθηναίοι νίκησαν τους Πέρσες στον Μαραθώνα, φανταστείτε τι θα κάνουμε εμείς οι Σπαρτιάτες». Δεύτερον, οι πιο ευφυείς Σπαρτιάτες λένε: «Δεν φοβάμαι τόσο τους Πέρσες, επειδή δεν έχουν ιδιαίτερα καλό πεζικό, δεν είναι καλοί πολεμιστές, ενώ εμείς έχουμε το καλύτερο».

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ
Την άνοιξη του 480 π.Χ., το σκηνικό έχει καθοριστεί. Ένα στενό πέρασμα στις Θερμοπύλες, κάπου 140 χιλιόμετρα ΒΔ της Αθήνας, θα γίνει ο χρόνος κι ο τόπος που θα αποκρυσταλλώσει μια για πάντα την ουσία της Σπάρτης, σ’ ένα συγκεκριμένο γεγονός, στο οποίο οι μελλοντικές γενιές θα αναφέρονταν συνέχεια, σαν το σημείο που άλλαξε τη ροή της ιστορίας. Αυτό που ενέπνευσε τις Θερμοπύλες κατακαίει ακόμα τη μνήμη του Δυτικού πολιτισμού.
Οι Έλληνες, με 4.000 στρατιώτες, συγκεντρώνονται για να αποκρούσουν την εισβολή του Περσικού στρατού, που αριθμεί δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες. Οι Πέρσες υπερτερούν αριθμητικά, αλλά οι Έλληνες συνεχίζουν με την πεποίθηση ότι οι 300 στρατιώτες, που βρίσκονται στις πρώτες γραμμές του μετώπου, θα τους οδηγήσουν στη νίκη. Απλώς, επειδή επρόκειτο για 300 στρατιώτες από τη Σπάρτη. Ο κάθε Σπαρτιάτης στρατιώτης, ξεχωριστά, ήταν απλά ένας καλός στρατιώτης. Όταν όμως τους έβαζες όλους μαζί, είχες έναν στρατό που ήταν καλύτερος από οποιονδήποτε στρατό του κόσμου. Και μόνο η θέα του «Λ», του συμβόλου του σπαρτιάτικου στρατού, πάνω στις ασπίδες τους, συχνά, αρκούσε για τη νίκη. Δεν υπήρχε τίποτα παρόμοιο στον κόσμο. Είναι η πρώτη στρατιωτική κοινωνία όλων των εποχών. Οι αριθμητικά λιγότεροι Έλληνες αποκρούουν, σαν από θαύμα, την περσική εφόρμηση, μέσα σε δυο μέρες μακάβριας μάχης. Τελικά, ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωνίδας, συνειδητοποιεί ότι η ήττα ήταν αναπόφευκτη. Διατάζει τους εναπομείναντες Έλληνες στρατιώτες να φύγουν για να σωθούν. Οι 300, όμως, Σπαρτιάτες παραμένουν και πέφτουν μέχρις ενός, επειδή ήταν Σπαρτιάτες.
Η παραμονή τους στις Θερμοπύλες ενίσχυσε το ελληνικό ηθικό, ενώ ταυτόχρονα έστειλε στους Πέρσες το μήνυμα: «Μη τα βάζετε μαζί μας». Η παραμονή των Σπαρτιατών στις Θερμοπύλες αποτέλεσε κλασικό παράδειγμα του ρητού: «Χάνω τη μάχη, αλλά κερδίζω τον πόλεμο». Οι Θερμοπύλες έμειναν στην ιστορία σαν ένα κωδικό όνομα για το τι σημαίνει να θυσιάζει κάποιος τη ζωή του, περιφρονώντας τον θάνατο. Οι στρατιώτες αυτοί πολέμησαν μια ήδη χαμένη μάχη και προστάτεψαν την τιμή τους και την πατρίδα τους. Έγιναν η μεγαλύτερη πολεμική δύναμη που γνώρισε ο κόσμος. Ήταν η μοναδική κοινωνία που παρήγαγε τέτοιους ανθρώπους, που πολεμούσαν τόσο μεθοδικά, αψηφώντας τον θάνατο. Αποτελεί έξοχο παράδειγμα ενός βασικού στοιχείου της ανθρώπινης φύσης: μια τάση προς την αγνότητα, την τάξη, την αρμονία. Μια τάση που μας δίνει το θάρρος να μη φοβόμαστε το θάνατο και μας κάνει να πολεμάμε για ένα ιδανικό, όπως την ελευθερία, ανεξάρτητα από το τίμημα.
