18 Απρ 2009

Καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους

Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τη Βαβυλώνα, συνέβη το 587 π.Χ., όταν ήταν βασιλιάς της ο Ναβουχοδονόσορ, ενώ στην Ιερουσαλήμ βασίλευε ο Σεδεκίας.

Περίληψη των γεγονότων
Τα γεγονότα κατά τα τελευταία χρόνια πριν την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους, αλλά και λίγο μετά, έχουν ως εξής:
Πρόκειται για μια εποχή που οριοθετεί το τέλος της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας, και την αρχή της Βαβυλωνιακής κυριαρχίας στην περιοχή. Δηλαδή για την περίοδο που ονομάζουμε Νέο-Βαβυλωνιακή. Με το τέλος της Ασσυριακής αυτοκρατορίας, πάνω από το πτώμα της, ερίζουν οι Αιγύπτιοι και οι Βαβυλώνιοι, για το ποιος θα τη διαδεχθεί ως ηγέτιδα δύναμη της περιοχής αυτής στη Μέση Ανατολή.
Την εποχή που κυριαρχούσε η Ασσυρία στην περιοχή, οι Ισραηλίτες ήταν διαιρεμένοι σε δύο βασίλεια, λόγω εσωτερικών ταραχών και συγκρούσεων: Στο Βόρειο Βασίλειο των 10 φυλών, που ονομαζόταν «Ισραήλ», με πρωτεύουσα τη Σαμάρεια και στο Νότιο Βασίλειο του Ιούδα, των δύο φυλών, με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Ήδη την εποχή εκείνη, το Βόρειο Βασίλειο του Ισραήλ είχε καταλυθεί και στην περιοχή είχαν εγκατασταθεί ξένοι λαοί, οι λεγόμενοι Σαμαρείτες. Ισραηλιτικό ήταν πλέον μόνο το Νότιο Βασίλειο του Ιούδα, αλλά κι αυτό κάτω από την εξουσία της Ασσυριακής δύναμης.
Όπως γνωρίζουμε από τα ιστορικά ντοκουμέντα, η Ασσυρία καταλύθηκε κατά την εκστρατεία των Μήδων, από τον Οκτώβριο του 610 π.Χ. ως τον Μάρτιο του 609 π.Χ.[1]. Το χρονικό αναφέρει ότι στο 16ο έτος του Ναβοπολασσάρ, στο μήνα Μαρχεσβάν, «οι Ουμάν-Μάντα (οι Μήδοι), που είχαν έρθει για να βοηθήσουν το βασιλιά της Ακκάδ, συνένωσαν τα στρατεύματά τους και βάδισαν κατά της Χαρράν... Ο βασιλιάς της Ακκάδ έφθασε στη Χαρράν και [...] κυρίεψε την πόλη. Αφαίρεσε τα πολλά λάφυρα της πόλης και του ναού». Η στήλη του Ναβονίδη Η 1, Β παρέχει την ίδια πληροφορία: «Όταν στο δέκατο όγδοο έτος του Ναβοπολασσάρ, βασιλιά της Βαβυλώνας, ο βασιλιάς των θεών Σιν θύμωσε με την πόλη και με το ναό του κι ανέβηκε στον ουρανό, η πόλη και ο λαός μέσα σ’ αυτήν αφανίστηκαν».
Η Αγία Γραφή μας πληροφορεί, ότι την ίδια εκείνη χρονιά, (609 π.Χ.), σκοτώνεται στον πόλεμο ο βασιλιάς του Ιούδα Ιωσίας στη Μεγιδδώ από τον Φαραώ Νεχαώ, όταν βγαίνει να πολεμήσει εναντίον του, κατά την εκστρατεία του τελευταίου στην περιοχή. Τότε γίνεται βασιλιάς ο 23χρονος γιος του, ο Ιωάχαζ, που όμως βασίλεψε μόνο για 3 μήνες, γιατί ο Φαραώ Νεχαώ τον φυλάκισε. Στη θέση του o Φαραώ ορίζει βασιλιά τον 25χρονο Ιωακείμ, που βασίλεψε για 11 χρόνια (Β' Χρον.34:1, 35:20, 36:1-5, Β' Βασ.23:31-34).
Την ίδια κιόλας χρονιά όμως, (609 π.Χ.), η Αίγυπτος αποσύρεται από την περιοχή, καθώς η Βαβυλώνα μπαίνει στο παιχνίδι, να διεκδικήσει τις κτήσεις της νεκρής πια Ασσυρίας, στο 18ο έτος της βασιλείας του Ναβοπολασσάρ βασιλιά της Βαβυλώνος. Ξεκινά έτσι η Νέο-Βαβυλωνιακή περίοδος, που κυριάρχησε στην περιοχή για 70 έτη (Β' Βασ.23:31-24:1, Β' Χρον.36:4-6).
Όμως, ο Ναβοπολασσάρ, δεν έμελλε να χαρεί για πολλά χρόνια ακόμα την εξουσία του. Από το Νεοβαβυλωνιακό χρονικό Β.Μ. 21946 μαθαίνουμε ότι βασίλεψε στη Βαβυλώνα επί 21 χρόνια, όπως αναφέρεται και στον Κανόνα του Πτολεμαίου. Αυτό το τμήμα του κειμένου λέει: «Επί είκοσι ένα χρόνια, ο Ναβοπολασσάρ κυβέρνησε τη Βαβυλώνα Την όγδοη μέρα του μήνα Αβ πέθανε. Το μήνα Ελούλ ο Ναβουχοδονόσορ (ΙΙ) επέστρεψε στη Βαβυλώνα και την πρώτη μέρα του μήνα ανέβηκε στο βασιλικό θρόνο στη Βαβυλώνα». Ο Ναβουχοδονόσορας συνέχισε το έργο του πατέρα του.
Το 605 π.Χ., το 3ο έτος του Ιωακείμ βασιλιά του Ιούδα (4ο έτος αν υπολογίσουμε και το έτος ενθρόνισής του), ο Φαραώ Νεχαώ νικιέται από τον Ναβουχοδονόσορα βασιλιά της Βαβυλώνας, το έτος ενθρόνισης του τελευταίου και δεν ξαναβγαίνει από την Αίγυπτο, αναγνωρίζοντας ότι η Βαβυλώνα είναι πλέον ο κυρίαρχος της περιοχής (Ιερεμίας 46:2).
Την ίδια κιόλας εκείνη χρονιά, το 605 π.Χ., ο Ναβουχοδονόσορας κάνει μια πρώτη επίθεση στο βασίλειο του Ιούδα και κάνει τον βασιλιά Ιωακείμ της Ιερουσαλήμ υποτελή του. Λεηλατεί μέρος των θησαυρών της Ιερουσαλήμ και κάνει μια πρώτη μετοικεσία της «ελίτ» της Ιερουσαλήμ στη Βαβυλώνα, για να τους έχει ως συμβούλους του. Είναι μια μικρή πρώτη μετοικεσία Ιουδαίων, στην οποία μάλιστα συμμετέχει και ο γνωστός (νεαρός τότε), προφήτης Δανιήλ (Δανιήλ 1:1-4, 2:1, Β' Χρον.36:6, Β' Βασ.24:1-7, Ιερεμίας 35:11).
3 χρόνια αργότερα, το 602 π.Χ. κατά το 6ο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, αυτός επαναστάτησε εναντίον του Ναβουχοδονόσορα (Β' Βασ.24:1). Στο διάστημα των επομένων ετών, οι Βαβυλώνιοι τους άφησαν ήσυχους. Και ο Ιωακείμ πέθανε κατά το 11ο έτος της βασιλείας του και τον διαδέχθηκε ο Ιωαχείν ο γιος του, σε ηλικία 18 ετών, το 597 π.Χ., ο οποίος όμως βασίλεψε μόνο 3 μήνες και 10 ημέρες. (Β' Χρον.36:9).
Την ίδια εκείνη χρονιά που βασίλεψε ο Ιωαχείν, επιτέθηκε για δεύτερη φορά στην Ιερουσαλήμ ο Ναβουχοδονόσορας, κατά το 8ο έτος της βασιλείας του, για να ανακτήσει τον έλεγχο της πόλης. Συνέλαβε τον Ιωαχείν, λεηλάτησε όλους τους υπόλοιπους θησαυρούς της Ιερουσαλήμ που είχε αφήσει την προηγούμενη φορά, και έκανε μια δεύτερη μετοικεσία κατοίκων της Ιερουσαλήμ στη Βαβυλώνα. Πήρε μαζί του όλους τους άρχοντες και τους δυνατούς πολεμιστές, (συνολικά 10.000 αιχμαλώτους) και όλους τους τεχνίτες ξυλουργούς και σιδηρουργούς, αφήνοντας στην Ιερουσαλήμ μόνο τα ασθενέστερα και φτωχότερα στρώματα του λαού. Αυτό συνέβη κατά το «τέλος του χρόνου», δηλαδή τέλος Αδάρ ή αρχή Νισσάν: Άνοιξη 597 π.Χ. Ο Ιωαχείν μεταφέρθηκε στη Βαβυλώνα μαζί με την οικογένειά του. Στη θέση του Ιωαχείν, ο Ναβουχοδονόσορ έβαλε το ίδιο εκείνο έτος (597 π.Χ.) τον αδελφό του Ματθανία, και του άλλαξε το όνομα σε Σεδεκία. Τότε ο Σεδεκίας ήταν 21 ετών, και συνολικά βασίλεψε 11 χρόνια. Αυτός ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Ιερουσαλήμ πριν την ολοσχερή καταστροφή της [Β' Χρον.36:10-11, Β' Βασ.24:10-17, Ιερ.52:28 και Βασιλική επιγραφή (Μπέργκερ ΑΟΑΤ 4:1, Σελ.108)]. Όμως με τη σειρά του κι ο Σεδεκίας επαναστάτησε εναντίον του Ναβουχοδονόσορα βασιλιά της Βαβυλώνος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στο 9ο έτος της Βασιλείας του Σεδεκία, το 10ο μήνα και τη 10η μέρα (Ιανουάριος του 589 π.Χ.), η Ιερουσαλήμ πολιορκήθηκε από τους Βαβυλώνιους, για μια περίοδο 2,5 ετών, ως την πτώση της. Τότε, κατά τον προφήτη Ιερεμία, ξεκίνησε μια περίοδος 70 ετών οργής του Θεού κατά της Ιερουσαλήμ, ως την επιστροφή των Ιουδαίων από τη Βαβυλώνα πίσω στη χώρα τους (Ιερ.39:1, 52:4-5, Β' Βασ.25:1, Ιερ.21:2, Ιεζ.24:1, Ζαχ.1:7,12).
Το 587 π.Χ., το 11ο έτος της βασιλείας του Σεδεκία, το 4ο μήνα, 9η μέρα, που ήταν το 18ο έτος του Ναβοχοδονόσορα. (19ο αν υπολογίσουμε και το έτος ενθρόνισης), η πόλη δεν άντεξε άλλο την πολιορκία και έπεσε (Ιερ.32:1-3, 39:2,8-10, 52:5-14,29, Ζαχ.7:1-5.). «Και την ένατη ημέρα τού τέταρτου μήνα, η πείνα υπερίσχυσε στην πόλη, και δεν υπήρχε ψωμί για τον λαό τού τόπου. Και η πόλη εκπορθήθηκε, και όλοι οι άνδρες τού πολέμου έφυγαν τη νύχτα, διαμέσου τού δρόμου τής πύλης, που ήταν ανάμεσα στα δύο τείχη, η οποία ήταν κοντά στον βασιλικό κήπο. (και οι Χαλδαίοι ήσαν κοντά στην πόλη, ολόγυρα). και ο βασιλιάς πήγε προς τον δρόμο τής πεδιάδας. Και ο στρατός των Χαλδαίων καταδίωξε πίσω από τον βασιλιά, και τον έφτασαν στις πεδιάδες τής Ιεριχώ. και ολόκληρος ο στρατός του διασκορπίστηκε από κοντά του. Και συνέλαβαν τον βασιλιά, και τον έφεραν στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, στη Ριβλά. και πρόφεραν καταδίκη εναντίον του. Και έσφαξαν τους γιους τού Σεδεκία μπροστά στα μάτια του, και έβγαλαν τα μάτια τού Σεδεκία, και αφού τον έδεσαν με δύο χάλκινες αλυσίδες, τον έφεραν στη Βαβυλώνα» (Β' Βασ.25:2-7).
Η Παλαιά Διαθήκη, συνεχίζει την αφήγηση των γεγονότων της καταστροφής της Ιερουσαλήμ ως εξής:
«Και στον πέμπτο μήνα, την έβδομη ημέρα τού μήνα, του 19ου χρόνου τής βασιλείας τού Ναβουχοδονόσορα, του βασιλιά τής Βαβυλώνας, ήρθε στην Ιερουσαλήμ ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, ο δούλος τού βασιλιά τής Βαβυλώνας. και κατέκαψε τον οίκο τού Κυρίου, και το παλάτι τού βασιλιά, και όλα τα σπίτια τής Ιερουσαλήμ, και κάθε μεγάλο σπίτι το κατέκαψε με φωτιά. Και ολόκληρος ο στρατός των Χαλδαίων, που ήταν μαζί με τον αρχισωματοφύλακα, καταγκρέμισε τα τείχη τής Ιερουσαλήμ, ολόγυρα. Και το υπόλοιπο του λαού, που είχε απομείνει στην πόλη, κι εκείνους που έφυγαν, οι οποίοι είχαν καταφύγει στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, και εκείνο το τμήμα που εναπέμεινε από το πλήθος, ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, το μετοίκισε. Από τους φτωχούς τής γης, όμως, ο αρχισωματοφύλακας άφησε, για αμπελουργούς και γεωργούς» (Β' Βασ.25:8-12). Αυτή ήταν η τρίτη μετοικεσία στη Βαβυλώνα, του λαού της Ιερουσαλήμ.
Η αφήγηση συνεχίζει ως εξής:
«Και τους χάλκινους στύλους, που ήσαν στον οίκο τού Κυρίου, και τις βάσεις, και τη χάλκινη θάλασσα, που ήταν στον οίκο τού Κυρίου, οι Χαλδαίοι την κατέκοψαν, και μετακόμισαν τον χαλκό τους στη Βαβυλώνα. Και πήραν τα καζάνια, και τα φτυάρια, και τα λυχνοψάλιδα, και τα θυμιατήρια, και όλα τα χάλκινα σκεύη, με τα οποία γινόταν η υπηρεσία. Ακόμα, ο αρχισωματοφύλακας πήρε και τα πυροδοχεία, και τις φιάλες, ό,τι ήταν χρυσό, και ό,τι ήταν ασημένιο. τους δύο στύλους, τη μία θάλασσα, και τις βάσεις που ο Σολομώντας είχε κάνει για τον οίκο τού Κυρίου. ο χαλκός όλων αυτών των σκευών ήταν αζύγιστος. Τό ύψος τού ενός στύλου ήταν 18 πήχες, και το κιονόκρανο που ήταν επάνω του, το χάλκινο. και το ύψος τού κιονόκρανου ήταν τρεις πήχες. και το διχτυωτό, και τα ρόδια επάνω στο κιονόκρανο, ολόγυρα, όλα ήσαν χάλκινα. τα ίδια είχε και ο δεύτερος στύλος, μαζί με το διχτυωτό. Και ο αρχισωματοφύλακας πήρε τον Σεραϊα, τον πρώτο ιερέα, και τον Σοφονία, τον δεύτερο ιερέα, και τους τρεις θυρωρούς. και από την πόλη πήρε έναν ευνούχο, που ήταν επιστάτης στους άνδρες των πολεμιστών, και πέντε άνδρες από τους παριστάμενους μπροστά στον βασιλιά, που είχαν βρεθεί στην πόλη, και τον γραμματέα, τον άρχοντα των στρατευμάτων, που έκανε τη στρατολογία τού λαού τής γης, και 60 άνδρες από τον λαό τής γης, που είχαν βρεθεί στην πόλη. Και αφού ο Νεβουζαραδάν, ο αρχισωματοφύλακας, τους πήρε, τους έφερε στον βασιλιά τής Βαβυλώνας, στη Ριβλά. Και ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας τούς πάταξε, και τους θανάτωσε, στη Ριβλά, στη γη Αιμάθ. Έτσι μετοικίστηκε ο Ιούδας από τη γη του» (Β' Βασ.25:13-21).
Μετά από την καταστροφή, ο Ναβουχοδονόσορας κατέστησε έναν νέο κυβερνήτη στην πόλη, όχι όμως βασιλιά, όπως μας διασώζει το ιστορικό υπόμνημα της Αγίας Γραφής:
«Και για τον λαό που είχε εναπομείνει στη γη Ιούδα, τους οποίους ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, ο Ναβουχοδονόσορας, είχε αφήσει, κατέστησε επάνω τους τον Γεδαλία, τον γιο τού Αχικάμ, γιου τού Σαφάν. ...Και ο Γεδαλίας ορκίστηκε σ' αυτούς, και στους άνδρες τους, και τους είπε: Μη φοβάστε να είστε δούλοι των Χαλδαίων. κατοικήστε στη γη, και δουλεύετε τον βασιλιά τής Βαβυλώνας. και θα είναι σε σας καλό» (Β' Βασιλέων 25:22-24).
Προφανώς αυτή η στάση του Γεδαλία θεωρήθηκε «προδοσία», και αρπαγή της εξουσίας, γιατί η αφήγηση μας διηγείται ότι αμέσως μετά από αυτό, ο Γεδαλίας δολοφονήθηκε από συγγενείς του εκθρονισμένου βασιλιά Σεδεκία:
«Και στον έβδομο μήνα, ο Ισμαήλ, ο γιος τού Νεθανία, γιου τού Ελισαμά, από το βασιλικό σπέρμα, ήρθε, έχοντας μαζί του δέκα άνδρες, και πάταξαν τον Γεδαλία, ώστε πέθανε, και τους Ιουδαίους και τους Χαλδαίους, εκείνους που ήσαν μαζί του στη Μισπά. Και σηκώθηκε ολόκληρος ο λαός, από μικρόν μέχρι μεγάλον, και οι άρχοντες των στρατευμάτων, και ήρθαν στην Αίγυπτο. επειδή, φοβήθηκαν από το πρόσωπο των Χαλδαίων» (Β' Βασ.25:25-26, Ιερ.41:1-3,10).
Έτσι, ο λαός της Ιερουσαλήμ έφυγε και η πόλη έμεινε σχεδόν έρημη.
Το 582 π.Χ., πέντε χρόνια αργότερα, το 23ο έτος του Ναβουχοδονόσορα, ο Ναβουζαραδάν, αρχισωματοφύλακας του Ναβουχοδονόσορα, επανήλθε στην Ιερουσαλήμ και έκανε και τέταρτη μετοικεσία των κατοίκων της, άλλους 745 ανθρώπους που είχαν απομείνει εκεί, ώστε η Ιερουσαλήμ ερημώθηκε τελείως (Ιερ.52:30).
Είκοσι χρόνια αργότερα, το 562 π.Χ., ο Ναβουχοδονόσορας πέθανε και στη θέση του βασίλεψε ο Νεριγλισσάρ (Ευείλ Μεροδάχ), κατά το 37ο έτος της μετοικεσίας του Ιωαχείν (Οκτώβριος 562 π.Χ.) (Β' Βασ.25:27, Ιερ.52:31.). Ενώ το επόμενο έτος, το 581 π.Χ., ο Ιωαχείν, πρώην βασιλιάς της Ιερουσαλήμ αποφυλακίσθηκε (Β' Βασ.25:27, Ιερ.52:31).
Η καταστροφή της Βαβυλώνας από τους Μηδοπέρσες, το 539 π.Χ., από τον Κύρο, κατά το 17ο έτος του Ναβονίδη (5/6 Οκτωβρίου), έθεσε τέρμα στη Νέο-Βαβυλωνιακή περίοδο και άνοιξε το δρόμο για την επιστροφή των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ και την ανοικοδόμηση του Ναού τους (Ιερ.25:11-12, 29:10, Β' Χρον.36:21). Με διάταγμα του Κύρου, βασιλιά της Μηδοπερσίας, κατά το πρώτο του έτος (538 – 537 π.Χ.), οι Ιουδαίοι άρχισαν την επιστροφή τους για την ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ και του Ναού τους (Β' Χρον.36:22, Έσδρας 1:1).

