
Ο Άλφρεντ Ντρέιφους (Alfred Dreyfus) ήταν ένας Γάλλος αξιωματικός του Γαλλικού στρατού, Εβραίος στο θρήσκευμα, που υπήρξε το κεντρικό πρόσωπο της ομώνυμης πολύκροτης υπόθεσης που συγκλόνισε τη Γαλλία στα τέλη του 19ου αιώνα.
Γεννήθηκε στη Μιλούζ της Αλσατίας στις 9 Οκτωβρίου του 1859 και ήταν γιος μιας εβραϊκής οικογένειας που είχε υφαντουργική βιομηχανία. Μετά τον Γάλλο-Ρωσικό πόλεμο η οικογένειά του εγκατέλειψε την Αλσατία, όταν αυτή παραχωρήθηκε στη Γερμανία, επειδή ήθελαν να παραμείνουν Γάλλοι πολίτες. Αφού τέλειωσε το σχολείο στη Γκρενόμπλ, διάλεξε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα και γι’ αυτό μπήκε στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού το 1878 και το 1882 κατατάχθηκε στο στρατό ως αξιωματικός του μηχανικού. Στη συνέχεια αποφοίτησε από τη σχολή πυροβολικού (1889) και έλαβε το βαθμό του λοχαγού σε ηλικία 29 ετών. Μετά από επιτυχείς εξετάσεις έγινε δεκτός στη Σχολή Πολέμου και αποφοίτησε 9ος (1892), παρά την εχθρότητα που προκαλούσε η εβραϊκή του καταγωγή.

Στη συνέχεια τοποθετήθηκε σε υπηρεσία του Γενικού Επιτελείου Στρατού στο Παρίσι, όπου το 1894 οργανώθηκε σε βάρος του μια πρωτοφανής σκευωρία και βρέθηκε κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία. Συγκεκριμένα, η εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος», εκκλησιαστικών συμφερόντων, που την ποδηγετούσε η Καθολική Εκκλησία, δημοσίευσε ένα άρθρο με το οποίο κατηγορούσε τον Εβραίο αξιωματικό ότι αυτός ήταν ο συντάκτης ενός εγγράφου που παραδόθηκε στον στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι. Τι είχε συμβεί; Τον Σεπτέμβριο του 1894, η γαλλική στρατιωτική Αντικατασκοπεία βρήκε ανάμεσα σε μερικά έγγραφα, που πάρθηκαν από το γραφείο του στρατιωτικού ακολούθου της Γερμανικής Πρεσβείας, έναν κατάλογο, γνωστό ως Bordereau (=σχέδιο), μυστικών εγγράφων με πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα (στρατιωτικά μυστικά), που δόθηκε στους Γερμανούς από κάποιο Γάλλο στρατιωτικό. Μια βιαστική και εντελώς ανεπαρκής έρευνα έπεισε τον αντισημίτη αρχηγό της Αντικατασκοπείας, συνταγματάρχη Sandherr, ότι ο προδότης ήταν ο Ντρέιφους. Εκτός από κάποια ομοιότητα ανάμεσα στον γραφικό χαρακτήρα του Ντρέιφους και αυτού του Bordereau, δεν μπόρεσαν να βρεθούν και πολλές πειστικές αποδείξεις κατά του Ντρέιφους.

Η υπόθεση Ντρέιφους τροφοδότησε και αναζωπύρωσε τα πολιτικά πάθη, που διαίρεσαν για μια ολόκληρη δεκαετία τη Γαλλία, όπου ο λαός είχε χωριστεί σ’ αυτούς που ήταν υπέρ και σε αυτούς που ήταν κατά της απόφασης του στρατοδικείου εναντίον του Ντρέιφους. Συνεπώς, δεν επρόκειτο για μια πολεμική γύρω από μια υποτιθέμενη δικαστική πλάνη, αλλά για μια βαθιά κρίση των γαλλικών πολιτικών ηθών κατά τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Πεπεισμένη για την αθωότητά του, η οικογένεια του Ντρέιφους δεν θα αφήσει το θέμα να ταφεί και ζητάει δικαίωση. Οδηγούμενη από τον αδελφό του Άλφρεντ, τον Mathieu, αναζητάει νέες αποδείξεις που θα