Πολλά χρόνια αργότερα αναγείρεται ένα μνημείο στις Θερμοπύλες, προς τιμή των 300 Σπαρτιατών που κράτησαν ηρωικά 300.000 Πέρσες για τρεις άγριες ημέρες. Στην πέτρα του μνημείου χαράσσεται ένας λιτός κλασικός επιτάφιος: «Ω, ξένε διαβάτη, ανάγγειλε στους Σπαρτιάτες ότι κειτόμαστε εδώ, υπάκουοι στους νόμους τους». Τονίζει το θέμα ότι ήταν κάτι το επιβεβλημένο, όποιες και αν ήταν οι προσωπικές απόψεις ή σκέψεις. Ο νόμος των Σπαρτιατών όριζε οι Σπαρτιάτες να είναι εκεί, την ώρα εκείνη. Υπό μια έννοια, ήταν κάτι που είχαν ανάγκη οι Σπαρτιάτες. Είχαν ανάγκη μια σπαρτιάτικη μάχη του Μαραθώνα. Χρειάζονταν μια ευκαιρία για να καταδείξουν το άριστο της σπαρτιάτικης αρετής. Αν και δεν κέρδισαν, είχαν πάρει μια ηθική νίκη, επειδή πέθαναν μέχρις ενός. Αυτό που ενέπνευσε τις Θερμοπύλες, σμίλεψε τη μνήμη του Δυτικού πολιτισμού. Μετά την πτώση του Άλαμος, η τοπική εφημερίδα στο Τέξας ανακοίνωσε ότι οι Θερμοπύλες βρήκαν τώρα τον συνεχιστή τους.

ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΠΛΑΤΑΙΩΝ
Έχοντας τώρα διασπάσει την πρώτη αμυντική γραμμή των Ελλήνων, οι Πέρσες διασχίζουν ανενόχλητοι την Αττική, κατευθυνόμενοι προς τον Νότο. Πυρπολούν τα πάντα στο διάβα τους και δεν δείχνουν έλεος σε τίποτα και σε κανέναν. Σοδειές καίγονται, αγάλματα θεών και ναοί διαλύονται. Μέχρι και η Ακρόπολη πυρπολείται. Όταν τα νέα εξαπλώνονται σε όλη την Ελλάδα, ότι όλη η χώρα καίγεται, πολλοί Αθηναίοι φτάνουν στα όρια της ανταρσίας. Δεν πίστευαν ότι η πλάστιγγα σε λίγο θα γυρνούσε. Ακολουθεί η ναυμαχία της Σαλαμίνας και η καταστροφή του περσικού στόλου.