Σημασία της καταστροφής της Ιερουσαλήμ για τους Εβραίους
Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί στον Ισραηλιτικό λαό, καθώς τα πάντα στη ζωή τους καθορίζονταν από τους Ιερείς και τη λειτουργία του Ναού τους, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, που καταγράφεται στην Πεντάτευχο (Π. Διαθήκη). Το όνειρό τους ήταν να ξαναχτιστεί η Ιερουσαλήμ. Παράλληλα με την καταστροφή αυτή άρχισε η εβραϊκή διασπορά, που από τότε είναι έντονη σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα πολλοί Εβραίοι μετά την πτώση της Ιερουσαλήμ εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο (ιδιαίτερα στη νήσο Ελεφαντίνη) όπου αργότερα έγινε και η μετάφραση των Εβδομήκοντα.

Γενικότερη ιστορική σημασία της χρονολογίας
Το 587 π.Χ. ως ημερομηνία καταστροφής της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους, είναι μια σημαντική ιστορική χρονολογία, που «δένει» μεταξύ τους διαφορετικές ιστορικές γραμμές χρονολογήσεων και οδηγεί τους αρχαιολόγους στο να εντοπίσουν διάφορα γεγονότα της ιστορίας που συνέβησαν την ίδια περίοδο. Επειδή είναι ιστορικά τεκμηριωμένη, αποτελεί σημείο αναφοράς για πολλές άλλες χρονολογήσεις της Νεο-Bαβυλωνιακής περιόδου.

Θρησκευτική σημασία
Επειδή η πτώση της Ιερουσαλήμ είναι ένα σημαντικό γεγονός που αναφέρεται στην Αγία Γραφή εκτενώς, είναι σημαντικός ο ιστορικός του εντοπισμός για τους Χριστιανούς. Γι' αυτό και οι σοβαρότερες έρευνες για την ιστορία αυτής της περιόδου, εκπονήθηκαν από ανθρώπους που προέρχονταν από τέτοιες θρησκείες.
Η χρονολογική τεκμηρίωση της περιόδου αυτής, εκτός από την κατανόηση των κειμένων της Αγίας Γραφής στην οποία οδηγεί, είναι για τους Χριστιανούς και μία από τις αποδείξεις της ιστορικής αξιοπιστίας της Αγίας Γραφής, δεδομένου ότι η ίδια η Αγία Γραφή, μέσα από το βιβλίο του προφήτη Ζαχαρία, είναι η μία από τις ανεξάρτητες γραμμές χρονολόγησης, που τεκμηριώνουν την περίοδο αυτή.

[1] Βαβυλωνιακό χρονικό Β.Μ. 21901 και επιγραφή της Χαρράν Nabon Η 1,Β.


11 Απρ 2009

Η ιστορία του Ιουδαϊσμού

3760 π.Χ.
1ο έτος του εβραϊκού ημερολογίου. Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο. Η ιστορία της εβραϊκής θρησκευτικής παράδοσης αναφέρεται στη Βίβλο με χρονολογική σειρά. Όλα ξεκίνησαν με τη δημιουργία του κόσμου (Γέν.1-2), που σχεδόν καταστράφηκε με τον κατακλυσμό και δημιουργήθηκε ξανά από τους γιους του Νώε: Σημ, Χαμ και Ιάφεθ.

1250 π.Χ.
Διωγμός από την Αίγυπτο. Η Έξοδος αναφέρει ότι οι Ισραηλίτες δραπέτευσαν από τον αιγυπτιακό ζυγό. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι κατευθύνθηκαν προς την Παλαιστίνη. Σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση, η Έξοδος αποτέλεσε την ιδρυτική πράξη του Ισραήλ και το σημάδι ότι ο λαός του ήταν ο εκλεκτός του Θεού (Έξ.1-15).

12ος/11ος αιώνας π.Χ.
Οι φυλές του Ισραήλ συνάπτουν στρατιωτικές συμμαχίες, επειδή απειλούνται από τους Φιλισταίους και άλλους λαούς, πιθανότατα ινδοευρωπαϊκής προέλευσης. Στις μάχες τούς οδηγούν οι κριτές.

Περίπου 1020-1004 π.Χ.
Ο Σαούλ, αρχηγός του στρατού στη μάχη με τους Φιλισταίους, ενώνει τις φυλές του Ισραήλ φυλές και χρίεται βασιλιάς. Στη παράδοση περιγράφεται ως ο εκλεκτός του Θεού που, ωστόσο, έχασε την εύνοια του Γιαχβέ, επειδή δεν υπάκουσε στις εντολές του.

Περίπου 1004-964 π.Χ.
Μετά το θάνατο του Σαούλ το 997 π.Χ. ο Δαβίδ, βασιλιάς των νότιων φυλών Ιούδα και Βενιαμίν, ανακηρύσσεται ηγεμόνας των δέκα βόρειων φυλών. Κατακτά την Ιερουσαλήμ και την κάνει πρωτεύουσα του Ισραήλ, διώχνει τους Φιλισταίους και υποδουλώνει τους λαούς του Εδώμ στο νότο, του Μωάβ και Αμμών στα ανατολικά και τον Αράμ στα ΒΑ. Με τη μεταφορά της Κιβωτού της Διαθήκης στην Ιερουσαλήμ, η οποία κατά τη βιβλική παράδοση περιείχε τις πλάκες με τις 10 εντολές (Β’ Σαμ.6), η πόλη υπό τη διακυβέρνηση του Δαβίδ και του διαδόχου του, Σολομώντα, έγινε το σύμβολο του ενωμένου Ισραήλ.

Περίπου 995-587 π.Χ.
Ο βασιλιάς Σολομών χτίζει στην Ιερουσαλήμ ένα αυτοκρατορικό Ναό, που γίνεται το σημαντικότερο θυσιαστήριο προς τιμή του Γιαχβέ.

930-926 π.Χ.
Διαίρεση του βασιλείου: Οι δέκα βόρειες φυλές χωρίζονται από τη δυναστεία που ίδρυσε ο Δαβίδ και εκλέγουν δικό τους βασιλιά. Οι φυλές του Ιούδα και Βενιαμίν παραμένουν υπό την ηγεμονία του Δαβίδ και σχηματίζουν το νότιο βασίλειο του Ιούδα.

722/1 π.Χ.
Το βόρειο βασίλειο κατακτάται από τους Ασσύριους. Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού εκτοπίζεται. Τα ίχνη των ανθρώπων αυτών χάνονται. Αργότερα οι εκτοπισμένοι θα χαρακτηριστούν ως οι δέκα χαμένες φυλές του Ισραήλ.

597-538 π.Χ.
Ο βαβυλώνιος βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ κατακτά την Ιουδαία. Μαζί με μια ομάδα ανώτερων αξιωματούχων, ο βασιλιάς της Ιουδαίας Ιωακείμ μεταφέρεται στη νότια Μεσοποταμία. Το 587 π.Χ. μετά από μια αιματηρή εξέγερση, ο Ναβουχονόσορ καταστρέφει το Ναό του Σολομώντα, ενώ πολλά άτομα μεσαίων και ανώτατων κοινωνικών τάξεων εκτοπίζονται στη Μεσοποταμία. Στην εξορία επικρατεί ο μονοθεϊσμός, το Σάββατο καθιερώνεται ως επίσημη αργία, γεννιούνται οι εβραϊκοί κανόνες της νηστείας και πολλοί άλλοι δεσμευτικοί θρησκευτικοί κανόνες.

538 π.Χ.
Ο βασιλιάς των Περσών Κύρος (559-530) κατακτά τη Βαβυλώνα. Η Ιουδαία και το Ισραήλ γίνονται τμήματα μιας μεγάλης περσικής επαρχίας. Ο Κύρος δίνει άδεια στους εξόριστους και τους επιτρέπει να γυρίσουν στην πατρίδα τους και να ξαναχτίσουν το Ναό στην Ιερουσαλήμ. Ο δεύτερος Ναός εγκαινιάζεται την άνοιξη του 516 π.Χ.

332 π.Χ.
Ο Μ. Αλέξανδρος (356-323) κατακτά τις περιοχές της Ιουδαίας και του Ισραήλ. Η Ιερουσαλήμ παραμένει αυτόνομη επαρχία.

332/1 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος ιδρύει την ελληνιστική Αλεξάνδρεια στη βόρεια Αφρική όπου, εκτός από Έλληνες, εγκαθίστανται και Εβραίοι. Αποτελούν το 1/4 του πληθυσμού και ζουν όπως κι οι υπόλοιπες ομάδες, δηλαδή σε δικές τους συνοικίες που διοικούνται ανεξάρτητα από την ελληνική άρχουσα τάξη.

168 π.Χ.
Ο βασιλιάς των Σελευκιδών Αντίοχος Δ', που διαδέχεται τον Αλέξανδρο στη Συρία και την Ιερουσαλήμ, μετατρέπει το Ναό της Ιερουσαλήμ σε ναό του Ολυμπίου Διός κι απαγορεύει την τέλεση όλων των πατροπαράδοτων εβραϊκών εθίμων. Οι Μακκαβαίοι Ιούδας, Ιωνάθαν, Σίμωνας και Ιωάννης Υρκανός, γιοι εβραίου ιερέα, οργανώνουν λαϊκή εξέγερση. Το 164 π.Χ. ο Ιούδας Μακκαβαίος κατακτά και πάλι την Ιερουσαλήμ και εγκαινιάζει το Ναό. Κατά τα απόμενα χρόνια οι Μακκαβαίοι, όντας πνευματικοί και κοσμικοί άρχοντες, δημιουργούν ένα νέο εβραϊκό κράτος. Το 141 π.Χ. η λαϊκή συνέλευση επιτρέπει στο Σίμωνα Μακκαβαίο την ίδρυση μιας δυναστείας: το 104 π.Χ. ο Αριστόβουλος, ο εγγονός του Σίμωνα χρίεται βασιλιάς.

150 π.Χ.
Οι Εσσαίοι μαζί με τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους αποτελούν τις τρεις πιο σημαντικές εβραϊκές ομάδες. Οι Εσσαίοι ζουν ως θρησκευτική ασκητική σέκτα. Ένα κομμάτι τους πιθανότατα εποικίζει την έρημο Κουμράν.

76 π.Χ.
Διαμάχη για το θρόνο μεταξύ του βασιλιά των Μακκαβαίων Υρκανού Β' και του αδελφό του Αριστόβουλου Β'. Ακολουθεί εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Σαδδουκαίων και των Φαρισαίων, που υποστηρίζουν τον Υρκανό Β'. Ο ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος επωφελείται από τις αναταραχές και το 63 π.Χ. κατακτά την Ιερουσαλήμ. Το 6 μ.Χ. οι Ρωμαίοι ιδρύουν την επαρχία της Ιουδαίας.

37-4 π.Χ.
Ο Ηρώδης, ο Ιδουμαίος βασιλιάς των υποτελών εξαπλώνει την κυριαρχία του πέρα από τα σύνορα του βασιλείου του Δαβίδ και μεγαλώνει το Ναό της Ιερουσαλήμ. Μετά το θάνατό του οι Ρωμαίοι μοιράζουν το βασίλειο στους τρεις γιους του.

26-36 μ.Χ.
Ο Πόντιος Πιλάτος διορίζεται ρωμαίος κυβερνήτης στην Ιουδαία. Η διαφθορά που χαρακτηρίζει τη διοίκηση ενισχύει τα εχθρικά αισθήματα του λαού προς τους Ρωμαίους. Στη βόρεια επαρχία της Γαλιλαίας εμφανίζεται ένας ιουδαίος ασκητής και ιεροκήρυκας, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, που κηρύττει τον ερχομό της Θείας Δίκης, καλεί τους ανθρώπους να μετανοήσουν και βαπτίζει στον Ιορδάνη ποταμό όσους είναι έτοιμοι να μετανοήσουν (ανάμεσά τους και τον Ιησού από τη Ναζαρέτ). Με διαταγή του Ηρώδη Αντύπα, γιου του Ηρώδη, ο Ιωάννης αποκεφαλίζεται.

Περίπου 29-30 μ.Χ.
Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, ένας Ιουδαίος από τη Γαλιλαία, εμφανίζεται ως ο απεσταλμένος που μεταφέρει το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού. Μαζί με ένα πλήθος πιστών μαθητών μεταβαίνει την άνοιξη του 30 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή του Πάσχα,[1] γεγονός που κινητοποιεί τις αρχές που φοβούνται ότι θα προκληθούν αναταραχές. Ο αρχιερέας Καϊάφας και ο Πόντιος Πιλάτος δικάζουν τον Ιησού. Ο Πιλάτος διατάζει τη σταύρωσή του «Βασιλιά των Ιουδαίων» με την κατηγορία της υποκίνησης εξέγερσης. Μια γενιά αργότερα αναπτύσσεται ο Χριστιανισμός.

37-41 μ.Χ.
Το 38 μ.Χ., μετά από τη διαταγή για τοποθέτηση αγαλμάτων του αυτοκράτορα Καλιγούλα στο Ναό και στη συναγωγή, εκδηλώνονται συγκρούσεις στην Ιερουσαλήμ και στην Αλεξάνδρεια. Με τη συγκατάθεση του ρωμαίου κυβερνήτη Φλάκκου, οι Εβραίοι αναγκάζονται να συγκεντρωθούν στο πρώτο γκέτο. Τρία χρόνια αργότερα ο Κλαύδιος παραχωρεί στους Εβραίους της Αλεξάνδρειας το δικαίωμα της τέλεσης των πατροπαράδοτων εθίμων τους.

66-70 μ.Χ.
Μετά από αναταραχές μεταξύ Εβραίων κι αλλόθρησκων στο λιμάνι της Καισάρειας, δημιουργείται ένα μεγάλο επαναστατικό κίνημα στην Ιουδαία, το οποίο καταλήγει σε πόλεμο ανάμεσα στις δυνάμεις κατοχής και στον εβραϊκό πληθυσμό.

70 μ.Χ.
Οι Ρωμαίοι κατακτούν την Ιερουσαλήμ. Ο Ναός του Ηρώδη πιάνει φωτιά και το μεγαλύτερο μέρος του καταστρέφεται. Προς τιμή του αρχιστράτηγου Τίτου οργανώνεται στη Ρώμη θριαμβευτική παρέλαση με Εβραίους αιχμαλώτους. Στο οχυρό της Μασάντα κρύβονται μέχρι και το 73 μ.Χ. Εβραίοι επαναστάτες. Μετά την κατάληψή του, μεγάλος αριθμός Εβραίων εγκαταλείπει τους Αγίους Τόπους, διώκεται από τους Ρωμαίους κι οδηγείται στην αιχμαλωσία. Οι Εβραίοι μετανάστες φτάνουν μέχρι την Ισπανία, τη Γαλλία και την κατοπινή Γερμανία. Η καταστροφή του Ναού σηματοδοτεί την απαρχή της Διασποράς.

Από το 70 μ.Χ.
Στη Γιάφα (νότια του σημερινού Τελ Αβίβ) ένας κύκλος λογίων συγκεντρώνεται γύρω από τον Γιοχανάν Μπεν Ζακάι. Από το 100 μ.Χ. αναλαμβάνουν πνευματικές και πολιτικές εξουσίες, θέτουν τις βάσεις της εβραϊκής προσευχής και εξασκούν δικαστικές λειτουργίες. Οι λόγιοι ονομάζονται ραβίνοι, δηλαδή δάσκαλοι.

132-135
Ο Εβραίος άρχοντας Σίμων μπαρ Κόχμπα υποκινεί εξέγερση κατά των Ρωμαίων, που καταστέλλεται με την κατάληψη του Μπετάρ στην Ιερουσαλήμ. Στην πόλη εγκαθίσταται ρωμαϊκή φρουρά που απαγορεύει την είσοδο στους Εβραίους. Στο εξής η ρωμαϊκή επαρχία ονομάζεται Συρία-Παλαιστίνη. Έκτοτε, ο όρος «Παλαιστίνη» χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τη χώρα ανάμεσα στη Μεσόγειο και τον Ιορδάνη. Ένα νέο μεταναστευτικό κύμα εκδηλώνεται μετά την εξέγερση. Ο αριθμός των Εβραίων σε όλο τον κόσμο ανέρχεται σε περίπου 1,5 εκατομμύριο. Στην Παλαιστίνη παραμένουν μόνο μερικές χιλιάδες. Αυτοί οι αριθμοί παραμένουν σταθεροί μέχρι και τη νεώτερη εποχή.

Περίπου 160-217
Ο θεσμός του ραβίνου αποκτά μεγάλη αίγλη από τον πατριάρχη Ιούδα, ανώτατο εκπρόσωπο των Εβραίων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Σ’ αυτόν αποδίδεται η Μισνά, οι σπουδαιότεροι θρησκευτικοί νόμοι. Οι παραδόσεις των ραβινικών σχολών στην Παλαιστίνη και στη Βαβυλώνα συνοψίζονται στο Ταλμούδ της Παλαιστίνης και της Βαβυλώνας.

380
Μετά από υποκίνηση του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Α' ο Χριστιανισμός καθιερώνεται ως επίσημη θρησκεία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Στο εξής, εχθρικές προς τους Εβραίους αντιλήψεις διαμορφώνουν όλο και εντονότερα την πολιτική.

589
Στην Ισπανία η Γ' Σύνοδος του Τολέδο απαγορεύει στους Εβραίους να παντρεύονται Χριστιανές, να έχουν σχέσεις με παλλακίδες ή σκλάβους στις υπηρεσίες τους. Από τις αρχές του 8ου αιώνα οι Εβραίοι που ζούσαν υπό μουσουλμανική κυριαρχία στην Ιβηρική χερσόνησο ήταν συγκριτικά σε καλύτερη θέση. Τους επόμενους αιώνες αναπτύσσεται εκεί η ιδιαίτερη πολιτισμική παράδοση των Σεφαραδιτών.

849
Στη Σαμάρα (σημερινό Ιράκ), ο χαλίφης Αλ Μουταβικίλ (847-861) διατάσσει τους Εβραίους κι όσους δεν είναι Μουσουλμάνοι να φέρουν στα ρούχα τους ένα διακριτικό σημάδι. Είναι η πρώτη φορά που οι Εβραίοι πρέπει να φέρουν στα ρούχα τους ένα ειδικό χαρακτηριστικό.

9ος-10ος αιώνας
Στη λίμνη Γεννησαρέτ της Τιβεριάδας μια ομάδα εβραϊκών οικογενειών λογίων επιχειρεί να ενοποιήσει τις διαφορετικές εκδοχές του εβραϊκού κειμένου της Βίβλου. Η ερμηνεία τους ισχύει μέχρι και σήμερα.

936-1024
Οι πόλεις και το μακρινό εμπόριο στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Παράλληλα με σημαντικές εβραϊκές αποικίες στη Ρηνανία δημιουργούνται εμπορικά καταστήματα κατά μήκος των ευρωπαϊκών εμπορικών και συγκοινωνιακών οδών.

1028
Πεθαίνει ο Γιεσούα Μπεν Γιεχούντα (γεννήθηκε περίπου το 960). Ο ραβίνος, γνωστός κι ως «φάρος της εξορίας», αναδείχθηκε στον πιο σημαντικό λόγιο του Ταλμούδ στη Δύση. Η εντολή του περί μονογαμίας αποκτά καθολική ισχύ σε ολόκληρη την ομάδα των Ασκεναζίμ.

1090
Μετά από συμφωνία με τον επίσκοπο, ο αυτοκράτορας Ερρίκος Δ', προσφέρει προστασία στους Εβραίους στο Σπέγιερ. Εκτός των άλλων, αυτό το προνόμιο τούς παρέχει τη δυνατότητα διεξαγωγής αφορολόγητου εμπορίου στο εσωτερικό της αυτόκρατορίας, εξασφαλίζει το απαραβίαστο των οίκων τους, απαλλαγή από συγκεκριμένες εργασίες και προστασία από τις υποχρεωτικές βαπτίσεις. Ειδικά προνόμια, όπως αυτά, παραχωρούνται συνεχώς σε Εβραίους από ηγεμόνες του Μεσαίωνα. Η παραχώρηση δεν ήταν ανιδιοτελής, καθώς οι Ευρωπαίοι επιθυμούσαν να επωφεληθούν από την οικονομική ισχύ των Εβραίων. Προσέβλεπαν, π.χ., στην αύξηση των εσόδων από τη φορολογία.

1096
1η Σταυροφορία: Οδεύοντας προς τους Αγίους Τόπους οι σταυροφόροι επιτίθενται σε εβραϊκές κοινότητες κυρίως στο Ρήνο και την Ουγγαρία. Εβραίοι δολοφονούνται, βαπτίζονται παρά τη θέλησή τους ή οδηγούνται στην αυτοκτονία.

1105
Πεθαίνει ο λόγιος Σάλομο Μπεν Ισαάκ (Ράσι) στην πόλη Τρουά. Τα σχόλια του για τη Βίβλο και το Ταλμούδ, όπου αποτυπώνονται συνοπτικά οι ερμηνευτικές παραδόσεις μέχρι και την 1η σταυροφορία, συμπεριλαμβάνονται μέχρι και σήμερα στις εκδόσεις της Βίβλου και του Ταλμούδ.

1158
Με καταγωγή από την Κόρδοβα, ο γιατρός, νομομαθής και θρησκευτικός φιλόσοφος Μόζες Μπεν Μαϊμόν (1135-12-4), γνωστός και ως Μαϊμονίδης, μεταβαίνει στο Κάϊρο όπου γράφει σημαντικά φιλοσοφικά έργα.

1180
Στη Ν. Γαλλία κυκλοφορεί το βιβλίο «Μπαχίρ» («Φωτεινή λάμψη»). Ο συγγραφέας ωστόσο παραμένει άγνωστος. Είναι το παλαιότερο έργο της Καμπάλα[2] που σώζεται μέχρι σήμερα. Κατά τους επόμενους αιώνες καμπαλιστικά στοιχεία, όπως η μυθική ερμηνεία των βιβλικών κειμένων, ασκούν μεγάλη επίδραση στον Ιουδαϊσμό.

1215
Η Δ' Λατερανή Σύνοδος υπό τον Πάπα Ονώριο Γ' αποφασίζει, εκτός των άλλων, την απαγόρευση της ανάθεσης δημόσιων αξιωμάτων σε Εβραίους. Επίσης ορίζει ότι Εβραίοι και Μουσουλμάνοι πρέπει να φέρουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στα ρούχα.

1290
Ο βασιλιάς Εδουάρδος Α' (1272-1297) διώχνει όλους τους Εβραίους από την Αγγλία. Οι περισσότεροι Εβραίοι άποικοι έφτασαν στο νησί μετά τη νορμανδική κατάκτηση του 1066. Εξαιτίας της εμπορικής τους δραστηριότητας ήταν μισητοί από το χριστιανικό πληθυσμό. Επιπλέον ενοχοποιήθηκαν για τελετουργικές δολοφονίες με αποτέλεσμα το 13ο αιώνα να γίνουν εκ νέου θύματα διωγμού.

1348-1351
Με αφετηρία την Ισπανία, μια επιδημία χολέρας στην Ευρώπη προκαλεί νέο κύμα διωγμών των Εβραίων, με ιδιαίτερη ένταση στη Τουλόν, στη Ζυρίχη και στο Φράιμπουργκ. Οι Εβραίοι κατηγορούνται ότι δηλητηρίασαν τα πηγάδια.

1356
Σύμφωνα με τις νέες νομοθετικές διατάξεις της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η υποχρέωση προστασίας των Εβραίων έναντι χρηματικού ποσού περνά από τον Αυτοκράτορα στους εκλέκτορες. Με αυτή τη διάταξη, οι Εβραίοι βρίσκονται στο έλεος του εκάστοτε τοπικού άρχοντα.

1478
Ο πάπας Σίξτος Δ' (1471-1484) εγκρίνει τη λειτουργία της Ιεράς Εξέτασης στην Ισπανία. Από το 1480 και μετά, οι ιεροεξεταστές καταδιώκουν συστηματικά ακόμα και τους βαπτισμένους Εβραίους (κονβέρσος), που είχαν αναγκαστεί να αλλαξοπιστήσουν με τη βία. Τώρα βρίζονται και κατηγορούνται ως «κρυφοεβραίοι» (μαράνοι). Μέχρι το 1834, περίπου 30.000 από τα θύματα της Ιεράς Εξέτασης είναι πρώην Εβραίοι.

1492
Οι Εβραίοι διώχνονται από την Ισπανία μετά τη Ρεκονκίστα, τη χριστιανική επανακατάληψη της Ισπανίας από τους Μουσουλμάνους. Κυρίως κατευθύνονται προς τη Β. Αφρική και την Πορτογαλία, απ’ όπου διώκονται επίσης το 1497.

1516
Στη Δημοκρατία της Βενετίας η κυβέρνηση διαμορφώνει ένα γκέτο, που θα αποτελέσει πρότυπο για τις εβραϊκές συνοικίες, που θα δημιουργηθούν μελλοντικά σε πολυάριθμες πόλεις. Η λέξη «γκέτο» προέρχεται πιθανόν από τον όρο «γκετ» (στα εβραϊκά σημαίνει «απομόνωση»).

1597
Φυγάδες σεφαρδίτες Εβραίοι εγκαθίστανται στην Ολλανδία. Εννιά χρόνια αργότερα ιδρύουν τη σεφαραδική κοινότητα του Άμστερνταμ. Κατά τους επόμενους αιώνες στους κόλπους της εντάσσονται Εβραίοι, που είχαν αλλαξοπιστήσει με τη βία. Οι σεφαραδίτες έμποροι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην άνοδο του ολλανδικού εμπορίου.

1609
Στην Πράγα πεθαίνει ο καμπαλιστής θεολόγος και ραβίνος Γιεχούντα Μπεν Μπετζάλελ, που είχε γεννηθεί το 1525. Ο ραβίνος Λεβ, όπως τον αποκαλούσαν, γίνεται θρύλος, ενώ αφήνει πίσω του δεκάδες νομικά, θεολογικά και ερμηνευτικά κείμενα.

1654
Σεφαραδίτες Εβραίοι από τη Βραζιλία εγκαθίστανται στο Νέο Άμστερνταμ, στην κατοπινή Νέα Υόρκη. Είναι η πρώτη εβραϊκή αποικιακή ομάδα στη Β. Αμερική.

1656
Ο λόρδος Όλιβερ Κρόμγουελ, ελπίζοντας σε οικονομικά οφέλη, επιτρέπει στους Εβραίους να εγκατασταθούν ξανά στην Αγγλία. Στο Λονδίνο γεννιέται μια μεγάλη σεφαραδική κοινότητα, που τα μέλη της ασχολούνται κυρίως με το διαμετακομιστικό εμπόριο μέσω θαλάσσης.

1665
Στη Σμύρνη ο Σαββατάχ Ζώι, πρώην μαθητευόμενος στο Ταλμούδ, ισχυρίζεται ότι είναι ο Μεσσίας και προσελκύει πολλούς οπαδούς. Οι οθωμανικές αρχές τον συλλαμβάνουν για υποκίνηση εξέγερσης. Στο δίλημμα να αλλαξοπιστήσει ή να τιμωρηθεί με θάνατο, επιλέγει να ασπαστεί το Ισλάμ.

1671
Η πρώτη εβραϊκή κοινότητα του Βερολίνου ιδρύεται με διάταγμα του τοπικού άρχοντα Φρίντριχ Βίλχελμ Α', που επιτρέπει σε 50 εβραϊκές οικογένειες, που είχαν εκδιώχθηκαν από τη Βιέννη, να εγκατασταθούν στο Βραδεμβούργο.

1737
Μετά το θάνατο του δούκα Κάρολου Αλέξανδρου της Βυρτεμβέργης, ο Ιωσήφ Οπενχάιμερ, αρμόδιος για οικονομικά θέματα, βαρύνεται με ανυπόστατες κατηγορίες και εκτελείται στις 4 Φεβρουαρίου 1738.

1754
Ο Μόζες Μπεν Μεναχέμ Μέντελσον (1729-1786), γεννημένος στο Ντεσάου, συνδέεται με δεσμούς φιλίας με τον Γκότχολντ Εφραΐμ Λέσινγκ, το σπουδαιότερο ποιητή του γερμανικού διαφωτισμού. Ο Μέντελσον προπαγανδίζει υπέρ της διατήρησης του παραδοσιακού εβραϊκού τρόπου ζωής, αλλά κι υπέρ της προσαρμογής του στις αντιλήψεις της νέας ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Σύντομα, καταλήγει να θεωρείται ο σημαντικότερος γερμανός εκπρόσωπος της Χασκαλά, του εβραϊκού διαφωτισμού.

1760
Στο Μετσιμπός της Γαλικίας (τη σημερινή Ουκρανία), πεθαίνει ο 60χρονος Ισραήλ Μπεν Ελιέζερ (γνωστός και ως Μπάαλ Σεμ Τομπ), ο χαρισματικός ιδρυτής του ανατολικοευρωπαϊκού Χασιδισμού.

1791
Μετά τη Γαλλική Επανάσταση οι Εβραίοι στη Γαλλία θεωρούνται ίσοι με όλους τους υπόλοιπους πολίτες.

1807
Στο βασίλειο της Βεστφαλίας, που δημιουργήθηκε από το Ναπολέοντα Α', οι Εβραίοι αποκτούν για πρώτη φορά στη Γερμανία ίσα δικαιώματα με τους Χριστιανούς.

1812
Το «Διάταγμα για την αστική υπόσταση των Εβραίων στο κράτος της Πρωσίας», που εκδόθηκε από το βασιλιά Φρίντριχ Βίλχελμ Γ', παραχωρεί στους Εβραίους που ζουν στην Πρωσία πλήρη αστικά δικαιώματα και ελευθερίες.

1817/19
Στο Αμβούργο οι Εβραίοι που ζητούν μεταρρυθμίσεις, ιδρύουν το «Ναό», την πρώτη γερμανική μεταρρυθμιστική συναγωγή. Ακριβώς όπως και στις χριστιανικές εκκλησίες, η Θεία Λειτουργία συνοδεύεται από εκκλησιαστικό όργανο και περιλαμβάνει καινοτομίες, που γίνονται αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων από τους ορθόδοξους Εβραίους.

1819
Ως αντίδραση στα δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί στους Εβραίους υπό τη ναπολεόντεια κυριαρχία, το καλοκαίρι ξεσπούν σε πολλές περιοχές της Γερμανίας αναταραχές κατά των Εβραίων. Σε μερικά γερμανικά κρατίδια, οι συνέπειες είναι σοβαρές: φτάνουν ακόμα και στην αφαίρεση δικαιωμάτων που είχαν παραχωρηθεί.

1820
Παγκοσμίως ο συνολικός πληθυσμός των Εβραίων ανέρχεται σε περίπου 3,75 εκατομμύρια: 2,25 εκατομμύρια ζουν στην ανατολική Ευρώπη και 8.000 στις ΗΠΑ.

1840
Η υπόθεση της Δαμασκού: μετά την εξαφάνιση ενός καπουτσίνου μοναχού στην οθωμανική Δαμασκό, οι Εβραίοι κατηγορούνται για το θάνατό του. Οι ύποπτοι αφήνονται ελεύθεροι μόνο μετά από επέμβαση της Αγγλίας και της Αυστρίας. Τα γεγονότα γίνονται αφορμή για να αναπτυχθεί η αλληλεγγύη μεταξύ των Ιουδαίων της Διασποράς.

1843
Στη Νέα Υόρκη 12 Εβραίοι πολίτες ιδρύουν την οργάνωση «Μπ’νέι Μπριτ» («Γιοι της διαθήκης»). Στόχος τους είναι η διατήρηση του εβραϊκού πολιτισμού κι η καταπολέμηση του αντισημιτισμού. Η ένωση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη επιρροή, ενώ από το 1882 εκπροσωπείται στην Ευρώπη, από το 1888 στην Παλαιστίνη και αργότερα σε ολόκληρη τη Διασπορά.

1858
Ο βαρόνος Λάιονελ ντε Ρότσιλντ, μέλος της πασίγνωστης οικογένειας τραπεζιτών που δραστηριοποιείται σε όλη την Ευρώπη, γίνεται ο πρώτος Εβραίος βουλευτής στη βρετανική βουλή.

1862
Ο Γερμανός σοσιαλιστής Μόζες Χες (1812-1875) εκδίδει το «Ρώμη και Ιερουσαλήμ: το τελευταίο ζήτημα εθνικοτήτων». Ήταν ένας από τους πρώτους που απαίτησε εθνική κρατική λύση του εβραϊκού ζητήματος.

1867
Στους κόλπους της αυστροουγγρικής μοναρχίας οι Εβραίοι απολάμβαναν ίσα δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες.

1871
Το σύνταγμα της νεοϊδρυθείσας γερμανικής αυτοκρατορίας προβλέπει την ισότητα των Εβραίων έναντι του νόμου με ισχύ σ’ ολόκληρη την επικράτεια. Μέχρι το 1871 ολοκληρώνεται η χειραφέτηση των Εβραίων σχεδόν σε όλα τα κράτη του δυτικού κόσμου. Εντούτοις πολύ συχνά παρατηρείται το φαινόμενο της περιθωριοποίησης. Επιπλέον ιδρύονται οργανώσεις και πολιτικά κόμματα με εχθρικά και ενίοτε ρατσιστικά προγράμματα εναντίον των Εβραίων. Στη Γερμανία οι Εβραίοι εξακολουθούν να είναι αποκλεισμένοι από ανώτερα αξιώματα στο στρατό και στη διοίκηση.

1879
Ο ρατσιστής ιδεολόγος Βίλχελμ Μαρ από το Αμβούργο προωθεί τον όρο «αντισημιτισμός», που θα αποτελέσει το επιστημονικό άλλοθι για την εχθρότητα κατά των Εβραίων. Οι αντισημίτες δεν αντιμετωπίζουν τους Εβραίους ως οπαδούς μιας θρησκείας, αλλά ως μια ξεχωριστή, κατώτερη φυλή.

1881/82
Στη Ρωσία, η εχθρική διάθεση απέναντι στους Εβραίους, την εποχή του τσάρου Αλέξανδρου Γ' και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια του πληθυσμού για τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, έχουν ως αποτέλεσμα μια σειρά από πογκρόμ κατά των Εβραίων. Πολλοί δραπετεύουν προς τη Δύση, κυρίως προς τις ΗΠΑ. Μέχρι το 1903 περίπου 30.000 μετανάστες καταφθάνουν στην Παλαιστίνη. Αυτό το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα προς τους Αγίους Τόπους ακολουθείται από άλλα τέσσερα μέχρι το 1941.

1884
Τα μέλη του νεοϊδρυθέντος κινήματος των «Φίλων της Σιών» και της «Αγάπης της Σιών» είναι οι πρώτοι σιωνιστές έποικοι στην Παλαιστίνη. Επιθυμία τους είναι να δημιουργήσουν αγροτικές αποικίες. Αρχικά αποτυγχάνουν λόγω έλλειψης γεωργικών γνώσεων.

1890
Ο Νάθαν Μπίρνμπαουμ (1864-1937), εκδότης του περιοδικού «Αυτοχειραφέτηση» στη Βιέννη, χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τον όρο σιωνισμός.