Οι αποκαλύψεις του Picquart δυσαρέστησαν τη στρατιωτική ηγεσία, που επιθυμούσε τη συγκάλυψη της υπόθεσης. Η Κυβέρνηση θορυβείται. Σε μια σπασμωδική της ενέργεια, κάνει δυσμενή μετάθεση στον Συνταγματάρχη Picquart στην Τύνιδα, που τότε ήταν γαλλική αποικία.

Ο Picquart, πριν εξαναγκαστεί να αυτοεξοριστεί στην Τύνιδα, δίνει τον φάκελο της υπόθεσης στον δικηγόρο του. Ανίκανοι ακόμα να πείσουν την κυβέρνηση να λάβει μέτρα, η οικογένεια του Ντρέιφους και οι υποστηρικτές του κατηγορούν τον Esterhazy ως υπεύθυνο του εγκλήματος για το οποίο τιμωρήθηκε ο Ντρέιφους. Ο αντισημιτικός Τύπος αντεπιτίθεται και το ζήτημα Ντρέιφους μετατρέπεται σε Υπόθεση Ντρέιφους, καθώς η κοινή γνώμη ξεσηκώνεται εναντίον των λίγων που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την ετυμηγορία του Στρατοδικείου. Υποστηριζόμενος από φίλους, μέσα από τη διοίκηση του στρατού, ο Esterhazy απαιτεί να δικαστεί από στρατοδικείο για να αποδείξει την αθωότητά του. Η δίκη-παρωδία που ακολούθησε αθώωσε τον κατηγορούμενο παμψηφεί, τον Ιανουάριο του 1898. Οι αποδείξεις κατά του Esterhazy ήταν λίγο καλύτερες από αυτές που είχαν καταδικάσει τον Ντρέιφους, αλλά η αθώωσή του γκρέμισαν τις ελπίδες των οπαδών του Ντρέιφους, που περίμεναν η καταδίκη του Esterhazy να αποδείξει την αθωότητα του Ντρέιφους.
Η Γαλλία έχει χωριστεί πλέον σε δύο παρατάξεις. Οι αντισημίτες, με την κάλυψη της Καθολικής Εκκλησίας, μάχονται απεγνωσμένα να μη γίνει αναθεώρηση και αναψηλάφηση της δίκης. Ματαιώνουν την επανεξέταση της υπόθεσης από ανεξάρτητη αρχή. Οι διαδηλώσεις και οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται, ενώ η πολεμική στις εφημερίδες φτάνει σε εξαιρετική οξύτητα. Οι κυβερνητικές εφημερίδες μάχονται με πρωτοσέλιδα. Δημοσιεύουν κάθε μέρα και νέα στοιχεία για την πλεκτάνη που στήθηκε σε βάρος του Ντρέιφους. Αυτό δημιουργεί τις πρώτες αμφιβολίες στην κοινή γνώμη. Η φοβερή δύναμη της Εκκλησίας αρχίζει να κάμπτεται. Δεδομένου ότι ο Ντρέιφους ήταν ο μόνος αξιωματικός εβραϊκής καταγωγής στο Γενικό Επιτελείο, οι σοσιαλιστικές και οι ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις άρχισαν σφοδρότατη πολεμική κατά των εθνικιστικών και συντηρητικών κομμάτων, κατηγορώντας τα για φατριασμό και απροκάλυπτο αντισημιτισμό. Δημιουργείται ένα πραγματικό κίνημα με αίτημα την αναθεώρηση της δίκης. Στο κίνημα αυτό ενεργοποιούνται καλλιτέχνες, διανοούμενοι, προοδευτικά στοιχεία και πολιτικοί. Αλλά και μεγάλο πια μέρος της κοινής γνώμης.