Μετά την ήττα του στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Ξέρξης χάνει τον έλεγχο και την κυριαρχία του στη θάλασσα και αποχωρεί από την Ελλάδα με τον στόλο που του έχει απομείνει. Ο κύριος όγκος του στρατού του τίθεται υπό τις διαταγές του ξαδέλφου του Ξέρξη, στρατηγού Μαρδόνιου, ο οποίος επιλέχθηκε για να συνεχίσει τον πόλεμο στην Ελλάδα. Με μια δύναμη κρούσης 30.000 αντρών κινείται προς τη Θεσσαλία, όπου υπάρχει αφθονία προμηθειών, για να περάσει μαζί με τους άντρες του τον χειμώνα. Στο μεταξύ, η Αθήνα και η Σπάρτη φιλονικούν μεταξύ τους. Οι Αθηναίοι, νικητές των ναυμαχιών, περίμεναν την αναγνώριση από τους ένδοξους Σπαρτιάτες πολεμιστές και απαιτούσαν να ηγηθούν της χερσαίας επίθεσης κατά των Περσών. Ο Μαρδόνιος μαθαίνει για το βαθύ ρήγμα μεταξύ των αντιπάλων του και επιδιώκει να το εκμεταλλευτεί. Ένας υποτελής του Ξέρξη, που ήταν ένας Μακεδόνας βασιλιάς, στάλθηκε στους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες με μια προσφορά. Αν συνεργαστούν ο Ξέρξης θα τους φερθεί με αξιοπρέπεια. Οι Αθηναίοι, ελπίζοντας η Σπάρτη να κινητοποιήσει πλήρως τη στρατιωτική της μηχανή, μελετούν τη συμφωνία. Οι Αθηναίοι μεταβιβάζουν τη σιωπηλή απειλή στη Σπάρτη: Αν οι Σπαρτιάτες δεν έρθουν προς υπεράσπιση της Αθήνας και δεν κινηθούν προς τη Βοιωτία, οι Αθηναίοι θα αποχωρήσουν. Ή και χειρότερα. Οι Αθηναίοι υπονοούν το αδιανόητο. Μια συμμαχία με την Περσία. Στο σημείο αυτό, οι Σπαρτιάτες πρεσβευτές αποφασίζουν να τελειώσουν το πολιτικό παιχνίδι. Οι Έλληνες ενώνονται για μια τελική αναμέτρηση με τους Πέρσες, στην πόλη των Πλαταιών. Όλοι βάδιζαν ενωμένοι και εδώ πράγματι εμφανίζεται το μεγαλείο της σπαρτιάτικης ηγεσίας. Των Σπαρτιατών ηγείται όχι ένας βασιλιάς, αλλά ένας αντιβασιλέας, ο Παυσανίας. Ως το καλοκαίρι του 479 π.Χ., οι περσικές δυνάμεις είχαν φτάσει πάνω από 50.000 άντρες. Στο Νότο, η Σπάρτη στέλνει 5.000 από τους καλύτερους στρατιώτες της. Ενώ η Αθήνα συνεισφέρει 8.000 επιπλέον στρατιώτες. Τότε, οι Σπαρτιάτες οπλίζουν 35.000 Μεσσήνιους Είλωτες και τους προσφέρουν ελευθερία με αντάλλαγμα το θάρρος στο πεδίο της μάχης. Ο Παυσανίας φαίνεται να έχει πολύ μεγάλη οργανωτική ικανότητα. Έχει περισσότερη στρατιωτική αντίληψη, κατανοεί πώς μπορεί με τη διπλωματική οδό να συγκρατήσει αυτήν τη μεγάλη πολυποίκιλη και γεμάτη έριδες ελληνική δύναμη. Δεν είναι σαφές αν κάποιος άλλος, εκτός από έναν Σπαρτιάτη, θα μπορούσε να το πετύχει σ’ εκείνη τη φάση. Για 11 μέρες, οι ανταγωνιστές διοικητές κρατούν τις θέσεις τους μέσα στην πεδιάδα των Πλαταιών. Ο Μαρδόνιος και το περσικό ιππικό, στο Βορρά. Ο Παυσανίας και το ελληνικό πεζικό, στο Νότο. Τελικά, το επόμενο χάραγμα, οι Πέρσες ξεκινούν την εκκωφαντική τους επίθεση. Το περσικό ιππικό μπορεί να επιφέρει πολύ σοβαρά χτυπήματα στις ελληνικές δυνάμεις. Οι Έλληνες αναγκάζονται να παρατάξουν ξανά τα στρατεύματά τους. Παρότι οι 5.000 Σπαρτιάτες Οπλίτες αποτελούν το 10% της συμμαχικής δύναμης, η πειθαρχία, η βαριά τους πανοπλία και τα μυτερά δόρατά τους, τους κάνουν ακατανίκητους. Όταν οι Πέρσες αποφάσισαν να διεξάγουν μάχη στην πεδιάδα των Πλαταιών, λίγα μπορούσαν να κάνουν ο Μαρδόνιος και η περσική ηγεσία, επειδή, σε τελική ανάλυση, είχαμε άντρες με λινά ρούχα να προσπαθούν να διασπάσουν γραμμές αντρών με σιδερένια δόρατα. Κανένας άλλος στρατός στον κόσμο δεν μπορούσε να το κάνει εκτός από τον σπαρτιάτικο. Καθώς η μάχη εντεινόταν, οι βαριά οπλισμένοι Σπαρτιάτες μετατρέπουν το πεδίο της μάχης σε ποτάμι αίματος. Οι Πέρσες σφάζονται σαν ζώα. Στους Σπαρτιάτες οφείλεται ουσιαστικά η ελληνική επιτυχία στη μάχη των Πλαταιών. Ήταν μια μάχη μεταξύ Οπλιτών και οι Σπαρτιάτες είχαν το ισχυρότερο σώμα Οπλιτών. Αν η Σαλαμίνα είναι η σπουδαία νίκη της Αθήνας στη θάλασσα, η Πλαταιές είναι νίκη-υπογραφή των Σπαρτιατών στην ξηρά. Το τέλος έρχεται όταν σκοτώνεται ο Πέρσης στρατηγός Μαρδόνιος. Οι φρουροί του φεύγουν για να γλιτώσουν τη ζωή τους και οι ελάχιστοι Πέρσες στρατιώτες, που στέκονται ακόμα, διασκορπίζονται στους τέσσερις ανέμους. Οι ελληνικές απώλειες είναι ελάχιστες, γύρω στις 1.000 ψυχές. Αλλά, τα περσικά στρατεύματα, των 50.000 αντρών, ηττώνται κατά κράτος. Ως πολεμική δύναμη, δεν αποτελούν πλέον απειλή και το όνειρο του Ξέρξη, να κατακτήσει τη Δύση, τελειώνει οριστικά.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Σε γενικές γραμμές το άρθρο τα λέει σωστά, όμως δεν είναι αλήθεια ότι "οι Σπαρτιάτες, γυναίκες και άντρες, δεν συναντήθηκαν ποτέ ως παιδιά", ούτε ότι "η μνηστεία και ο γάμος ήταν απλά ένα ακόμα καθήκον προς το κράτος, που επέσυρε πολλά από τα πιο παράξενα τελετουργικά της σπαρτιάτικης κοινωνίας." Κατ' αρχήν τα παιδιά συναντιούνταν κάθε χρόνο στην εορτή των Γυμνοπαιδιών, όπου τα κορίτσια τραγουδούσαν, χόρευαν και λάμβαναν μέρος σε αγωνίσματα, ακόμα και πάλευαν γυμνά, όπως τα αγόρια, και ΜΑΖΙ με αγόρια. Γνωρίζονταν λοιπόν πολύ καλά κι είχαν όλο τον καιρό να αποφασίσουν ποιος θα κλέψει ποια όταν ο Σπαρτιάτης γινόταν 20 χρόνων και η Σπαρτιάτισσα 18-20. Μερικοί είχαν παντρευτεί και πιο μικρές Σπαρτιάτισσες και πλήρωναν πρόστιμο γι' αυτό. Μπορεί για εσάς η αρπαγή να είναι ένα "τελετουργικό που στερείτο χαράς", αλλά γι' αυτούς που τα είχαν κανονίσει να κλεφτούν και μπορούσαν να έχουν νόμιμη ερωτική δραστηριότητα, έστω και μόνο κρυφά τη νύχτα για τα πρώτα δέκα χρόνια, ήταν "εξαιρετικά σημαντικό". Είναι λοιπόν αδύνατο "για τον Σπαρτιάτη σύζυγο να δει για πρώτη φορά τη γυναίκα του την ημέρα, όταν αυτός ήταν 30 ετών", γιατί την είχε δει πολλές φορές και την είχε επιλέξει πριν να την παντρευτεί.