1893
Εβραίοι πολίτες ιδρύουν τον «Κεντρικό Σύλλογο Γερμανών Πολιτών Εβραϊκής Πίστης», με στόχο την προάσπιση των εβραϊκών συμφερόντων και την αντιμετώπιση του αυξανόμενου αντισημιτισμού.

1894-96
Ο Εβραίος αξιωματικός Άλφρεντ Ντρέιφους (1856-1935) κατηγορείται άδικα στο Παρίσι για κατασκοπεία και το 1895 καταδικάζεται σε μια δίκη πολιτικής σκοπιμότητας. Ο βιεννέζος δημοσιογράφος Τέοντορ Χερτσλ (1860-1904) παρακολουθεί τη δίκη και αμέσως μετά δημοσιεύει το προγραμματικό κείμενο «Το εβραϊκό κράτος», το σημαντικότερο κείμενο του σύγχρονου Σιωνισμού.

1897
Με παρότρυνση του Τέοντορ Χέρτσλ και άλλων σιωνιστών πραγματοποιείται στη Βασιλεία το 1ο Παγκόσμιο Σιωνιστικό Συνέδριο. Οι εργασίες του κατέληξαν στην ίδρυση του Παγκόσμιου Σιωνιστικού Κινήματος. Η οργάνωση επιδιώκει τη δημιουργία ενός μοντέρνου εθνικού κράτους, καταφύγιο για τον εβραϊκό λαό. Τα επόμενα χρόνια μια σειρά από παγκόσμια συνέδρια οροθετούν τους σιωνιστικούς στόχους. Το 1905 η Παλαιστίνη επιλέγεται ως επιθυμητός τόπος του μελλοντικού κράτους. Σχηματίζεται μια δημοκρατική ομάδα υπό την ηγεσία του Χάιμ Βάισμαν και ιδρύεται η παράταξη του Πρωτοπόρου Σιωνισμού υπό τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν.

1900
Παγκοσμίως ο συνολικός αριθμός των Εβραίων ανέρχεται περίπου σε 10,5 εκατομμύρια. Σύμφωνα με υπολογισμούς 7,5 εκατομμύρια ζουν στην ανατολική Ευρώπη, 1 στις ΗΠΑ, περισσότεροι από 500.000 στη Γερμανία, 300.000 στη Β. Αφρική, 150.000 στη Γαλλία, 104.000 στην Ολλανδία και 40.000 στην Παλαιστίνη.

1910
Νότια της λίμνης Γεννησαρέτ, Εβραίοι από τη Ρουμανία ιδρύουν την πρώτη σιωνιστική κοινότητα, το κιμπούτς Ντεγκάνια.

1914
Κατόπιν πρωτοβουλιών του μετέπειτα υπουργού οικονομικών των ΗΠΑ Χένρι Μοργκεντάου ιδρύεται η «American Jewish Joint Distribution Committee» (εν συντομία «Joint»), που αναδεικνύεται σε μια από τις πιο σημαντικές εβραϊκές οργανώσεις αρωγής.

1915
Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο βρετανικός στρατός αρνείται να παραχωρήσει σε Εβραίους εθελοντές άδεια προκειμένου να πολεμήσουν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι περίπου 650 εβραίοι στρατιώτες λειτουργούν ως μεταφορικό σώμα και στέλνονται στα Δαρδανέλια.

1917
«Διακήρυξη Μπάλφουρ»: στις 2 Νοεμβρίου, στο Λονδίνο, ο σιωνιστής πολιτικός Χάιμ Βάισμαν καταφέρνει να αποσπάσει τη συγκατάθεση του βρετανού υπουργού εξωτερικών λόρδου Τζ. Μπάλφουρ με τη μορφή ημιεπίσημης επιστολής, όπου αναφέρεται ότι οι Βρετανοί θα υποστηρίξουν τη δημιουργία ενός «Εθνικού κράτους - πατρίδας των Εβραίων στην Παλαιστίνη». Η υπόσχεση διατυπώνεται με την επιφύλαξη και υπό την προϋπόθεση ότι δε θα καταπατηθούν τα δικαιώματα των υπολοίπων. Το Δεκέμβριο, βρετανικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του στρατηγού Έντμουντ Άλενμπι καταλαμβάνουν την Ιερουσαλήμ.

1918
Η βρετανική κυβέρνηση συγκροτεί μια σιωνιστική επιτροπή υπό τον Χάιμ Βάισμαν για να ανοίξει το δρόμο προς την πραγματοποίηση της Διακήρυξης Μπάλφουρ.

1922
Στις 24 Ιουλίου η Κοινωνία των Εθνών αναγνωρίζει την Παλαιστίνη ως κατεχόμενη περιοχή υπό βρετανική διοίκηση. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζεται επίσημα η αυτοδιοίκηση του εβραϊκού πληθυσμού.

1933
Όταν στις 30 Ιανουαρίου ο Αδόλφος Χίτλερ γίνεται καγκελάριος, οι αντισημίτες εθνικοσοσιαλιστές αναλαμβάνουν την εξουσία στη Γερμανία. Σε μικρό χρονικό διάστημα σημειώνονται οι πρώτες εχθρικές ενέργειες κατά των Εβραίων. Τον Απρίλιο τα εβραϊκά καταστήματα μποϋκοτάρονται σε όλη τη χώρα. Από το Σεπτέμβριο, το υπουργείο πολιτισμού προβαίνει στον αποκλεισμό των Εβραίων από τη πολιτιστική ζωή. Ως αντίδραση οι γερμανοί Εβραίοι ιδρύουν μια παγγερμανική αντιπροσωπεία των Γερμανών Εβραίων. Σύντομα η εβραϊκή οργάνωση γίνεται στόχος των εθνικοσοσιαλιστών, στο πλαίσιο της πολιτικής που εφαρμόζουν κατά των Εβραίων.

1933-1941
Ένα νέο μεταναστευτικό κύμα, το 5ο στην ιστορία των Εβραίων, οδηγεί στην Παλαιστίνη περισσότερους από 200.000 μετανάστες, στην πλειοψηφία τους πρόσφυγες από τη Γερμανία και τις κατεχόμενες από τη Γερμανία περιοχές. Η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού ανησυχεί τους αραβο-παλαιστινιακούς κύκλους. Προς απογοήτευση των σιωνιστών, η εντεταλμένη βρετανική διοίκηση ακολουθεί περιοριστική μεταναστευτική πολιτική, επειδή φοβάται όξυνση της σύγκρουσης ανάμεσα σε Εβραίους και Παλαιστίνιους.

1935
Οι περίφημοι «Νόμοι της Νυρεμβέργης», που διαπνέονταν από ρατσιστικό μένος, αφαιρούν από τους Εβραίους όλα τα δικαιώματά τους. Οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και αλλόθρησκων στιγματίζονται με τον χαρακτηρισμό «ρατσιστική ντροπή».

1936
Το Παγκόσμιο Εβραϊκό Συμβούλιο (World Jewish Congress, WJC), που ιδρύθηκε στη Γενεύη, έχει ως στόχο την προάσπιση και τη διπλωματική εκπροσώπηση των εβραϊκών συμφερόντων σε ολόκληρο τον κόσμο.

1938
Από τον Οκτώβριο, το γράμμα «J» προστίθεται στο γερμανικό διαβατήριο των Εβραίων. Στις 9 και 10 Νοεμβρίου οι εθνικοσοσιαλιστές με αφορμή τη δολοφονική απόπειρα του 17χρονου Χέρσελ Γκρίνσπαν κατά του Ερνστ φομ Ρατ, γραμματέα της γερμανικής πρεσβείας στο Παρίσι, προβαίνουν σε αντίποινα κατά των Εβραίων σε όλο το Ράιχ. Η επιχείρηση περνά στην ιστορία ως η «Νύχτα των Κρυστάλλων». Χιλιάδες Εβραίοι πέφτουν θύματα κακομεταχείρισης, περισσότεροι από 100 θανατώνονται, ενώ 267 συναγωγές καταστρέφονται. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο γενικός στρατιωτικός διοικητής Χέρμαν Γκέρινγκ διατάσσει την απαλλοτρίωση των περιουσιών των Εβραίων. Μέχρι το τέλος του 1939, σχεδόν το σύνολο των εβραϊκών ιδιοκτησιών έχει περιέλθει στα χέρια των Γερμανών πολιτών. Το Νοέμβριο του 1938, με διάταγμα του Γιόσεφ Γκέμπελς, επικεφαλής του υπουργείου Πολιτισμού του Ράιχ, τα Εβραιόπουλα αποκλείονται από τα δημόσια σχολεία.

1939
Στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το Σεπτέμβριο και λίγο μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στη Πολωνία, οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές αρχίζουν να συγκεντρώνουν τους Εβραίους σε γκέτο. Με γερμανικό διάταγμα από το Νοέμβριο, οι Εβραίοι της Πολωνίας είναι υποχρεωμένοι να φορούν το κίτρινο «εβραϊκό αστέρι». Στη Γερμανία, οι Εβραίοι αναγκάζονται να φέρουν το ίδιο διακριτικό σημάδι από το Σεπτέμβριο του 1941.

1941
Στις 31 Ιουλίου και κατόπιν οδηγιών του Χέρμαν Γκέρινγκ, ο Ράινχαρντ Χάιντριχ, ανώτατος διοικητής των Ες-Ες, ξεκινά τις προετοιμασίες για την οριστική λύση του εβραϊκού ζητήματος, δηλαδή τη συστηματική δολοφονία όλων των Εβραίων που ζουν στη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη. Στη Διάσκεψη της Βάνζε στις 20 Ιανουαρίου 1942 καθορίζονται οι βασικές γραμμές αυτής της δολοφονικής δραστηριότητας.

1942
Οι Εβραίοι εκτοπίζονται από το Βέλγιο και την Ολλανδία. Μέχρι το 1944, χιλιάδες Εβραίοι, από τις γερμανοκρατούμενες περιοχές, μεταφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και βασανιστηρίων, για παράδειγμα στην Τρεμπλίνκα. Ο εκπρόσωπος του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συμβουλίου στην Ελβετία ενημερώνεται γι’ αυτήν την απόπειρα πολιτικής εξολόθρευσης, αλλά αρχικά δεν δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις πληροφορίες.

1943
Στις 19 Απριλίου, μετά από εξέγερση στο γκέτο της Βαρσοβίας, οι μονάδες των Ες-Ες ερημώνουν μέχρι και τις 16 Μαΐου ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο. Από τους 56,065 κρατούμενους περίπου 7.000 εκτελέστηκαν επί τόπου, ενώ οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στην Τρεμπλίνκα. Ελάχιστοι κατάφεραν να διαφύγουν.

1944
Περίπου 5.000 Εβραίοι εθελοντές από τη Παλαιστίνη σχηματίζουν την Εβραϊκή Ταξιαρχία στις τάξεις του βρετανικού στρατού. Το σώμα μάχεται κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της στη Β. Αφρική και την Ιταλία. Στο το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο συνολικά 20.000 Εβραίοι στρατιώτες πολεμούν στις τάξεις των Συμμάχων.

1945
Κατά τη γερμανική οπισθοχώρηση οι μονάδες των Ες-Ες εκκενώνουν μέχρι τις 17 Ιανουαρίου τις εγκαταστάσεις του στρατοπέδου Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Γύρω στους 61.000 κρατούμενοι προωθούνται στα δυτικά, κυριολεκτικά προχωρώντας προς το θάνατο. Στις 27 Ιανουαρίου, ο Κόκκινος Στρατός, που προελαύνει, ελευθερώνει 5.000 αιχμαλώτους που αδυνατούν να περπατήσουν. Από το 1940 στο μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης και βασανιστηρίων των εθνικοσοσιαλιστών, δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 1 εκατομμύριο άνθρωποι. Συνολικά οι μαζικές δολοφονίες Εβραίων από Γερμανούς είχαν τουλάχιστον 5,6 εκατομμύρια θύματα. Το Νοέμβριο και Δεκέμβριο πραγματοποιείται η Διάσκεψη του Παρισιού, όπου οι Σύμμαχοι εξέτασαν το θέμα των αποζημιώσεων προς τη Γερμανία.

1947
Οι βρετανικές αρχές εξακολουθούν να περιορίζουν τη μετανάστευση των Εβραίων προς την Παλαιστίνη, ακόμα και μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στην Παλαιστίνη σημειώνονται τρομοκρατικές ενέργειες εβραϊκών παράνομων οργανώσεων που στρέφονται κατά της βρετανικής πολιτικής. Στις 29 Νοεμβρίου η ολομέλεια του ΟΗΕ εκπονεί ένα σχέδιο διαίρεσης που προβλέπει τη δημιουργία εβραϊκού και παλαιστινιακού κράτους στην Παλαιστίνη. Οι Βρετανοί ανακοινώνουν ότι πρόκειται να αποχωρήσουν στις 15 Μαΐου 1948. Ως αντίδραση στην επερχόμενη διαίρεση σημειώνονται μάχες για την επιρροή στους Αγίους Τόπους κι έντονες αναταραχές ανάμεσα σε Άραβες και Εβραίους. Η βία και τα αντίποινα κοστίζουν και στις δυο πλευρές εκατοντάδες ζωές.

1948
Έτος 5708, σύμφωνα με το εβραϊκό ημερολόγιο: ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Στις 14 Μαΐου η Μ. Βρετανία αποσύρεται οριστικά από την Παλαιστίνη. Στην περιοχή ζουν περίπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι, από τα οποία 1,3 εκατομμύρια δεν είναι Εβραίοι. Την ίδια μέρα ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, Πρόεδρος της Εβραϊκής Αυτοδιοίκησης στην Παλαιστίνη, ανακηρύσσει στο Τελ Αβίβ την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ με πρωθυπουργό τον ίδιο. Την ίδια νύχτα, ξημερώματα 15ης Μαΐου, τα αραβικά κράτη της Αιγύπτου, της Υπεριορδανίας, του Λιβάνου και της Συρίας εξαπολύουν επίθεση εναντίον του νεοσύστατου κράτους προκειμένου να αποτρέψουν την ίδρυσή του. Το Ισραήλ βγαίνει νικητής από τον πόλεμο, μόλις τον Ιανουάριο του 1949. Οι συγκρούσεις είχαν ως αποτέλεσμα την παγίωση της κατάστασης. Τελικά ορίζεται ως εβραϊκό κράτος, που αναφέρεται σαν δημοκρατία, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα.

[1] Εβραϊκά «πεσάχ», δηλαδή «πέρασμα, μετάβαση». Γιορτή σε ανάμνηση της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο και της απελευθέρωσής τους απ’ το ζυγό του Φαραώ.
[2] Εβραϊκά: «παράδοση». Ρεύμα εσωτερισμού που γεννήθηκε το 13ο αιώνα στην Προβηγκία. Μέσω αγαθών πράξεων, οι οπαδοί της επιδιώκουν να επηρεάσουν τις αόρατες πνευματικές δυνάμεις της λατρευτικής πίστης.

7 Απρ 2009

Διάσημοι Λευκαδίτες

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)
Ήταν επικός ποιητής του αρματολισμού και ένας από τους πιο διακεκριμένους Επτανήσιους ποιητές του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824, γιος του επιχειρηματία και γερουσιαστή Ιωάννη Βαλαωρίτη, ηπειρωτικής καταγωγής και της Αναστασίας το γένος Τυπάλδου Φορέστη.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο Λύκειο της Λευκάδας (1830-1837), κατόπιν φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία στην Κέρκυρα (1838-1841) και ταξίδεψε στην Ιταλία και την ελεύθερη Ελλάδα (1841-1842). Ακολούθησαν σπουδές στη Γενεύη (όπου πήρε πτυχίο προλήτη Φραμμάτων και Επιστημών από το εκεί Κολλέγιο), στο Παρίσι (νομικά) και τέλος στην Πίζα της Ιταλίας, όπου ανακηρύχθηκε διδάκτωρ νομικής στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Το επάγγελμα του δικηγόρου δεν το εξάσκησε ποτέ. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση.
Το 1846 προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό κι επέστρεψε στη Λευκάδα. Αργότερα ταξίδεψε στην Ιταλία και την Αυστρία, όπου με κίνδυνο της ζωής του πήρε μέρος σε ενέργειες υπέρ της ελληνικής απελευθέρωσης. Παράλληλα, μελέτησε γερμανική φιλολογία και το 1847 είχε ήδη τυπώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Στιχουργήματα στην Κέρκυρα». Ακολούθησε μια περίοδος περιπλάνησής του στην Ιταλία, κυρίως στη Βενετία.
Εκεί πήρε μέρος σε φοιτητικές κινητοποιήσεις και γνώρισε την κόρη του λογίου της Βενετίας Αιμιλίου Τυπάλδου, την Ελοΐζα. Το 1852, σε ηλικία 25 ετών, την παντρεύτηκε και την υπεραγαπούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Από το γάμο του απέκτησε τρεις κόρες (τη Μαρία, που πέθανε το 1855 σε βρεφική ηλικία, μια δεύτερη, επίσης Μαρία, που πέθανε το 1866 και τη Ναθαλία, που πέθανε το 1875 στη Βενετία) και δυο γιους, το Νάνο και τον Αιμίλιο.
Μετά το γάμο του ταξίδεψε στην Ευρώπη για ένα χρόνο και όταν επέστρεψε στη Λευκάδα ενίσχυσε το επαναστατικό κίνημα της Ηπείρου με άνδρες και χρήματα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του τότε Άγγλου αρμοστή και να αναγκαστεί να φύγει ξανά στην Ιταλία. Το 1856 πέθανε ο πατέρας τους και η μητέρα του. Το 1857 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Μνημόσυνα», που τιμήθηκε από τον Όθωνα με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Την ίδια χρονιά απέκτησε το δεύτερο γιο του, τον Αιμίλιο. Παράλληλα με την ποίση επιδόθηκε και στην πολιτική. Εξελέγη βουλευτής Λευκάδας στην Ιόνιο Βουλή, επτά ολόκληρα χρόνια (1857 έως το 1864) και αγωνίστηκε για τα δίκαια των επτά νησιών.
Το 1864 επισκέφθηκε την Αθήνα μαζί με τον πρόεδρο της Ιονίου Βουλής και άλλους επιφανείς πολιτικούς και συνέταξε το σχέδιο για το ψήφισμα της Ένωσης. Η εμφάνισή του στην Εθνοσυνέλευση στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία. Μετά την ένωση των Επτανήσων, έδρασε ως βουλευτής στην Αθήνα. Εκλέχθηκε δυο φορές βουλευτής στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου (1865 και 1868), αρνήθηκε όμως να αναλάβει υπουργικά καθήκοντα. Οι αγορεύσεις του είχαν ποιητικό χαρακτήρα και η ρητορική του δεινότητα έμεινε αλησμόνητη. Μετά τις εκλογές του 1868, απογοητευμένος από την πολιτική αποσύρθηκε και απομονώθηκε στη Μαδουρή, ένα μικρό γραφικό νησάκι κοντά στη Λευκάδα, για να δοθεί ολοκληρωτικά στην υπόθεση της απελευθέρωσης της Ηπείρου.
Εκεί συνέθεσε το ποίημα «Διάκος» και τον «Αστραπόγιαννο», έργα που τύπωσε μαζί το 1867. Μετά από πρόσκληση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1871 έγραψε και απήγγειλε με μεγάλη επιτυχία ένα ποίημα για τον Πατριάρχη στην αποκάλυψη του ανδριάντα του. Πέθανε στη Λευκάδα το 1879 από καρδιακή πάθηση. Λίγο πριν το θάνατό του έγραψε τα τρία πρώτα άσματα του «Φωτεινού», έργου που έμεινε ημιτελές, λόγω του θανάτου του. Ο «Φωτεινός» εντάχθηκε στο δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο των έργων του, που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, το 1891. Έγραψε επίσης λίγες μεταφράσεις («Η Λίμνη» του Λαμαρτίνου, το 33ο άσμα της «Κόλασης» του Δάντη κ.α.) και δημοσίευσε άρθρα πολιτικού και ιστορικού προβληματισμού.
Στο έργο του Βαλαωρίτη συναντιέται η γλωσσική τεχνοτροπία της Επτανησιακής Σχολής με εκείνη της Αθηναϊκής. Μελέτησε πολύ τη γνήσια γλώσσα του λαού και την έκανε όργανο, για να εκφράσει τις ιδέες του. Τα ποιητικά του έργα είναι γραμμένα σε απλή γλώσσα, ενώ τα πεζά του στην καθαρεύουσα. Χρησιμοποιώντας επικολυρικό στίχο, ο Βαλαωρίτης έγραψε για τους άθλους των αγωνιστών του '21. Τα ποιήματά του αγαπήθηκαν στην εποχή τους, αλλά εξακολουθούν να εκτιμώνται ακόμη και σήμερα. Ο επικός χαρακτήρας των έργων του, καθώς και οι αγώνες του για την πατρίδα, του χάρισαν τον τιμητικό τίτλο του εθνικού ποιητή, ενόσω ήταν ακόμα στη ζωή, ως ο πρώτος που έσκυψε «στις εγχώριες πηγές με την απόφαση να κάνει ελληνική ποίηση».
Η κριτική διχάστηκε στην περίπτωση του Βαλαωρίτη και ποικίλει από την πλήρη αποδοχή (Παλαμάς, Ριΐδης, Σικελιανός), έως την πλήρη άρνηση (Πολυλάς, Πανάς, Βερναρδάκης).
Έγραψε πολλά ποιήματα στα οποία διακρίνει κανείς μια πατριωτική ρωμαλεότητα, έναν ασυγκράτητο πατριωτισμό και μια αχαλίνωτη φαντασία.
Έργα:
Ποιήματα
Η Κυρά Φροσύνη (1859)
Αθανάσιος Διάκος (1867)
Θανάσης Βάγιας (1867)
Αστραπόγιαννος (1867)
Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε (1872)
Ο Φωτεινός (ημιτελές)

Συλλογές
Στιχουργήματα (1847)
Μνημόσυνα (1857)

Διάφορα
Ποιήματα (δίτομο) (1891)
Εργα (1893)
Βίος και έργα (τρίτομο) (1907)
Ποιήματα ανέκδοτα (1937)
Τα άπαντα (δίτομο) (1968)

Σπυρίδων Ζαμπέλιος (Λευκάδα 1815 – Ελβετία 1881)
Iστορικός και λογοτέχνης. Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1815, από εύπορη και αριστοκρατική οικογένεια, απώτερης ιταλικής καταγωγής. Ο πατέρας του, Ιωάννης, ήταν δικαστικός, λόγιος και δραματικός ποιητής. Ο Σπυρίδων παρακολούθησε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στη Λευκάδα και στη συνέχεια σπούδασε νομικά στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας (όπου γνωρίστηκε με το Σολωμό, πιθανόν και με τον Κάλβο). Όταν αποφοίτησε από την Ιόνιο Ακαδημία πήγε στην Ιταλία, όπου συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Πίζας (όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ του εκεί Πανεπιστημίου). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και στη Γερμανία, όπου φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και παρακολούθησε παραδόσεις του Hegel, από τον οποίο επηρεάστηκε.
Η γνωριμία του με το μεσαιωνολόγο Ανδρέα Μουστοξύδη τον ώθησε στη μελέτη μεσαιωνικών και γλωσσολογικών χειρογράφων στις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της Ευρώπης και της Τουρκίας. Αποτέλεσμα του ενδιαφέροντός του για την μεσαιωνική ιστορία ήταν και το μεγάλο έργο του «Βυζαντιναί Μελέται», που έγραψε αργότερα.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1845 και έμεινε στην Κέρκυρα, όπου δημοσίευσε ανώνυμα το ποίημα «Η ύστερη νυχτιά του καταδίκου» (1845).
Στη συνέχεια έφυγε ξανά για την Ευρώπη για νέες μελέτες και επέστρεψε το 1856, λόγω του θανάτου του πατέρα του. Τα χρόνια εκείνα άρχισε και το συγγραφικό του έργο που κάλυπτε κυρίως ιστορικά θέματα, με υλικό που είχε συγκεντρώσει από τα ταξίδια του στην Ευρώπη και στην Τουρκία. Το 1852 δημοσίευσε έκδοση ελληνικών δημοτικών τραγουδιών «Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος». Ως εκδότης όμως των δημοτικών τραγουδιών επικρίθηκε για τις αυθείρετες επεμβάσεις του στα κείμενα, ενώ κρίθηκε ως μέτρια και η επίδοσή του στη λογοτεχνία.
Το 1857 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τη σύζυγό του Λουκία και δημοσίευσε την ιστορική μελέτη «Αι βυζαντιναί μελέται» («Περί πηγών Νεοελληνικής Εθνότητος από Η΄ άχρι Ι΄ εκατονταετηρίδος μ.Χ.»), το κυριότερο ιστορικό-φιλολογικό του έργο. Στην εκτενή εισαγωγή διατύπωσε την άποψη για την ιστορική και γλωσσική ενότητα του ελληνικού έθνους από την εποχή του Ομήρου μέχρι τη σύγχρονη εποχή, με συνδετικό κρίκο το Βυζάντιο και εισηγήθηκε την τριμερή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας σε αρχαία, μεσαιωνική και νέα.
Το 1859 δημοσίευσε το φυλλάδιο «Καθίδρυσις Πατριαρχείου εν Ρωσία». Στην περίοδο 1859-1860 τοποθετείται και η σημαντική για την ιστορία της νεοελληνικής κριτικής διαμάχη Ζαμπελίου - Πολυλά. Ο Ζαμπέλιος ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία, σε επίπεδο κριτικής, και δημοσίευσε το φυλλάδιο «Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ;» και «Σκέψεις περί ελληνικής ποιήσεως», με αφορμή την έκδοση των «Ευρισκομένων» του Σολωμού από τον Πολυλά, υποστηρίζοντας τον ελεγειακό χαρακτήρα των έργων της ώριμης περιόδου του Σολωμού. Η άποψή του ανασκευάστηκε από τον Πολυλά στο φυλλάδιο «Πόθεν η μυστικοφοβία του κ. Σ. Ζαμπελίου» (Κέρκυρα 1860).
Με αφορμή τις ιστορικές περιπέτειες της Κρήτης έγραψε τα ιστορικά μυθιστορηματικά έργα «Ιστορικά σκηνογραφήματα» (1860) και «Οι Κρητικοί γάμοι» (1871), με υποθέσεις από την ιστορία της Ενετοκρατίας στο νησί. Το 1864 δημοσίευσε στην Αθήνα τη γλωσσολογική μελέτη «Ιταλοελληνικά». Δημοσίευσε επίσης το ιταλόφωνο μυθιστόρημα «Αναμνήσεις μοναχής». Προς το τέλος της ζωής του ξεκίνησε να γράφει ένα ετυμολογικό ελληνικό λεξικό, του οποίου το πρώτο μέρος εκδόθηκε στο Παρίσι το 1879 με τίτλο «Parlers grecs et romains». Εντάχθηκε στην πολιτική παράταξη των Μεταρρυθμιστών και στις εκλογές του 1850 υπέβαλε υποψηφιότητα και εκλέχτηκε βουλευτής Λευκάδας με το κόμμα των Μεταρρυθμιστών στη Θ΄ Βουλή των Επτανήσων. Υπήρξε συνεργάτης της κερκυραϊκής πολιτικής εφημερίδας «Πατρίς του Βραΐλα» και της εφημερίδας του Μουστοξύδη «Το μέλλον».
Αποσύρθηκε από την πολιτική, ταξίδεψε στην Αθήνα και προς το τέλος της ζωής του (1870) εγκαταστάθηκε σε μια επαρχιακή έπαυλη στο Λιβόρνο για δέκα χρόνια. Πέθανε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στο Zug της Ελβετίας το 1881.

Τα κυριότερα έργα του
. Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος [Εκδοθέντα μετά μελέτης ιστορικής περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού (1852)]
. Βυζαντιναί Μελέται [Περί πηγών Νεοελληνικής Εθνότητος από Η΄ άχρι Ι΄ εκατονταετηρίδος μ.Χ. (1857)]
. Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ; [Σκέψεις περί ελληνικής ποιήσεως (1859)]
. Ιστορικά Σκηνογραφήματα (1860)
. Ιταλλοελληνικά [κριτική πραγματεία περί των εν τοις αρχείοις Νεαπόλεως ανεκδότων ελλληνικών περγαμηνών (1864)]
. Οι Κρητικοί Γάμοι [Ανέκδοτον επεισόδιον της Κρητικής Ιστορίας επί Βενετών (1570) (1871)]
. Parlers Grecs et Romans, leur point de contact préhistorique (1880)
. Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου, Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης [συμπληρωθείσα υπό Ιωάννου Δ. Κονδυλάκη (1897]

Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)
Ο Άγγελος Σικελιανός είναι ένας από τους πιο σπουδαίους Έλληνες λυρικούς ποιητές του 20ου αιώνα. Στα ποιήματά του τονίζει την ελληνική ιστορία, το θρησκευτικό συμβολισμό και την παγκόσμια αρμονία. Το έργο του διακρίνεται από έναν έντονο λυρισμό και έναν ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.
«Άρχοντα της λαλιάς μας» τον αποκάλεσε ο νομπελίστας ποιητής μας Σεφέρης. Ο Δημαράς μιλά για «ρουμελιώτικη αίσθηση του γλωσσικού οργάνου, άνεση, ωριμότητα, δύναμη, αισθητική αφομοίωση της παράδοσης Σολωμού».
Βιογραφία
Στις 15 Μαρτίου του 1884, γεννιέται στη Λευκάδα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια, το έβδομο και τελευταίο παιδί της Χαρίκλειας και του Ιωάννη Σικελιανού, δασκάλου των Γαλλικών. Το όνομά του Άγγελος. Και του ταίριαξε. Θα μπορούσε να ονομαστεί και Απόλλωνας ή Ορφέας και αυτά τα ονόματα θα του πήγαιναν. Οι γονείς του, άνθρωποι καλλιεργημένοι και γλωσσομαθείς θα μεταδώσουν στα παιδιά τους αγάπη και σεβασμό για τους ήρωες της ελληνικής Επανάστασης. Πρόγονοι της οικογένειας δεν είχαν διστάσει να διαθέσουν την περιουσία τους στον Αγώνα και αυτοί θα γίνουν φωτεινό παράδειγμα για όλη τη ζωή του Αγγελου, που δεν θα πάψει ποτέ να τους μνημονεύει με θαυμασμό. Σημαντικό ρόλο στην ανατροφή του θα παίξει και η παραμάνα του, θεία Μαρία. Αυτή η απλοϊκή γυναίκα με τη θέρμη της αγάπης της και του λόγου της θα ποτίσει τον Αγγελο με γεύσεις, αρώματα και λέξεις, που ο ποιητής θα τα κρατήσει για πάντα φυλαγμένα μέσα του. Πολύ αργότερα, θα της αφιερώσει κάποιες σελίδες από το ημερολόγιό του, ενώ θα βρίσκεται στο Αγιο Ορος («Κόλλυβα για τη θεία Μαρία»). Αξέχαστοι και καθοριστικοί για την ανάπτυξη και τον μετέπειτα προσανατολισμό του ήταν και οι περίπατοι με τον πατέρα του στους λευκαδίτικους ελαιώνες. Εδώ ο πατέρας θα τον μυήσει στην αρχαία ελληνική μυθολογία, στην απόλυτη σχέση της με την ελληνική φύση και θα τον εισαγάγει με πολύ φυσικό τρόπο στην Ιστορία και τον πολιτισμό της αρχαιότητας.
Στη Λευκάδα διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο. Εκεί έγραψε σε ηλικία μόλις 13 ετών και τα πρώτα του ποιήματα. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο έρχεται στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική Σχολή, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις σπουδές του. Στρέφει το ενδιαφέρον του σε λογοτεχνικές αναζητήσεις, στην ποίηση, στο θέτρο και στα ταξίδια. Θα μείνει αυτοδίδακτος. Από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο, αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους λογοτέχνες, όπως Νίτσε και τον Ιταλό ποιητή Ντ' Αννούντσιο (στον οποίο θα αναγνωρίσει μια συγγένεια ύφους). Τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια και στράφηκε στην ποίηση και το θέατρο. Ήταν γεννημένος να γίνει ποιητής και άρχισε να δημοσιεύει από καιρό σε καιρό ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Νουμάς και Παναθήναια). Η γνωριμία του με τον πρωτοπόρο ανανεωτή του νεοελληνικού θεάτρου Κωνσταντίνο Χρηστομάνη τον οδηγεί να παίζει ρόλους σε αρχαίες τραγωδίες στη «Νέα Σκηνή» που αυτός είχε δημιουργήσει. Αυτό ίσως και να συνέβαλε αργότερα στην ιδέα του Σικελιανού για την αναβίωση του αρχαίου δράματος με τις «Δελφικές Εορτές».
Το 1905 γνωρίζεται με την πλούσια Αμερικανίδα Eva Parlmer, που σπούδαζε στο Παρίσι ελληνική αρχαιολογία και χορογραφία, πράγμα που θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στη ζωή του και στην εκπλήρωση των πόθων του. Η συνάντηση με την αρχαιολάτρη Αμερικανίδα γίνεται στο σπίτι της Ισιδώρας Ντάνκαν, στον Κοπανά. Η ένωση είναι άμεση και ενδιαφέρουσα, μια που και οι δύο τρέφονται από την ίδια αγάπη για τον ελληνικό πολιτισμό. Ομως ο γάμος αναβάλλεται, γιατί ο Αγγελος έχει ήδη προγραμματίσει ένα ταξίδι στην Αίγυπτο. Ο Σικελιανός αγαπούσε τα ταξίδια και στην Αίγυπτο σε μια έξαρση νοσταλγίας για την πατρίδα θα γράψει το 1907 σε ηλικία 23 ετών, «μέσα σε μια εβδομάδα» όπως λέει ο ίδιος, την πρώτη του μεστή ποιητική συλλογή, τον «Αλαφροΐσκιωτο», που ο τίτλος του είναι παρμένος από το έργο «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού. Σε πλήρη απομόνωση, νηστικός, σ’ έκσταση σχεδόν, όπως εξάλλου συνήθιζε να εργάζεται, θα συνθέσει αυτό το μεγάλο συνθετικό ποίημα σαν να επρόκειτο για μια λυρική αυτοβιογραφία. Το έργο δημοσιεύεται τελικά το 1909 και προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους, αναγνωρίζεται ως έργο σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων και καταλαμβάνει το δικό του χώρο στην ελληνική ποίηση.
Στο μεταξύ, η Εύα περιμένει τον Άγγελο στο πατρικό του σπίτι, στη Λευκάδα. Οταν αυτός επιστρέφει, θα ορίσουν το γάμο τους, ο οποίος θα τελεστεί το 1907 στην Αμερική και ήταν σημαντικός σταθμός στη ζωή του ποιητή. Την επόμενη χρονιά εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, ενώ το 1909, έτος έκδοσης του «Αλαφροΐσκιωτου» θα γεννηθεί και ο γιος τους, ο Γλαύκος. Η Εύα ήταν η πρώτη γυναίκα του, που του αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά και στήριξε οικονομικά όλα του τα οράματα. Εκτών των άλλων, αντιμετώπισε μεγαλόψυχα τις ερωτικές απιστίες του Σικελιανού και αργότερα τον έρωτά του με την Άννα Καραμάνη, δίνοντας τη συγκατάθεσή της για το γάμο τους που έγινε το 1940.
Σημαντικός σταθμός στη ζωή και το έργο του ποιητή είναι η γνωριμία του με τον Νίκο Καζαντζάκη, το 1914, στο στρατό. Εμειναν μαζί 40 μέρες στο Αγιον Ορος, επισκέφθηκαν τις μονές, έζησαν όπως οι μοναχοί. Ηδη από το 1910, ο Σικελιανός είχε συλλάβει την ιδέα των «Συνειδήσεων», του έργου που θα πραγματοποιήσει αργότερα. Η γνωριμία με τον Καζαντζάκη, η κοινή τους αναζήτηση, η περιπλάνησή τους στην Ελλάδα από το 1914-1917 με σκοπό να συνειδητοποιήσουν τη Γη και τη φυλή τους, θα συμβάλει σημαντικά στην πραγματοποίηση του έργου του ποιητή που αφορά τις συνειδήσεις. Οι δύο συγγραφείς ήταν συγγενικά πνεύματα, αλλά και πολύ διαφορετικοί στις απόψεις τους για τη ζωή. Ο Σικελιανός ήταν ένας κοσμικός άνθρωπος, γεμάτος αισιοδοξία και με σταθερή πίστη στις συγγραφικές του ικανότητες. Ο Καζαντζάκης, αντίθετα, ήταν λιγόλογος και ερημίτης, γεμάτος αμφιβολίες και είχε, όπως ο ίδιος παραδεχόταν, μια τάση να επικεντρώνεται στην ουσία των γεγονότων, πέρα από την επιφάνεια. Όμως και οι δυο συμμερίζονταν το αμοιβαίο ενδιαφέρον στη προσπάθεια εξευγενισμού και ανύψωσης του ανθρώπινου πνεύμα μέσω καλλιτεχνικών επιδιώξεων. Η θρησκευτικότητα του Αγίου Ορους θα βρει εύφορο έδαφος στην ψυχή του. Μετά την παραμονή του εκεί θα γράψει ένα από τα πιο σημαντικά του ποιήματα, το «Μήτηρ Θεού». Η μορφή της μητέρας είναι ένα από τα βασικά θέματα στην ποίησή του, όπως και η μορφή της γυναίκας, γενικώς. Η ερωτική της εκδοχή κορυφώνεται στο ποίημα «Θαλερό» και στη φιγούρα της αρχοντοθυγατέρας, μιας κοπέλας που πραγματικά γνώρισε ο ποιητής, σε ένα ταξίδι του στη Σικυώνα, το 1915. Αρχοντοθυγατέρα είναι η νεαρή Μαρία Παύλου που έβλεπε συχνά τον Σικελιανό και τη γυναίκα του Εύα, να φτάνουν στο Θαλερό, ένα μικρό χωριό της Κορινθίας, συνοδευόμενοι και από άλλες κοπέλες των καλύτερων οικογενειών της περιοχής. Οταν η μικρή, δεκαεξάχρονη τότε, Μαρία θα λάβει από κάποιον γνωστό την τοπική εφημερίδα με το ποίημα του Σικελιανού και τους στίχους που την αφορούν, σπεύδει να σκίσει τη σελίδα, κυριευμένη από φόβο μήπως ο πατέρας της διαβάσει την τολμηρή αναφορά.
Η περίοδος της έντονης αναζήτησης καταλήγει στην έκδοση των τεσσάρων τόμων της ποιητικής συλλογής «Πρόλογος στη Ζωή» με τις 5 περίφημες «Συνειδήσεις»: «Η Συνείδηση της Γης μου» (1915), «Η Συνείδηση της Φυλής μου» (1915), «Η Συνείδηση της Γυναίκας» (1916) και «Η Συνείδηση της Πίστης» (1917). Ο «Πρόλογος στη Ζωή» ολοκληρώθηκε αργότερα με τη «Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας». Ακολουθεί η τρίτη συλλογή του με τον τίτλο «Στίχοι» και μετέπειτα τα χαρακτηριστικά ποιήματα «Το Πάσχα των Ελλήνων» και «Μήτηρ Θεού» (1917 – 1920), καθώς και διάφορες συνεργασίες του με λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Με την έκδοση των έργων του «Ακριτικά» και «Αντίδωρο» ο Σικελιανός συγκέντρωσε όλο το ποιητικό του έργο σε 3 τόμους με τον τίτλο «Λυρικός Βίος».

Δελφική Ιδέα
Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά τον Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών. Για το σκοπό αυτό, το Μάϊο του 1927, ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και οικονομική βοήθεια της γυναίκας του, ξεκίνησε μια φιλόδοξη προσπάθεια αναβίωσης των «Δελφικών Εορτών», σαν ένα μέρος του οράματός του για την αναβίωση της «Δελφικής Ιδέας». Σ’ αυτήν την προσπάθεια αφιερώθηκε ολοκληρωτικά για πάνω από 10 χρόνια. Ο ποιητής δούλεψε όσο και όπως μπορούσε, με άρθρα, μελέτες και διαλέξεις. Παράλληλα, οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές» στους Δελφούς που περιλάμβαναν Ολυμπιακούς αγώνες, ένα κονσέρτο Βυζαντινής μουσικής, μια έκθεση λαϊκής τέχνης όπως και την παράσταση της τραγωδίας του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης» στο αρχαίο θέατρο. Η προσπάθεια ήταν πολλή πετυχημένη και παρά την έλλειψη κρατικής υποστήριξης, επαναλήφθηκε και το επόμενο έτος. Το 1930 ανεβάζει και το έργο «Ικέτιδες» του Αισχύλου. Η «Δελφική Ιδέα» εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και τη «Δελφική Ένωση», μια παγκόσμια ένωση για τη συναδέλφωση των λαών και το «Δελφικό Πανεπιστήμιο», στόχος του οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών. Πίστευε ότι τα αρχαία ιδανικά που διαμόρφωσαν τον κλασικό πολιτισμό, αν επανεξετάζονταν, θα μπορούσαν να προσφέρουν πνευματική ανεξαρτησία και θα χρησίμευαν ως μέσα επικοινωνίας μεταξύ των λαών. Από τότε καθιερώθηκε για πρώτη φορά να παίζονται τα έργα των κλασικών τραγωδών σε αρχαία θέατρα. Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, η Ακαδημία Αθηνών απένειμε στο ζεύγος αργυρά μετάλια «δια την γενναίαν προσπάθειαν...». Από το φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι «Δελφικές Εορτές». Από το 1932 ο Σικελιανός ασχολείται και με τη συγγραφή τραγωδίας. Αν και οι προσπάθειες του Σικελιανού σημείωσαν επιτυχία και είχαν απήχηση, ωστόσο η προσέλευση των θεατών, αν εξαιρέσουμε τους προσκεκλημένους, τόσο στις πρώτες όσο και στις δεύτερες γιορτές, ήταν ελάχιστη. Το όραμά του δεν είχε συνέχεια. Κάποια στιγμή ματαιώθηκε, κυρίως κάτω από το βάρος των οικονομικών συνθηκών. Μετά την οικονομική καταστροφή ήρθε κι ο χωρισμός του ζεύγους, αφού η Eva Parlmer εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε μόνο μετά το θάνατο του ποιητή.
Το 1934 η Βουλή αποφασίζει την ανάθεση των Δελφικών Εορτών σε είκοσι δύο μέλη, εξοστρακίζοντας το ζεύγος Σικελιανού από την ιδέα που οι ίδιοι είχαν συλλάβει. Ο ποιητής θα αναρτήσει έξω από την πόρτα του γραφείου του μια φράση του Νίτσε: «Εκεί που τελειώνει το κράτος εκεί αρχίζει ο άνθρωπος».
Γύρω στο 1938, ο ποιητής γνωρίζει την Άννα Καραμάνη που θα γίνει η δεύτερη γυναίκα του. Ο γάμος του στην Αμερική θεωρείται άκυρος από τον ελληνικό νόμο, όμως η Άννα είναι παντρεμένη και θα χρειαστεί να περάσει αρκετός καιρός και να χυθούν πολλά δάκρυα πριν το ζευγάρι μπορέσει τελικά να ενωθεί. Η Άννα Σικελιανού περιγράφει πολύ όμορφα και τρυφερά την ιστορία τους στο βιβλίο «Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός» (εκδ. Ικαρος): «Μείναμε λίγες μέρες στο άσπρο σπιτάκι να ετοιμάσουμε το ταξίδι για τη Φτέρη Αιγίου, που μας το είχε συστήσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος καθώς και το σπιτάκι. Κι όπως πάντα μικρό και φτωχικό χωρίς φως, χωρίς νερό αλλά που αγνάντευες μέσα από τα έλατα όλο τον κόσμο. Το αγαπήσαμε και ετοίμασα ένα βασιλικό κελί για τον Άγγελο με μπλε υφάσματα και ασημένια καντηλέρια. Εκεί έγραψε για πρώτη φορά την τραγωδία του «Σιβύλλα» που την είχε ήδη αναγγείλει στον Ed. Shure το 1926. Μου έδινε τόση ευτυχία να περιμένω ώρες έξω από το πορτάκι του κελιού ότι θα γράψει για να μου το διαβάσει. Και το απόβραδο πηγαίναμε στο ξάγναντο του ξενοδοχείου και βλέπαμε τα φώτα της πόλεως».

Η κατοχή
Στις μέρες της γερμανικής κατοχής που είναι δραματικές για όλους, ο Σικελιανός γίνεται πηγή έμπνευσης κι αναφοράς για τους Έλληνες και διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην αντίσταση του λαού. Το 1941 εντάσσεται στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), ενώ δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα έντυπα του ΕΑΜ για το «Νέο Εικοσιένα», όπως αποκαλεί το ΕΑΜ στο επίγραμμά του «Ανάσταση» (1942). Τότε έγραψε και τα σπουδαία θεατρικά του έργα μεταξύ των οποίων η «Σίβυλλα» και το κορυφαίο του «Ο θάνατος του Διγενή Ακρίτα» με αντιστασιακό περιεχόμενο. Ο Σικελιανός απευθύνει και γραπτή έκκληση μέσω του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στους Γερμανούς για να σώσουν τις ζωές των Ελλήνων Εβραίων. Η επιστολή υπογράφεται και από πολλούς επιφανείς Ελληνες πολίτες για την υπεράσπιση των Εβραίων που καταδιώκονταν. Δεν υπάρχει κανένα παρόμοιο έγγραφο διαμαρτυρίας κατά των Ναζί στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που να ήρθε στο φως, σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Σε όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Σικελιανός δίνει διαλέξεις με κεντρικό θέμα τη λευτεριά, ενώ το 1943, βλέποντας την επικείμενη τραγωδία του εμφύλιου αλληλοσπαραγμού γράφει το ποίημα «Το μήνυμά της». Στην κηδεία του Παλαμά, το 1943, θα απαγγείλει το γνωστό στίχο: «Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα», γεγονός που φανερώνει την ευαισθησία και την αγωνία του για την τύχη του ελληνικού λαού στα χρόνια του πολέμου. Σε εκδήλωση στο Ηρώδειο τον Αύγουστο του 1944 απαγγέλλει με την βροντώδη κρυστάλλινη φωνή του τον αντάρτη «Αστραπόγιαννό» του.
Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ το 1949 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ στη Λογοτεχνία. Η δεύτερή του γυναίκα Άννα Σικελιανού είπε πριν λίγα χρόνια για το θέμα αυτό σε συνέντευξή της: «Αυτοί που πολέμησαν με όλους τους τρόπους, για να μην πάρει Νόμπελ ο Σικελιανός, ήταν ο Σπύρος Μελάς, ο Ντίνος Τσαλδάρης, οι οποίοι τα συμφώνησαν με τον Σουηδό πρεσβευτή. Πήγε ο ίδιος ο Μελάς στη Σουηδία. Ενώ υπήρχαν πολλοί Σουηδοί λογοτέχνες που υποστήριζαν τον Άγγελο. Ένας απ’ αυτούς μου είπε: ‘Ξέρετε, συμβαίνει κάτι πρωτοφανές. Η αντίδραση για την απονομή του Νόμπελ στον Σικελιανό έρχεται από την Ελλάδα’...».
Ο επιφανής λυρικός ποιητής και πεζογράφος μας, Άγγελος Σικελιανός, άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου του 1951, μετά από μακρόχρονη ασθένεια και τάφηκε στους Δελφούς.
Το ποίημά του «Πνευματικό εμβατήριο» μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδήθηκε από τους Ελληνες στον καιρό της δικτατορίας.

Ο ποιητής
Ο Σικελιανός είναι ποιητική φύση ολότελα διαφορετική από αυτή του Παλαμά και του Καβάφη. Το γεγονός ότι ήταν Επτανήσιος και πως το πατρικό του σπίτι βρίσκονταν στην Λευκάδα, συντέλεσαν σημαντικά έτσι ώστε να έχει ζωντανή μέσα του την παράδοση της Επτανησιακής Σχολής, βαθύτατη αίσθηση και γνώση της λαϊκής γλώσσας, αλλά και οικείωση με τις ξένες λογοτεχνίες. Ο Σικελιανός είναι ο κατεξοχήν ποιητής της Ελληνικής παράδοσης. Κανένας άλλος ίσως νεοέλληνας λογοτέχνης δε γνώρισε και δεν έζησε ποτέ με τέτοιο πάθος το Ελληνικό πνεύμα στη μακραίωνη ιστορία του. Η ψυχή του διακατέχεται από έντονο πάθος για την Ελληνική γη. Θεωρεί πως η απομάκρυνση από τη φύση αποτελεί σημαντικό λόγο της πτώσης του ανθρώπου και πως καθίσταται επιτακτική η επιστροφή του σ' αυτή. Στην ποίησή του η επαφή με τη φύση και το θείο είναι μυστική, τελετουργική.
Ο Σικελιανός βρίσκει μεγάλο ενδιαφέρον με τα Ορφικά και Ελευσίνια μυστήρια, το Απολλώνιο και Διονυσιακό πνεύμα των αρχαίων, με την φιλοσοφία των Ιώνων. Μέσα από τα ποιήματα του Σικελιανού ξεδιπλώνεται η αγάπη του για τη φύση, η αγνή φύση του νησιού των παιδικών του χρόνων, η λατρεία του για την Ελλάδα, η Δελφική ιδέα, καθώς και μια μυστηριακή ατμόσφαιρα που συνεπαίρνει τον αναγνώστη.
O Σικελιανός λοιπόν μέσα στην ποίηση του συνδέει τον Έλληνα και κάθε άνθρωπο, με τις αρχέγονες και τις πανανθρώπινες δυνάμεις της φύσης και του σύμπαντος. Αυτές εκφράστηκαν μέσα από τον αρχαίο μυστικισμό και τις θρησκευτικές δοξασίες με κέντρο πάντα την ελληνική πνευματική παρουσία ανά τους αιώνες. Ένας βαθύς λυρισμός διαπνέει τα ποιήματά του. Τον συνθέτουν εικόνες μυστηριακής γαλήνης και ηρεμίας που παραπέμπουν στο μεγαλόπνοο στοιχείο της ποίησης του.
Γενικά ο Σικελιανός είναι ο ποιητής που κατάφερε με την λυρικότητα της έκφρασης και των συναισθημάτων να παρουσιάσει μια αυτόνομη σχεδόν και ξέχωρη λογοτεχνική παρουσία και να αποτελέσει ένα καινούργιο κεφάλαιο της ελληνικής ποίησης. Ο πόθος του να δημιουργήσει ένα σημείο ένωσης των λαών και πολιτιστικής ανταλλαγής με κέντρο τους Δελφούς, όσο ανεδαφικός και αν υπήρξε ή όσο μη πραγματοποιήσιμος αποδείχτηκε στην πορεία, φανερώνει την πρόθεση ολόκληρης της ποίησης και της φιλοσοφίας του.

Διάφορα
Ο Σικελιανός είχε εξοχική κατοικία στη Σαλαμίνα μπροστά από τη Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας. Εκεί ο Βασιλεύς Παύλος επισκέπτοταν τον ποιητή κάθε φορά που μετέβαινε στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Διατηρούσε επίσης εξοχική κατοικία στη Συκιά Κορινθίας.
Για να τιμήσει τη μνήμη του Άγγελου και της Εύας Σικελιανού, το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο των Δελφών αγόρασε και αποκατάστησε το σπίτι τους στους Δελφους. Που σήμερα είναι το Μουσείο των Φεστιβάλ σων Δελφών.
Το σπίτι που γεννήθηκε ο Σικελιανός στη Λευκάδα αγοράστηκε από την Εθνική Τράπεζα με δωρεά υπέρ του Δήμου Λευκάδας έναντι του ποσού των 280.000 ευρώ. Η Διοίκηση της Τράπεζας διέθετε επιπλέον το ποσό των 150.000 ευρώ για την αποκατάσταση της οικίας Σικελιανού. Ο Δήμος Λευκάδας όφειλε να συμβάλλει στην ολοκλήρωση της αποκατάστασης και στην ανάληψη της διαχείρισης της όλης δαπάνης του έργου. Ο Δήμος όμως από την πλευρά του δεν έκανε τίποτα, μη μπορώντας να εξασφαλίσει και άλλα κονδύλια που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση του έργου. Αργότερα η Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας δια μέσου του Μορφωτικού της Ιδρύματος αποφάσισε να γίνει όλο το έργο με δικιά της χορηγία και να δημιουργηθεί «Μουσείο Επιφανών Λευκαδίων» μιας και δεν υπάρχει η απαιτούμενη ποσότητα εκθεμάτων (πολλά από τα προσωπικά αντικείμενα του ποιητή βρίσκονται ήδη στην ιδιοκτησία του Δήμου Δελφών και στο Μπενάκειο Μουσείο) για την μετατροπή της οικίας αποκλειστικά σε Μουσείο Άγγελου Σικελιανού. Το κόστος της όλης δαπάνης υπολογίζεται ότι θα ανέλθει σε 1.300.000 ευρώ και ότι το έργο θα έχει ολοκληρωθεί σε τρία έως τέσσερα χρόνια, οπότε και θα αποδοθεί από την Εθνική Τράπεζα στο Δήμο και τους Λευκαδίτες.

Έργο
Ποιήματα
Ο ποιητής εξέδωσε ο ίδιος τα έργα του σε τρεις τόμους με τον τίτλο «Λυρικός Βίος» (1946 Α και Β, 1947 Γ), αφήνοντας έξω κάποια έργα που δεν θεώρησε απαραίτητο να συμπεριλάβει.
Το 1965 άρχισε η έκδοση των «Απάντων» του με επιμέλεια του Γ.Π.Σαββίδη. Εκδόθηκαν 5 τόμοι με το έργο που είχε δημοσιεύσει ο ποιητής (1965-1968) και έκτος τόμος (1969) με όσα ποιήματα είχε αφήσει εκτός του Λυρικού Βίου.

Πεζά κείμενα
Συγκεντρωτική έκδοση των «Απάντων»:
Πεζός Λόγος Α (1978)
Πεζός Λόγος Β (1980)
Πεζός Λόγος Γ (1981)
Πεζός Λόγος Δ (1983)
Πεζός Λόγος Ε (1985)
Τραγωδίες
Ο Διθύραμβος του Ρόδου (1932)
Σίβυλλα (1940)
Ο Δαίδαλος στην Κρήτη (1942)
Ο Χριστός στη Ρώμη (1946)
Ο Θάνατος του Διγενή (1947)
Ασκληπιός (ημιτελής)
Συγκεντρώθηκαν σε τρεις τόμους με τον τίτλο «Θυμέλη», Α και Β 1950, Γ 1954

Κομμάτια από τα έργα του:
«Αλαφροΐσκιωτος»
«Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε
στην κούνια τα βυζασταρούδια,
εμένα με νανούρισαν,
των αντρειωμένων τα τραγούδια.
Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,
στην μπόρα τη μαρτιάτικη
που ‘χε τα ουράνια ανοίξει,
εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της
τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!
Μάνα φωτιά με βύζαξες
κ’ είναι η καρδιά μου αστέρι;
»

Στη μνήμη του Κωστή Παλαμά
«Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…
Βογκήστε, τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!
Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο
κι ως την Όσσα
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιον κλεί, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;
Μα Εσύ, Λαέ, που τη φτωχή Σου τη μιλιά,
Ήρωας, την πήρε και την ύψωσε ως στ’ αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας Δόξας Του, ανασήκωσ’ Τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο, κι απάνω κι από μας
που Τον υμνούμε, με καρδιά αναμμένη,
πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: «ο Παλαμάς!»
ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά Του η Οικουμένη!
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…
Βογκήστε, βούκινα πολέμου… Οι ιερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…
κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά Νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
»

Το πνευματικό εμβατήριο
«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα.
Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ τον κόσμο!
Τι, ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες το αίμα!
Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μοναχός του ν’ ανέβει ο ήλιος
σπρώχτε με γόνα και με στήθος να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
‘Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του,
ομπρός, ομπρός, κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!
Ομπρός, οι δημιουργοί!… Την αχθοφόρα ορμή Σας
στηλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
»

Λευκάδιος Χερν (Patricio Lefcadio Tessima Carlos Hearn)
Άγγλος συγγραφέας, ελληνικής καταγωγής, που χαρακτηρίστηκε «Παπαδιαμάντης της Άπω Ανατολής». Γεννήθηκε στη Λευκάδα, στις 27 Ιουνίου του 1850 και πέθανε στο Οκούμπο της Ιαπωνίας, το 1904. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε στη Δύση γνωστό τον ιαπωνικό πολιτισμό.
Δεύτερος γιος του Ιρλανδού Charles Hearn και της Ρόζας Κασιμάτη. Η μητέρα του ήταν ευγενούς καταγωγής, κόρη του Αντωνίου Κασιμάτη από τα Κύθηρα, ενώ ο πατέρας του στρατιωτικός γιατρός (χειρουργός) από το Δουβλίνο και υπηρετούσε στο Βρετανικό Σώμα των Επτανήσων. Το σπίτι όπου έζησε ο μικρός Λευκάδιος στα Κύθηρα υπάρχει ακόμα και σήμερα.
Το 1856 ο πατέρας του πήρε μετάθεση για τις δυτικές Ινδίες και έτσι δυο χρονιά αργότερα ο μικρός Λευκάδιος ταξιδέψε με τη μητέρα του στο Δουβλίνο για να ζήσουν με την οικογένεια του πατέρα του. Η μητέρα του αντιμετώπιζε δυσκολίες προσαρμογής στην ξένη χωρά αλλά και στο σπίτι της οικογένειας του άντρα της και έτσι μετακόμισε στην Σάρα Μπρέναν, συγγενικό πρόσωπο που έδειχνε συμπάθεια στον Λευκάδιο και τη μητέρα του. Μετά από ένα διάστημα συμβίωσης με τον πατέρα του, η μητέρα του αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα, καθώς ο Κάρολος Χερν εκμεταλλεύτηκε ένα νομικό κενό και έθεσε εκτός ισχύος τον γάμο του.
Έτσι, σε ηλικία 5 ετών ο Λευκάδιος Χερν αποχωρίστηκε από τη μητέρα του χωρίς να την δει ποτέ ξανά. Στην ηλικία αυτή ένιωθε φόβο για τα φαντάσματα και τα στοιχειά. Η θεία του για να τον κάνει να ξεπεράσει τις φοβίες του αυτές τον κλείδωνε στο υπόγειο.
Όταν έφτασε σε σχολική ηλικία και άρχισε να διαβάζει, κάποια στιγμή ανακάλυψε ένα βιβλίο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και δήλωσε ενθουσιασμένος. Όπως είπε αργότερα ο ίδιος: «Εισήλθα στη δική μου αναγέννηση». Αργότερα, και αφού είχε περάσει από το γαλλικό κολλέγιο του Υβενό στάλθηκε στο κολλέγιο Σαίντ Κούθμπερτ (Ushaw Roman Catholic College). Στα 16 του χρόνια, στη διάρκεια ενός παιχνιδιού έχασε την όρασή του από το αριστερό του μάτι. Από τότε κλείστηκε στον εαυτό του. Λίγο αργότερα, ο πατέρας του πέθανε και λόγω οικονομικών δυσχερειών αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο.
Σε ηλικία 19 ετών αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Εγκαταστάθηκε στο Σινσινάτι, όπου για κάποιο χρονικό διάστημα έζησε κάτω από συνθήκες μεγάλης φτώχειας. Όταν γνώρισε τον Χένρυ Γουώτκιν βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Με τη βοήθεια του βρήκε δουλειά σε μια εφημερίδα. Σιγά - σιγά άρχισε να δουλεύει σε υψηλότερες θέσεις και έφτασε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα του Σινσινάτι (Cincinnati Daily Enquirer). Την ίδια εποχή άρχισε και η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία.
Το 1877 μετακόμισε στη Νέα Ορλεάνη για μια σειρά άρθρων και παρέμεινε εκεί για 10 χρόνια, μεταφράζοντας έργα ξένων λογοτεχνών. Το 1887 η εκδοτική εταιρεία, για την οποία δούλευε, τον έστειλε στις Γαλλικές Αντίλλες και συγκεκριμένα στη Μαρτινίκα, όπου παρέμεινε έως το 1889. Τις εμπειρίες του από την εκεί διαμονή του περιέλαβε στο βιβλίο «Δυο χρόνια στις γαλλικές δυτικές Ινδίες» (1890).
Το 1890 στάλθηκε ως ανταποκριτής στην Ιαπωνία. Πολύ σύντομα παραιτήθηκε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη χώρα αυτή. Αργότερα και με τη βοήθεια του Μπάζιλ Τσάμπερλαιν και του Ίτζιτο Χαττόρι βρήκε θέση καθηγητή της αγγλικής γλώσσας στην πόλη Ματσούε στη ΒΔ Ιαπωνία.
Στο 15ο μήνα διαμονής του στην Ιαπωνία παντρεύτηκε τη Σετζούκο Κοϊζούμι. Κόρη μίας οικογένειας σαμουράι, των Κοϊζούμι που είχαν ξεπέσει με την καταστροφή που επέφερε σε αυτήν την κοινωνική τάξη η νέα πορεία της Ιαπωνίας.
Μετά το γάμο του έγινε Ιάπωνας υπήκοος και υιοθέτησε το όνομα της συζύγου του και από Λευκάδιος Χερν ονομάζεται Κοϊζούμι Γιάκουμο (小泉八雲).[1] Μαζί της έκανε τέσσερα παιδιά. Ταυτόχρονα απαρνήθηκε τον χριστιανισμό και ασπάστηκε τον Βουδισμό.
Το Δεκέμβριο του 1896, το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο του πρόσφερε την έδρα του καθηγητή της Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, την οποία κράτησε μέχρι το θάνατό του. Στην Ιαπωνία ο Χερν έζησε τα 14 τελευταία χρόνια της ζωής του. Έγινε ο εθνικός συγγραφέας της Ιαπωνίας. Κατέγραψε μια άλλη Ιαπωνία, των θρύλων των σαμουράι και των παραδοσιακών αξιών. Χαρακτηρίστηκε ως ο πιο αυθεντικός ερμηνευτής της Ιαπωνίας στη Δύση, ενώ το βιβλίο του «Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία» διδασκόταν σε όλα τα σχολεία της χώρας για δεκαετίες. Τα βιβλία του είναι περιζήτητα, υπάρχουν 8 μουσεία προς τιμήν του σε όλη την Ιαπωνία, ενώ το άγαλμά του ξεχωρίζει στην κεντρική πλατεία του Τόκιο και μνημεία του έχουν στηθεί σε κάθε γωνιά τις Ιαπωνίας απ’ όπου πέρασε.
Ο Λευκάδιος Χερν πέθανε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1904 ύστερα από πνευμονικό οίδημα. Μία μικρή νεκρική πομπή μετέφερε τη σωρό του στον παλιό ναό Κομπουπέρα. Μπροστά υπήρχαν τα βουδιστικά λάβαρα, πίσω δυο μικρά παιδιά που κουβαλούσαν ζωντανά πουλιά σε μικρά κλουβιά που θα τα άφηναν ελεύθερα συμβολίζοντας τη φυγή της ψυχής από τα δεσμά της. Ακολουθούσαν τα άτομα που κουβαλούσαν το φέρετρό του, πιο πίσω οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για το νεκρό, ενώ την πομπή έκλειναν η οικογένεια και οι φίλοι του νεκρού. Στην πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του υπήρχε το εξής κείμενο: Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο.
Έγραψε αρκετά μυθιστορήματα και ταξιδιωτικά διηγήματα και θεωρείται ο εθνικός ποιητής της Ιαπωνίας. Τα πιο γνωστά του έργα είναι: «Εντός του κύκλου των ψυχών», «Η χώρα των χρυσανθέμων» (εκδόσεις Κέδρος), «Ιαπωνικοί Θρύλοι» (εκδόσεις Σιδέρη), «Ηλέκτρα», «Καϊνταν», «Κείμενα από την Ιαπωνία» (εκδόσεις Ίνδικτος), «Όλεθρος και άλλα διηγήματα», «Το αγόρι που ζωγράφιζε γάτες και άλλες ιστορίες» (εκδόσεις Εστία), «Εντός του Κύκλου των Ψυχών» (εκδόσεις Ίνδικτος).

[1] Η μετάφραση του ιαπωνικού του ονόματος του είναι πολύ ποιητική, σημαίνει: «το μέρος όπου γεννιούνται τα σύννεφα».

5 Απρ 2009

Λευκάδα - Το νησί των χρωμάτων (Β' Μέρος)

Αρχαιολογία και μνημεία
Στους αρχαιοτάτους χρόνους, μια χαμηλή ράχη συνέδεε ακόμα την Ακαρνανία με το ύψωμα το οποίο αργότερα αποτέλεσε την ακρόπολη της Λευκάδας (πάνω από τις αλυκές και νότια από το σημείο όπου υπάρχει σήμερα ο στενότερος διάπλους). Τον ισθμό άνοιξαν πρώτοι οι Κορίνθιοι με μια διώρυγα, το Διορυκτόν, λίγο με τά την ίδρυση της αποικίας τους τον 7ο αιώνα π.Χ. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους υπήρχε μια γέφυρα στο νότιο σημείο του πορθμού. Στη νότια ακτή του νησιού μικρές προεξέχουσες άκρες καταλήγουν στο περίφημο λευκό ακρωτήρι της Λευκάτας (το σημερινό Δουκάτο), το οποίο αποτελούσε τον τρόμο των αρχαίων ναυτικών και αναφέρεται ήδη στον Όμηρο ως είσοδος στον Άδη. Στο ακρωτήριο αυτό βρισκόταν το ιερό του Απόλλωνα, του οποίου όμως δε σώζεται κανένα ίχνος. Στους αρχαίους επικρατούσε η λαϊκή παράδοση ότι ένα πήδημα από αυτό το απόκρημνο ακρωτήρι στη θάλασσα θεράπευε τους ερωτευμένους που δεν εύρισκαν ανταπόκριση στον έρωτά τους. Σύμφωνα με την παράδοση, από εκεί έπεσε στη θάλασσα η Λεσβία ποιήτρια Σαπφώ, ελπίζοντας έτσι να σταματήσει ο έρωτάς της προς τον Φάωνα, αλλά από το πήδημα αυτό αντί για θεραπεία βρήκε το θάνατο.
Προϊστορικά ευρήματα υπάρχουν άφθονα στο νησί από τη νεολιθική εποχή, είναι όμως όλα ασήμαντα. Στο Νυδρί ανέσκαψε ο Γερμανός αρχαιολόγος Wilhelm Dörpfeld και έφερε στο φως κυκλικά οικοδομήματα της πρώιμης εποχής του χαλκού (2000 π.Χ.), τα οποία έχουν το ανάλογό τους στο κυκλικό οικοδόμημα που αποκαλύφθηκε κάτω από το ανάκτορο της Τίρυνθας. Ο Dörpfeld (που μάλιστα πέθανε στο νησί, το 1940) υποστήριζε ότι η Λευκάδα ταυτιζόταν με την Ιθάκη, την πατρίδα του Οδυσσέα, αλλά ο ισχυρισμός του θεωρείται ανυπόστατος, καθώς δε στηρίζεται από αρχαιολογικά ευρήματα.

Η πόλη της Λευκάδας
Είναι «συμπαθέστατη» με ένα ιδιαίτερο «χρώμα». Η αρχιτεκτονική της, όπως και στα υπόλοιπα Επτάνησα, είναι επηρεασμένη από τη Δύση, παρόλο που έμεινε στην κυριαρχία των Ενετών πολύ λιγότερο διάστημα από ό,τι τα άλλα νησιά, και πάντως λιγότερο από όσο στην τουρκική κυριαρχία. Η γειτνίασή της με τη Στερεά Ελλάδα συντέλεσε στο να διατηρηθεί αρκετά ισχυρή κι η μεταβυζαντινή παράδοση. Πέρασαν πολλοί κατακτητές, που ίσως επειδή ήξεραν και οι ίδιοι πως δεν θα μείνουν πολύ, δεν άφησαν τίποτα πίσω τους εκτός από οχυρωματικά έργα και ελάχιστα κτίρια.
Στην είσοδό της βρίσκεται το πάρκο των ποιητών και φιλοξενεί τις προτομές του Βαλαωρίτη, του Σικελιανού, του Χερν και της Κλεοπάτρας Δίπλα-Μαλάμου.
Αριστερά του πάρκου απλώνεται η μαρίνα, με σκάφη κυρίως ιστιοπλοϊκά αγκυροβολημένα στην αγκαλιά της. Από της άλλη μεριά ανοίγεται ο «μπροστινός μόλος», όπως τον λένε οι ντόπιοι. Εκεί υπάρχει μια πεζογέφυρα που φτιάχτηκε πριν από 8 περίπου χρόνια και ενώνει το μόλο με τα ιβάρια, όπως ονομάζονται οι ιχθυοκαλλιέργειες με τις ειδικές, παραδοσιακές καλαμωτές, όπου τα ψάρια ζουν και μεγαλώνουν σε φυσικές συνθήκες.
Ανάμεσα στη μαρίνα και το μόλο ανοίγεται ο δρόμος της αγοράς. Ένα από τα πιο ωραία είναι η βόλτα στα σοκάκια της πόλης. Τα χρώματα και το περιβάλλον θα σας «ταξιδέψουν». Στα στενοσόκακα βλέπουμε λιγοστά παλιά αρχοντικά. Το κλασικό λευκαδίτικο σπίτι έχει πέτρινο ισόγειο και ξύλινο ανώγι με μικρή αυλή. Τα σπίτια κολλημένα στο πλάι, κατά το μεσαιωνικό σχέδιο, σχηματίζουν στενά καλντερίμια που έκοβαν τον άνεμο και μπέρδευαν τους μεθυσμένους πειρατές. Καμιά φορά θαρρείς ότι τα γαρίφαλα κι ο βασιλικός του ενός πήδηξαν στο μπαλκόνι του άλλου για απογευματινή βεγγέρα. Πολλά έχουν έγχρωμες προσόψεις σε απαλούς τόνους του ροζ, του πράσινου, του γαλάζιου και άλλα έχουν στέγες χρωματισμένες σε απαλούς τόνους.
Είναι κι αυτές οι κουβέντες των κατοίκων, ήχοι μελωδικοί από τη γλυκιά προφορά τους, που μας συντροφεύουν καθώς περπατάμε ανάμεσά τους. Πότε τραγουδούν, πότε συζητούν και πότε μας απευθύνουν μια δροσερή καλημέρα ή μια ζεστή καλησπέρα. Στέκονται στα πεζούλια, τα μπαλκόνια και τις αυλές. Ρεμβάζουν ή κάνουν τις καθημερινές τους δουλειές με φόντο τα κεντήματα στα παράθυρά τους. Στις εξώπορτες, μικρά και μεγάλα ποδήλατα περιμένουν τη στιγμή που οι επίδοξοι αναβάτες θα τα πάρουν για σεργιάνι στην πόλη. Στις πλατείες μικροί και μεγάλοι βολτάρουν.
Τη σημερινή της μορφή άρχισε να την παίρνει απ’ το 1684, όταν ο Ενετός Μοροζίνι έκανε έξωση στους Λευκαδίτες που έμεναν μέσα στο κάστρο. Η έντονη σεισμική δραστηριότητα εκείνα τα χρόνια, μαζί με τις ελάχιστες οικονομικές δυνατότητες, διαμόρφωσαν καθοριστικά την αρχιτεκτονική των σπιτιών. Χαρακτηριστικό οικιστικό στοιχείο της Λευκάδας είναι τα πολλά ξύλινα ή ξυλόπηκτα σπίτια, εξαιτίας των συχνών καταστρεπτικών σεισμών από τους οποίους υποφέρει το νησί. Συνηθίζεται επίσης η τοποθέτηση ενός ξύλινου σκελετού, κατά μήκος των εσωτερικών τοίχων των κτιρίων, για να εμποδίζεται η προς το εσωτερικό πτώση των τοίχων. Κτίρια μικρά, δίπατα, με ξύλινους εξώστες και κεραμοσκεπές και ανάμεσά τους στενά καντούνια. Το κάτω μέρος ήταν λιθόκτιστο και το πάνω ήταν φτιαγμένο με ξύλο και λάσπη. Μια αντισεισμική αρχιτεκτονική μοναδική στον κόσμο. Με τις συχνές επισκέψεις του Εγκέλαδου, οι κάτοικοι που ξανάφτιαχναν τα σπίτια τους με τα ίδια υλικά φρόντιζαν το πάνω μέρος να είναι ελαφρύ και συχνά το κάλυπταν με λαμαρίνα, που έβαφαν σε διάφορα απαλά χρώματα. Η ίδια τεχνική χρησιμοποιείται και σήμερα. Θα δείτε μέσα στο ιστορικό κέντρο πολλά σπίτια με λαμαρίνες. Τα παραθυρόφυλλα είναι ξύλινα και κινητά και όλα βάφονται σε μπλε ή πράσινο χρώμα. Στη Λευκάδα δε θα συναντήσετε ενετικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως στη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Οι Ενετοί δε συνέβαλαν καθόλου στο χτίσιμο της πόλης. Υπάρχουν αρχοντικά στην πόλη και πλούσια σπίτια της εποχής που είναι όλα χτισμένα σε μεγάλο οικόπεδο, είχαν όλα τζάκι, αυλές και εντυπωσιακές εξώθυρες.
Πέρα από τη βόλτα σας στο ιστορικό κέντρο με τα καντούνια του, αξίζει να δείτε το Μουσείο Φωνογράφου, ένα μικρό ιδιωτικό μουσείο με φωνογράφους, δίσκους, σπάνια χρηστικά αντικείμενα, εργαλεία, καρτ-ποστάλ κλπ. Είναι μοναδικό στην Ελλάδα και ιδρύθηκε και συντηρείται από έναν κρεοπώλη, τον Δημήτρη Κατωπόδη ή Ντελημάρη.
Επισκεφτείτε και το Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκάδας, που από το 1999 στεγάζεται στο νέο κτίριο του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου. Τα ευρήματα της συλλογής του μπορεί να μην είναι από τα πιο σπουδαία της ελληνικής αρχαιότητας, είναι όμως τόσο έξυπνα τοποθετημένα μέσα και έξω από τις προθήκες και συνοδεύονται από πλούσια και κατατοπιστικά κείμενα, σχέδια, αναπαραστάσεις και φωτογραφίες. Οι 4 συνολικά αίθουσές του περιλαμβάνουν ευρήματα από τις ανασκαφές στο νησί που καλύπτουν μια πολύ μεγάλη χρονική περίοδο, από τη μέση παλαιολιθική εποχή (200000-35000 π.Χ.) έως και τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους.
Η 4η αίθουσα, που βρίσκεται δεξιά της πρώτης, είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Γερμανού φιλέλληνα αρχαιολόγου Wilhelm Dörpfeld, που ταύτισε το όνομά του με τη Λευκάδα. Ο Dörpfeld, βοηθός αρχικά του Ερρίκου Σλήμαν (που ύστερα από ανασκαφές το 1878 ταύτισε τη σημερινή με την αρχαία Ιθάκη), συνέχισε τις έρευνες του δασκάλου του, στηριζόμενος κυρίως στο κείμενο της «Οδύσσειας». Πραγματοποίησε τις πρώτες ανασκαφές στη Λευκάδα στις αρχές του 20ου αιώνα, που τις επισκέφτηκε ο φίλος και χρηματοδότης του, αυτοκράτορας της Γερμανίας, Γουλιέλμος Β'. Όταν το 1927 δημοσίευσε τα αποτελέσματα των ανασκαφών του από το νεκροταφείο στην περιοχή του Στενού, νότια από το Νυδρί, ανέπτυξε μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία η Λευκάδα ήταν η ομηρική Ιθάκη, σε αντίθεση με την άποψη του Σλήμαν. Ο Dörpfeld τοποθετούσε το ανάκτορο του Οδυσσέα στην περιοχή του Στενού στο Νυδρί. Όμως, η χρονολόγηση με σύγχρονες μεθόδους των ευρημάτων από το Στενό, μερικά από τα οποία εκτίθενται στην 4η αίθουσα, στην πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο (2700-2300 π.Χ.) και όχι στην υστεροελλαδική εποχή, εποχή κυριαρχίας των μυκηναίων (1500-1100 π.Χ.), καταρρίπτει αυτή τη θεωρία. Εξάλλου, οι προσπάθειες που έχουν γίνει για την αναγνώριση και τον εντοπισμό των τόπων που αναφέρονται στην «Οδύσσεια», δεν έχουν επιβεβαιώσει καμιά από τις αντιμαχόμενες θεωρίες.
Τέλος αξίζει μια μικρή βόλτα με το αυτοκίνητο στη Γύρα (ο δρόμος γύρω από τη λιμνοθάλασσα) για να δείτε τους παλιούς μύλους, που χτίστηκαν οι παλαιότεροι το 1684 και οι νεώτεροι το 1739. Σώζονται μόνο 4 από τους 12 που υπήρχαν συνολικά. Οι περισσότεροι είχαν ρωσικά ονόματα, όπως Ορλώφ, Μετζίκωφ, Μόσκοβας και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα άλεθαν μεγάλες ποσότητες σταριού, πολλές από τις οποίες έρχονταν από τη Ρωσία. Η ίδια η λιμνοθάλασσα είναι σημαντικός υγροβιότοπος, όπου μπορεί να συναντήσετε πελεκάνους, ερωδιούς, αγριόχηνες, κύκνους κλπ. Και μιας και φτάσατε ως εκεί, δείτε και το κάστρο της Αγίας Μαύρας πάνω στη νησίδα του ισθμού που ενώνει τη Λευκάδα με την Ακαρνανία, που χτίστηκε το 1300 μ.Χ. από τον κόμη Ορσίνι.
Στην πόλη διοργανώνονται επίσης κάθε καλοκαίρι οι πετυχημένες Γιορτές Λόγου και Τέχνης, με ποικίλα δρώμενα.









Ιστορία της πόλης
Η πόλη της Λευκάδας ιδρύθηκε από Κορίνθιους αποίκους τον 7ο αιώνα π.Χ. Ήταν χτισμένη περίπου 2 χλμ. από την τοποθεσία όπου βρίσκεται η σημερινή Λευκάδα και συγκαταλεγόταν στις μεγαλύτερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας (περίμετρος τειχών 3 χλμ. και εμβαδόν περίπου 1 τ. χλμ.). Πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των Περσών με τρία πλοία και στρατό. Στον πόλεμο για την Επίδαμνο υποστήριξε τους Κορίνθιους, με τους οποίους ήταν σύμμαχος και κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Ο Δημοσθένης (343 π.Χ.) έπεισε τους Λευκαδίτες να προσχωρήσουν στη συμμαχία κατά του Φιλίππου. Στο πόλεμο ανάμεσα στον Κάσσανδρο και τον Πολυσπέρχοντα η Λευκάδα υποτάχθηκε στον πρώτο (314 π.Χ.) και διετέλεσε διαδοχικά υπό την κυριαρχία του Αγαθοκλή, του Δημητρίου του Πολιορκητή και του Πύρρου. Μετά την πτώση της ηπειρωτικής μοναρχίας, η Λευκάδα έγινε πρωτεύουσα (230-167 π.Χ.) του Κοινού των Ακαρνάνων κι αγωνίστηκε κατά της Ρώμης ως σύμμαχος των Μακεδόνων. Το 197 π.Χ. κατακτήθηκε από το ρωμαϊκό στρατό του Λ. Φλαμινίνου και 30 χρόνια αργότερα αποσπάστηκε από το Κοινό των Ακαρνάνων.
Η σημερινή Λευκάδα έχει τις ρίζες της στο 1684, όταν ο Ενετός Μοροζίνι προέτρεψε τους κατοίκους του κάστρου να κατοικήσουν έξω από αυτό, για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τη σεισμική δραστηριότητα από την οποία δοκιμαζόταν το νησί. Η σύγχρονη πόλη χτίστηκε μετά τους σεισμούς του 1948 και του 1953.

Τα χωριά
Πανέμορφο νησί, πανέμορφα και τα χωριά του. Αφήνουμε την πρωτεύουσα με νότια κατεύθυνση, για να γυρίσουμε το υπόλοιπο νησί. Λίγο έξω από την πόλη, μόλις 2 χιλιόμετρα, συναντάμε ένα μικρό οικισμό, το Καλλιγόνι. Στο λόγο του βρίσκονται ερείπια της αρχαίας πρωτεύουσας του νησιού, που ονομαζόταν Νήρικος και άκμασε από το 2ο αιώνα π.Χ. μέχρι τα βυζαντινά χρόνια.
Αφήνουμε πίσω μας τους Καριώτες με τις αλυκές, τη Λυγιά που αποτελεί το μεγαλύτερο αλιευτικό κέντρο του νησιού και τα πανέμορφα ψαροχώρια Επίσκοπο και Νικιάνα, που είναι λουσμένα σε αποχρώσεις πράσινου και μπλε, με ευωδιές βουνού και θάλασσας.
Φτάνουμε στον παραθαλάσσιο οικισμό Περιγιάλι. Τα πεύκα, τα κυπαρίσσια και τα ελαιόδεντρα, που φτάνουν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα, μας χαρίζουν τη σκιά τους.
Επόμενη στάση μας είναι το Νυδρί, το πιο τουριστικό μέρος του νησιού, που κάθε καλοκαίρι «ανασταίνεται». Εδώ, όμως, θα κάνουμε μια μικρή παράκαμψη και θα ακολουθήσουμε έναν ανηφορικό δρόμο που οδηγεί μέσα από ένα καταπράσινο τοπίο στον αγροτικό οικισμό Ράχη και να ανακαλύψουμε το γραφικό φαράγγι του Δημοσάρη με τον υπέροχο καταρράκτη του.
Το Νυδρί βρίσκεται στη ΝΑ πλευρά του νησιού. Πριν από λίγα χρόνια η περιοχή αυτή δεν ήταν παρά ένας μικρός οικισμός ψαράδων. Σήμερα, η ραγδαία ανάπτυξη του τουρισμού τού έδωσε άλλο τόνο, μεταβάλλοντας ακόμα και την πληθυσμιακή κατανομή, αφού οι κάτοικοι από τον εσωτερικό ορεινό όγκο μετακινήθηκαν στα παράλια, όπου ανέπτυξαν τουριστικές δραστηριότητες. Από το Νυδρί ξεκινούν και οι θαλάσσιες εκδρομές με προορισμό τα μικρά σμαράγδια του Ιονίου, τα νησάκια και τις ερημονισίδες που πλαισιώνουν τη Λευκάδα.
Λίγα χιλιόμετρα νότια από το κοσμοπολίτικο Νυδρί απλώνεται ένας μεγάλος και απάγκιος όρμος. Ο κόλπος του Βλυχού και η χερσόνησος Γένι ανήκουν σ’ εκείνη την ειδική κατηγορία των τοποθεσιών που σε μαγεύουν από την πρώτη στιγμή. Ο μεγάλος όρμος εισχωρεί βαθιά μέσα στην ξηρά, αφήνοντας μια στενή θαλάσσια δίοδο. Αποτελεί καταφύγιο για πολλά σκάφη που ταξιδεύουν στα νερά του Ιονίου. Το ήσυχο παραθαλάσσιο χωριουδάκι του Βλυχού απέχει 20 χλμ. από την πόλη της Λευκάδας και είναι στριμωγμένο ανάμεσα στη θάλασσα και το βουνό. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η εξαιρετική γωνιά του νησιού προστατεύεται για την ιδιαίτερη φυσική ομορφιά της.
Αφήνοντας το Βλυχό κατευθυνόμαστε για το ελκυστικό ακρωτήρι Γένι. Η διαδρομή γύρω από τον κόλπο, ανάμεσα σε αιωνόβιες ελιές, ξετυλίγει ένα ψηφιδωτό από αντιθέσεις. Στο Γένι, ένα γραφικό ψαροχώρι με πλούσια βλάστηση και λιόδεντρα, τελειώνει ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος και αρχίζει ένα χωμάτινο μονοπάτι που οδηγεί στο εκκλησάκι της Αγ. Κυριακής.
Στην κορυφή ενός λόφου μάς αποκαλύπτεται ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του νησιού. Εδώ βρίσκεται ο τάφος του Γερμανού αρχαιολόγου Dörpfeld, του ανθρώπου που με τις ανασκαφές του νότια από το Νυδρί έφερε στο φως ίχνη μεγάλου οικισμού της πρώιμης εποχής του Χαλκού (περίπου 2000 π.Χ.): τάφους με διάφορα κτερίσματα, αγγεία και θεμέλια κυκλικών κτισμάτων.
Κατευθυνόμαστε προς το Μικρό Γιαλό, μέχρι που φτάνουμε στον όρμο Δεσίμη. Από το σημείο αυτό και μέχρι το Μικρό Γιαλό ξεδιπλώνεται η απλοχεριά της φύσης σε όλο το μεγαλείο της: θάλασσα πεντακάθαρη με γαλάζιες και πράσινες αποχρώσεις, συγκατοικεί άλλοτε με δαντελωτές αμμουδιές και άλλοτε με ψηλά ανοιχτόχρωμα βράχια.
Προχωράμε διασχίζοντας τα χωριά Σύβοτα (ένα υπέροχο ψαροχώρι κλεισμένο σ’ έναν όρμο τύπου φιόρδ), Μαραντοχώρι, Καντάραινα, Βασιλική (στον ομώνυμο όρμο, είναι το κεφαλοχώρι της Ν. Λευκάδας, με μια πολλή ωραία παραλία και ένα ακόμα πιο ωραίο λιμανάκι), Πόντη, Άγιο Πέτρο, Άγιο Βασίλειο. Φτάνουμε στο Κομηλιό. Όλα αυτά τα χωριά ανήκουν στο δήμο Απολλωνίων, το μεγαλύτερο σε έκταση δήμο του νησιού, που πήρε το όνομά του από τον «Λευκάτη Απόλλωνα», «τον κύριο του Λευκάτα, του Άσπρου Βράχου», δηλαδή του ακρωτηρίου του Λευκάτα, από όπου δέσποζε στο Ιόνιο πέλαγος για πολλούς αιώνες ο ναός του αρχαίου θεού. Τα χωριά και τους οικισμούς που απαρτίζουν το δήμο, οι κάτοικοι τα ονόμασαν κατ’ ευφημισμό «Ηνωμένες Πολιτείες της Λευκάδας».
Στο Ροδάκι (πιο ψηλά από το Μαραντοχώρι) υπάρχουν λείψανα από αρχαίο ναό, ένα μέρος από πλακοστρωμένο δάπεδο και δείγματα από κιονόκρανα. Ο Dörpfeld κατέληξε ότι εδώ έχουμε ένα δωρικό ναό του 6ου-5ου αιώνα π.Χ. μεγαλύτερο από το ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα (Θησείο) και από του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Δε γνωρίζουμε τη μορφή του ούτε σε ποια θεότητα ήταν αφιερωμένος. Οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά πίστευαν ότι ήταν ναός της Δήμητρας.
Πάνω στα λείψανα του αρχαίου ναού χτίστηκε ο ναός του Αϊ-Γιάννη. Στα χρόνια που ο Dörpfeld έκανε τις ανασκαφές στη Λευκάδα (1896-1905), οι χωρικοί πήγαιναν τα σιδερένια τους άροτρα στην εκκλησία για να ευλογηθούν.
Στο Καμηλιό ο δρόμος διακλαδίζεται. Ο ένας καταλήγει στην πόλη της Λευκάδας, ενώ ο άλλος φτάνει στο νοτιότερο σημείο του νησιού, το ακρωτήριο του Λευκάτα. Ακολουθούμε το δρόμο προς τα νότια, για το Αθάνι, ένα ορεινό γραφικό χωριό πάνω από την παραλία Γιαλός. Είναι σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του βουνού, σε ύψος 300 μέτρων. Το πέρασμα μας γίνεται μέσα από ένα επιβλητικό ορεινό τοπίο.
Κατά μία άποψη ονομάστηκε Αθάνι από τους Φράγκους. Γύρω στα 1320 ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ κάποιες οικογένειες Ιταλών από την περιοχή Αζάνι της Κάτω Ιταλίας. Το Αθάνι ήταν γνωστό από τα παλιά χρόνια για το θαυμάσιο θυμαρίσιο μέλι. Στα χωριά που είναι χρισμένα στις πλαγιές του Λευκάτα και των Σταυρωτών, οι κάτοικοι ασχολούνται χρόνια με τη μελισσοκομία λόγω των πολλών φυτών και δέντρων που φύτεψαν στην περιοχή. Ο τρύγος των μελισσιών και η εξαγωγή του μελιού από της κηρήθρες είναι μεγάλο πανηγύρι που κρατάει όλο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
Πλησιάζουμε στις παραλίες Εγκρεμνοί και Πόρτο Κατσίκι, που μαζί με το Κάθισμα (στη ΒΔ πλευρά του νησιού) είναι από τις καλύτερες του νησιού. Όπου κι αν καθίσετε θα ακούσετε του ντόπιους να τις παινεύουν, κι όχι άδικα, αφού είναι καθαρές σαν γυαλί, με λεπτή άμμο που θυμίζει χρυσόσκονη.







Από το Καμηλιό, ακολουθώντας το δρόμο προς τα βόρεια, συναντάμε τα ορεινά χωριά: Ασπρογερακάτα, Κάβαλλο, Πινακοχώρι, Λαζαράτα και Σπανοχώρι, που ανήκουν στο δήμο Σφακιωτών. Η περιοχή πήρε το όνομα «Σφακιώτες» από την εγκατάσταση Κρητικών από τα Σφακιά, το 16ο ή το 17ο αιώνα, όπως λένε οι ντόπιοι. Δυτικότερα βρίσκεται ο Δρυμώνας, η Εξάνθεια και ο Αϊ Νικήτας.
Από τα ορεινά χωριά θα σας πρότεινα να επισκεφτείτε οπωσδήποτε την Εγκλουβή, τις Καρυές και τους Πηγαδησάνους. Η Εγκλουβή είναι το πιο ορεινό χωριό της Λευκάδας στα 730 μ. Θα δείτε ένα όμορφο χωριό γνωστό για τα ρεβίθια, τα κουκιά και τις φακές του και παλιότερα για τα κρασιά του.
Πάνω από το χωριό σ’ ένα πλάτωμα στα 900 μ. βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Δονάτου, πολλά αλώνια και πολλά πέτρινα καλύβια που λέγονται «βόλτοι». Είναι παλιές αγροτικές καλύβες από την εποχή των Ενετών που χρησιμοποιούσαν για διαμονή οι καλλιεργητές του οροπεδίου. Σώζονται σήμερα περίπου 150 «βόλτοι».
Πιο κάτω βρίσκεται η Καρυά, γνωστή παγκόσμια για τα εξαίρετα κεντήματά της με τα πρωτότυπα σχέδια και τα υφαντά της, καθώς και για το έθιμο της αναβίωσης του παραδοσιακού λευκαδίτικου γάμου με κάθε λεπτομέρεια κάθε 11 Αυγούστου. Κάτω από το χωριό είναι ο κάμπος του με την τεχνητή λίμνη.
Πιο κάτω ακόμα, οι Πηγαδησάνοι, ένα ωραιότατο χωριό με πέτρινα σπίτια χτισμένο στην πλαγιά του βουνού. Θα δείτε το ιππήλατο ελαιοτριβείο, τους ανεμόμυλους και νερόμυλους που έχουν απομείνει και μπορείτε να επισκεφτείτε και τους περίφημους καταρράκτες της Ακόνης.
Ένα άλλο χωριό που θα πρέπει να επισκεφτείτε είναι το Νεοχώρι, όχι μόνο επειδή η θέα από εκεί είναι εξαίσια, αλλά γιατί μπορείτε να δείτε και το «Ελλομένειο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Οργάνων» που στεγάζεται σε ένα αναπαλαιωμένο λιοτρίβι. Τα εκθέματα του Μουσείου είναι πραγματικά μοναδικά.

Σημείωση: Για περισσότερες πληροφορίες, εικόνες και videos μπορείτε να επισκεφτείτε το ελληνικό site: http://www.lefkas.web44.net/