Όμως, ο παγκόσμια γνωστός μυθιστοριογράφος Emile Zola βρήκε τον τρόπο να ανοίξει και πάλι η υπόθεση. Δημοσίευσε στην εφημερίδα «Αυγή» (Aurore) το περίφημο άρθρο με τίτλο «Κατηγορώ!» (J’accuse!), με μορφή ανοικτής επιστολής προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, που προκάλεσε βαθύτατη και αποφασιστική εντύπωση. Στο άρθρο αυτό καταγγέλλει τις παρανομίες που διαπράχθηκαν σε βάρος του Ντρέιφους. Κατήγγειλε τους δικαστές που συγκρότησαν το στρατοδικείο ότι ενήργησαν κατά επιταγή και όχι σύμφωνα με τη συνείδησή τους, αθωώνοντας τον Esterhazy, ενώ ήξεραν ότι ήταν ένοχος. Με την ενέργειά του αυτή ο Zola παραπέμφθηκε σε δίκη για παράβαση του περί Τύπου νόμου και καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση και πρόστιμο 3.000 φράγκα. Ο Zola είχε την ελπίδα ότι θα έφερνε τα γεγονότα της υπόθεσης Ντρέιφους μπροστά σε πολιτικό δικαστήριο, όπου θα ήταν πολύ πιο δύσκολο για τον στρατό να συγκαλύψει αυτό που είχε συμβεί. Η προσπάθειά του είχε μόνο μερική επιτυχία, αλλά η απήχηση του άρθρου ήταν παγκόσμια. Προοδευτικοί πνευματικοί κύκλοι σε όλον τον κόσμο ξεσηκώνονται. Το ενδιαφέρον του κοινού για την υπόθεση αυξήθηκε και η βία στους δρόμους ανάγκασαν τις αρχές να αναλάβουν περαιτέρω δράση.
Ο υπουργός Πολέμου, Godefroy Cavaignac, με σκοπό να σταματήσει την κριτική, δημοσιοποιεί πολλές από τις αποδείξεις κατά του Ντρέιφους. Αλλά οι οπαδοί του Ντρέιφους, με αρχηγό τον σοσιαλιστή ηγέτη Jean Jaurès, καταγγέλλουν ότι η πλαστογραφία ήταν φανερή.




Ο Ντρέιφους αποφυλακίζεται, αλλά αρνείται να δεχθεί την απονομή χάριτος και το 1902 ζητάει την αναθεώρηση της «ελαφριάς» απόφασης του 1899. Η χάρη που του δόθηκε δεν κατασίγασε τα πολιτικά πάθη, τα οποία, ενισχύοντας τη βαθύτατη αγανάκτηση της κοινής γνώμης, φέρνουν το 1902 την εκλογική νίκη των ριζοσπαστικών-σοσιαλιστών καθορίζοντας έτσι την οριστική στροφή του εκλογικού σώματος, που στην πλειονότητά του ήταν έως τότε παραδοσιακά συντηρητικό. Οι πολιτικοί της Αριστεράς, όταν αναλαμβάνουν την εξουσία διατάζουν έρευνα της υπόθεσης σε βάθος. Οι συντηρητικοί κύκλοι της Εκκλησίας εξαπολύουν μαχητικές επιθέσεις μέσω του Τύπου, ο οποίος σχεδόν στο σύνολό του κατευθύνεται από αυτούς, και ξεσηκώνουν τον όχλο. Ταραχές και διαδηλώσεις σε όλη τη Γαλλία. Τα συνθήματα που κυριαρχούν είναι «Όχι αναθεώρηση», «Όχι στους προδότες». Οι πρωταίτιοι και οι διοργανωτές αυτής της θλιβερής συνωμοσίας αποκαλύπτονται, συλλαμβάνονται και φυλακίζονται. Το τοπίο ξεκαθαρίζει. Τώρα είναι αρκετές οι εφημερίδες που τάσσονται υπέρ της αναθεώρησης. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο, μετά από ευρεία συζήτηση της υπόθεσης, στις 12 Ιουλίου 1906, αναιρεί παμψηφεί την καταδικαστική «χλιαρή» απόφαση, εφόσον αποδείχθηκε ότι την προδοσία είχε διαπράξει ο συνταγματάρχης Henry, που αυτοκτόνησε και ο άλλοτε κατηγορηθείς ταγματάρχης Esterhazy. Έτσι έληξε η υπόθεση, που συγκλόνισε τη Γαλλία για 12 χρόνια, συνέτεινε στον εσωτερικό διχασμό και υπήρξε αφορμή δημιουργίας αντισημιτικού πνεύματος στη Γαλλία.

Ο Ταγματάρχης Walsin-Esterhazy καταδικάζεται. Έχει ήδη διαφύγει στην Αγγλία. Ο Συνταγματάρχης Joseph Henry αυτοκτονεί στη φυλακή. Ο Emile Zola κάνει το «Κατηγορώ» παγκόσμια εκδοτική επιτυχία. Στη δεκαετία του ’30 γυρίζεται η υπόθεση Ντρέιφους ταινία. Οι επανεκδόσεις του «Κατηγορώ» διαδέχονται η μία την άλλη και η κυκλοφορία του εκτοξεύεται στα ύψη. Οι προοδευτικοί και οι αντισκοταδιστές κερδίζουν έδαφος, οι λαοί μέρα με την ημέρα παίρνουν όλο και περισσότερο την απόφαση να απαλλαγούν από τις αντιδημοκρατικές και αναχρονιστικές θέσεις της Εκκλησίας, από την ανάμιξή της στην πολιτική.

Ο Ντρέιφους δεν κατάλαβε και πολλά για τη μάχη που μαινόταν γύρω από το όνομά του. Το ζήτημα της αθωότητάς του έγινε δευτερεύον θέμα. Το πρωτεύον θέμα ήταν τα ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα απέναντι στις απαιτήσεις της πολιτικής του κράτους. Τα πολιτικά θέματα έπαιξαν επίσης ρόλο στην υπόθεση: Για πολλούς συντηρητικούς ο στρατός και η Εκκλησία ήταν τα τελευταία προπύργια της κοινωνικής σταθερότητας. Με τη νίκη των οπαδών του Ντρέιφους και τα δύο υπονομεύτηκαν. Πολλοί από την Αριστερά καλωσόρισαν την ευκαιρία να χτυπήσουν τις δυνάμεις της Μοναρχίας και του Κλήρου, που τις θεωρούσαν εχθρό της Δημοκρατίας. Τελευταίο, αλλά όχι ασήμαντο, ήταν το θέμα του αντισημιτισμού. Η υπόθεση Ντρέιφους έδειξε την πρώτη έκχυση του σύγχρονου πολιτικού αντισημιτισμού, που αποδείχθηκε προάγγελος του Ναζιστικού τρόμου.
Η άμεση πολιτική συνέπεια της υπόθεσης Ντρέιφους ήταν να έρθουν στην εξουσία οι Ριζοσπαστικές δυνάμεις, που πήραν πολλά μέτρα κατά του Κλήρου.
Έτσι, το 1901, η Γαλλική Κυβέρνηση:
- Απαγορεύει τη λειτουργία και την κοινωνική δραστηριότητα των περίφημων Εκκλησιαστικών Ταγμάτων, δίχως προηγούμενη κρατική έγκριση.
- Απαγορεύεται να διδάσκουν μοναχοί σε δημόσια ή ιδιωτικά σχολεία.
- Παύει η μισθοδοσία των κληρικών από το Κράτος (1905)
- Τέλος, το 1905, κατοχυρώνεται συνταγματικά ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας. Μάλλον... Εκκλησίας-Κράτους.
Τα πάθη, που εκδηλώθηκαν με την υπόθεση Ντρέιφους, σκεπάστηκαν στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά εμφανίστηκαν και πάλι με την ήττα του 1940 και κάτω από το καθεστώς του Vichy.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου