9 Φεβ 2012

Οθωμανικά μνημεία στην Ελλάδα


Το τζαμί (η λέξη προέρχεται από τα τουρκικά: çami), είναι ο τόπος λατρείας των Μουσουλμάνων. Όλα τα τζαμιά είναι προσανατολισμένα προς τη Μέκκα. Από εκεί γίνεται πρόσκληση (αντάν) 5 φορές τη μέρα, για να υπενθυμίσει στους πιστούς ότι έφτασε η ώρα της προσευχής. Όποιος μπορεί, πρέπει να πάει στο τζαμί για προσευχή και θεωρείται καλύτερο από το να προσεύχεται κανείς μόνος του. Η επίσημη μέρα λατρείας στο Ισλάμ είναι η Παρασκευή, οπότε οι άντρες (όχι όμως οι γυναίκες) πηγαίνουν στο τζαμί για να προσευχηθούν. Δεν υπάρχει καθορισμένος τύπος τζαμιού, γι’ αυτό και διαφέρουν μεταξύ τους σε ρυθμό, μέγεθος κλπ. Κοινό πάντως σε όλα τα τζαμιά είναι η κεντρική τετράγωνη αίθουσα, όπου οι πιστοί παρατάσσονται σε σειρές με το μέτωπο προς τη Μέκκα, γι’ αυτό και η είσοδος σ’ αυτά είναι σε αντίθετη διεύθυνση. Μέσα στο τζαμί δεν υπάρχουν εικόνες, αλλά αντί γι’ αυτές φέρονται σε περικαλλή πλαίσια ρήσεις από το Κοράνι. Μέσα σε κάθε τζαμί ξεχωρίζουν το «μιχράμπ» (είδος ιερού) που βρίσκεται πάνω σε έδρα («μινμπάρ»), ένα είδος άμβωνα ή δεσποτικού που στέκεται ο Ιμάμης και το δάπεδο που είναι καλυμμένο με χαλιά. Δεν υπάρχουν καθίσματα, ούτε χρησιμοποιούνται κεριά. Οι πιστοί πριν μπουν στο τζαμί πρέπει να βγάλουν τα υποδήματά τους και να πλύνουν τα πόδια, τα χέρια και το πρόσωπό τους, σε ειδικό χώρο έξω από το τζαμί. Χαρακτηριστικό του κάθε τζαμιού αποτελεί ο μιναρές, από όπου παλιότερα ο μουεζίνης έκανε την πρόσκληση για προσευχή προς τους πιστούς. Σήμερα, η αναγγελία για προσευχή γίνεται ακόμα από το μιναρέ, αλλά χρησιμοποιούνται μεγάφωνα. Αν και η χρήση τους έχει ουσιαστικά καταργηθεί, εξακολουθούν όμως να συνοδεύουν αρχιτεκτονικά τα πιο πολλά τζαμιά. Διαλέξαμε και παρουσιάζουμε τα πιο καλά διατηρημένα μνημεία (τζαμιά και τεκέδες) της Οθωμανικής περιόδου, από 14 ελληνικές πόλεις.

Φετιχιέ τζαμί
Το τζαμί, γνωστό ως Φετιχιέ Τζαμί (δηλαδή «τζαμί του Πορθητή»), είναι ένα κτίριο του 15ου αιώνα στο κέντρο της Αθήνας. Χτίστηκε λίγο μετά την Οθωμανική κατάκτηση του Δουκάτου των Αθηνών, από τον Ομάρ, το 1456. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο της άλλοτε Ρωμαϊκής Αγοράς, κοντά στον Πύργο των Ανέμων και στην τουρκοκρατία ήταν κοινώς γνωστό ως «το τζαμί του Σταροπάζαρου» ή «καταραμένο τζαμί». Οικοδομήθηκε πάνω στα λείψανα τρίκλιτης μεσοβυζαντινής βασιλικής, μέρος των οποίων είναι ορατό στη βόρεια πλευρά του τζαμιού. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ως υλικό για να χτιστεί το Φετιχιέ Τζαμί χρησιμοποιήθηκε μια από τις στήλες του αρχαίου ναού του Ολυμπίου Διός. Την ανατίναξαν και τη χρησιμοποίησαν ως μαρμαροκονίαμα στους τοίχους. Από το 1834, όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικό αρτοποιείο. Σήμερα περικλείεται εντός του αρχαιολογικού χώρου και χρησιμοποιείται κυρίως ως αρχαιολογική αποθήκη για τα διάφορα ευρήματα των ανασκαφών της Αγοράς και της Ακρόπολης. Το κτίριο δεν συντηρήθηκε ποτέ και αντιμετωπίζει σοβαρά στατικά προβλήματα. Το φθινόπωρο του 2010, το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού οργάνωσε τη μεταφορά των αρχαιοτήτων σε άλλες τοποθεσίες και εκπονεί μελέτη για την αναστήλωση και το άνοιγμά του στο κοινό. Το τζαμί αυτό θεωρείται από τους Τούρκους ως πολιτιστικό μνημείο του τουρκισμού στην Ευρώπη.

Τζαμιά στη Βέροια
Ένας μεγάλος αριθμός εντυπωσιακών τούρκικων τζαμιών σώζεται ακόμα στην πόλη της Βέροιας. Ανάμεσά τους: το Μπογιαλί τζαμί (δηλαδή βαμμένο τζαμί), χτισμένο πάνω στα νότια τείχη της Βέροιας, που αποτελεί έναν από τους πιο γραφικούς χώρους προσευχής που έχτισαν στην πόλη οι Τούρκοι κατακτητές. Σήμερα, δεν ξεχωρίζει από μια κοινή κατοικία με κεραμοσκεπή. Το Χουνκιάρ τζαμί (η Παλιά Μητρόπολη, πριν αυτή μετατραπεί σε τζαμί). Το Ορτά τζαμί, ένα μικρό σε μέγεθος τζαμί, αλλά και ένα από τα πιο αξιόλογα δείγματα οθωμανικής αρχιτεκτονικής που σώζονται στη Βέροια. Πιθανόν κτίσμα της τελευταίας δεκαετίας του 15ου αιώνα και ένα από τα πρώτα τζαμιά που έχτισαν οι Τούρκοι στην πόλη. Το τζαμί είναι ένα απλό, μονόχωρο, κτίσμα, τετραγωνικής κάτοψης, που η σκεπή είναι τρούλος. Ο θόλος του ακουμπά επάνω σε οκταγωνικό τύμπανο, που κάθεται στους περιμετρικούς τοίχους μέσω σφαιρικών τριγώνων. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ο μιναρές του με την καλοδουλεμένη του διακόσμηση που θυμίζει κέντημα. Το τζαμί έχει υποστεί πολλές μετατροπές μέχρι σήμερα. Αρκετά ανοίγματα έχουν σφραγιστεί, τα φύλλα μολυβιού που κάλυπταν το θόλο έχουνε κλαπεί, το άλλοτε εντυπωσιακό προστώο έχει καταπέσει. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και σήμερα, στέκει στο κέντρο της πόλης, ιδιαίτερα εντυπωσιακό και γραφικό.

Μενδρεσέ τζαμί: Πρόκειται για το μεγαλύτερο και το πιο εντυπωσιακό ίσως, τζαμί που χτίστηκε ποτέ στη Βέροια. Η συνοικία του τζαμιού ήταν γνωστή ως συνοικία Μουσαλά (δηλαδή με τα πολλά κυπαρίσσια) ή συνοικία Τσαγλαγίκ. Πρόκειται για μία από τις 16 τούρκικες συνοικίες που υπήρχαν στη Βέροια στην Τουρκοκρατία. Δίπλα στο τζαμί υπήρχε μουσουλμανικό νεκροταφείο, όπως συνέβαινε με τα πιο πολλά τζαμιά που ήταν χτισμένα στα όρια της πόλης. Σήμερα, το τζαμί αυτό είναι το μεγαλύτερο και αρτιότερο που σώζεται στη Βέροια και το μοναδικό που σώζει ακέραιο το μιναρέ του. Βρίσκεται δίπλα στο Βήμα του Αποστόλου Παύλου και στη θέση που ήτανε άλλοτε χτισμένος χριστιανικός ναός, αφιερωμένος σε αυτόν.

Βαγιαζήτ τζαμί
Στην κεντρική πλατεία του Διδυμοτείχου, στη βάση του λόφου, όπου εντοπίζεται το βυζαντινό Διδυμότειχο, υψώνεται το λεγόμενο Μεχμέτ τζαμί ή Βαγιαζήτ τζαμί, ένα από τα πιο μεγαλόπρεπα οθωμανικά τζαμιά στον ελλαδικό χώρο και ένα από τα πιο σημαντικά ισλαμικά μνημεία στην Ευρώπη. Αναφέρεται και ως το μεγαλύτερο σε έκταση (σχεδόν ένα στρέμμα) στο χώρο των Βαλκανίων και είναι κηρυγμένο ως διατηρητέο από το 1946. Σύμφωνα με παραδόσεις που ανάγονται στην εποχή του Τούρκου περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή (16ος αι.), η ανέγερσή του άρχισε από τον Σουλτάνο Βαγιαζήτ τον Γιλντιρίμ (Κεραυνό), αλλά δεν ολοκληρώθηκε λόγω των προβλημάτων που δημιούργησε, στα εσωτερικά του κράτους του, η επέλαση των Μογγόλων στη Μικρά Ασία. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή που υπάρχει πάνω από την κεντρική είσοδο, την ανέγερση του τεμένους παράγγειλε ο σουλτάνος Μεχμέτ Α’ (1413-1421), γιος του Βαγιαζήτ. Το τέμενος εγκαινιάστηκε το Μάρτιο του 1420. Δεύτερη επιγραφή πάνω από την πλάγια είσοδο μας πληροφορεί ότι την ανοικοδόμηση ανέλαβε ο Καδής του Διδυμοτείχου Σεγίντ Αλί (Seyyid Ali), και το τζαμί το έκτισε ο Ντογκάν Μπιν Αμπντουλάχ (Dogan bin Abdullah), με μηχανικό τον Ιβάζ Μπιν Μπαγεζίντ (Ivaz bin Bayezid). Το κτίριο έχει τετράγωνη κάτοψη με 30 περίπου μέτρα η κάθε πλευρά (δηλαδή έκταση 900 τ.μ.), και το πάχος των περιμετρικών τοίχων είναι στα 2,50 μ. περίπου. Τέσσερις ογκώδεις πεσσοί διαμορφώνουν στον εσωτερικό χώρο ένα κεντρικό τετράπλευρο και τέσσερις επιμήκεις χώρους γύρω από αυτό. Το τζαμί είναι κτισμένο με χυτή τοιχοποιία, που επενδύεται στα πρόσωπα με πώρινους δόμους σε επιμελημένες ισόδομες σειρές. Στην πρόσοψη συνδυάζεται με χαλαρό σύστημα τοιχοποιίας. Το κεντρικό τετράπλευρο αποτελεί την τετραγωνική κύρια αίθουσα προσευχής. Ο φωτισμός εξασφαλίζεται από δύο σειρές παραθύρων, μια στο ύψος του δαπέδου και μια ψηλότερα. Η κύρια είσοδος βρίσκεται στη νότια πλευρά και πλαισιώνεται από έναν εντυπωσιακό πυλώνα. Δύο πλευρικές είσοδοι βρίσκονται από μια στην ανατολική και δυτική πλευρά. Εξωτερικά, στη ΝΑ γωνία, βρίσκεται ένας μιναρές, ύψους 22 μ., ενσωματωμένος στο κτίριο, αλλά με δική του εξωτερική είσοδο. Αρχικά ο μιναρές είχε έναν εξώστη, αλλά το 1913, όταν οι Τούρκοι ανακατέλαβαν το Διδυμότειχο, έχτισαν ξανά το πάνω μέρος του μιναρέ, που είχε γκρεμιστεί και πρόσθεσαν δεύτερο εξώστη, ψηλότερα από τον πρώτο. Η στέγη του τζαμιού είναι πυραμιδοειδής εξωτερικά (τετράκλιτη) και ήταν καλυμμένη από φύλλα μολύβδου, ενώ εσωτερικά υπάρχει θολωτή ψευδοροφή. Στο νότιο τοίχο, πάνω από το ιερό (μιχράμπ), σώζεται παράσταση όπου απεικονίζεται ουράνια πόλη και εντυπωσιάζει με την κομψότητα των οικοδομημάτων, την ακρίβεια της απόδοσης και την ποικιλία χρωμάτων. Οι υπόλοιποι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με καλλιγραφικά γράμματα, ρητά και γνωμικά από το Κοράνι, μικρές προσευχές κι επικλήσεις ιερών προσώπων. Η αρχική στέγη του μνημείου είναι φτιαγμένη από ξύλο βελανιδιάς και διατηρείται μέχρι σήμερα, θεωρείται δε από τα σημαντικότερα μνημεία από ξύλο στον κόσμο. Είναι τριγωνική (αντίθετα με άλλα τζαμιά που έχουν στέγη από τρούλο) και έχει τεχνοτροπία αρχιτεκτονικής των Σελτζούκων. Η ιδιαιτερότητά της ίσως να οφείλεται σε αλλαγή του αρχικού σχεδίου κατασκευής μετά το θάνατο του σουλτάνου, με αποτέλεσμα να επιλεχθεί η ξυλοκατασκευή, που εντυπωσιάζει με την τολμηρότητα του σχεδίου και την τεχνική της.  Το μνημείο βρίσκεται υπό κατάρρευση, αλλά από το 1969 ξεκίνησαν ορισμένα σωστικά μέτρα. Το 1970 μετά από έντονα καιρικά φαινόμενα κατέρρευσε μέρος του κυλινδρικού μιναρέ. Την περίοδο 1998-1999, για να προστατευτεί το μνημείο από τις βροχές, καλύφθηκε η στέγη με πλαστική μεμβράνη, η οποία σχίστηκε όταν το 2008 γκρεμίστηκε μέρος του μιναρέ. Το τζαμί σήμερα συντηρείται, καθώς υπάρχουν ρήγματα, αποκλίσεις, ανάπτυξη μούχλας λόγω γήρανσης υλικών, σεισμικές καταπονήσεις και επιδράσεις του περιβάλλοντος.

Κουρσουνλού τζαμί
Ξεχασμένο στη λήθη του χρόνου, στο κέντρο της Δράμας και στη συμβολή των οδών Αγαμέμνονος και Άρμεν, σώζεται μέρος του μουσουλμανικού τζαμιού, που χρησίμευε ως χώρος έκδοσης της τοπικής εφημερίδας «Θάρρος», μέχρι το 1981, οπότε διακόπηκε οριστικά η έκδοση. Τα υπολείμματα της βάσης ενός μιναρέ στη ΝΔ πλευρά, η ύπαρξη μιχράμπ στο εσωτερικό της νότιας πλευράς του, ο νότιος προσανατολισμός του κτίσματος, καθώς και η αναφορά του ως «οικοπέδου που ανήκει στο βακούφι», σε ελληνική πωλητήρια πράξη του 1928, το ταυτίζουν με τζαμί. Πρόκειται για το λεγόμενο Κουρσουνλού (μολυβδοσκέπαστο) τζαμί (αλλού αναφέρεται και ως Σαδριβάν τζαμί), που βρισκόταν στη συνοικία Ντεμπόι. Οι περιηγητές που επισκέφθηκαν κατά καιρούς την πόλη δεν το αναφέρουν. Φαίνεται πως ήταν ένα συνοικιακό τζαμί, μικρής σημασίας για την εποχή. Το κτίσμα αποτελείται από δυο χώρους, ένα κύριο με διαστάσεις 10,85Χ12,05 μ. και ένα δεύτερο, που αντιστοιχεί στη σκεπαστή στοά του τζαμιού, με διαστάσεις 10,85Χ5,75 μ. Παλαιότερα είχε στέγη, πιθανόν από τρούλο, με επένδυση από φύλλα μολύβδου, όπως φανερώνει και η ονομασία του. Στο κέντρο της βόρειας πλευράς του και πάνω από το μαρμάρινο υπέρθυρο της εισόδου προς τον κύριο χώρο, βρίσκεται εντοιχισμένη η κτητορική επιγραφή του. Είναι ένα ορθογώνιο ανάγλυφο που στις δυο άκρες του κοσμείται με ανάγλυφα φυτικά μοτίβα ισλαμικής τεχνοτροπίας. Στο μέσο του υπάρχει αραβογράμματη κουφική επιγραφή, με λέξεις παρμένες από την τουρκική και την αραβική γλώσσα. Από την επιγραφή μαθαίνουμε ότι το Κουρσουνλού Τζαμί ήταν ένα τυπικό τζαμί με στοά και αυλή, που ανακαινίστηκε το αργότερο ως το 1807, ότι χορηγός της ανακαίνισης ήταν ο Μεχμέτ Χαλίλ Αγά και ότι παραχωρήθηκε σε κάποιο άλλο μουσουλμανικό τζαμί. Από τη ζωγραφική διακόσμησή του σώζεται το τοιχογραφικό σύνολο που υπάρχει στη βόρεια εξωτερική πλευρά του. Οι παραστάσεις βρίσκονται σε κακή κατάσταση, γιατί είναι εκτεθειμένες στις καιρικές συνθήκες. Αλλού πάλι τμήματα τους είναι καλυμμένα με σοβά ή κατεστραμμένα από μεταγενέστερες επεμβάσεις. Σήμερα, θα πρέπει κάποιος να γνωρίζει την ύπαρξη του για να το αναγνωρίσει μέσα από τα χαλάσματα και τα δένδρα που έχουν φυτρώσει στην περιοχή, ενώ οι εκτεθειμένες στις καιρικές συνθήκες τοιχογραφίες του, μέρα με τη μέρα ξεθωριάζουν και χάνονται.

Γενί Τζαμί
Το Γενί Τζαμί είναι το μόνο τζαμί που διατηρείται στην Έδεσσα, χωρίς αλλοιώσεις και μετατροπές. Τα άλλα τουρκικά τζαμιά ή καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν. Χτίσθηκε το 1904 με έξοδα του Χασάν Φεχμί Πασά και ήταν τότε το 6ο τζαμί της πόλης. Το 1937 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο, ενώ το 1942 (την περίοδο της γερμανικής κατοχής ) εγκαινιάζεται το μουσείο της πόλης. Το οικοδόμημα είναι επηρεασμένο από τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και συγκεκριμένα στο πρότυπο της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα το Γενί Τζαμί στεγάζει αρχαιολογικά, βυζαντινά και βιομηχανικά εκθέματα από την Έδεσσα και την ευρύτερη περιοχή. Η συλλογή δυστυχώς δεν είναι ανοιχτή στο κοινό.

Τζαμιά στη Θεσσαλονίκη
Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 κατεδαφίστηκαν όλα τα τζαμιά της πόλης, ενώ το 1925 όλοι οι μιναρέδες, στα πλαίσια του «εξευρωπαϊσμού» της πόλης. Μερικά τζαμιά σώζονται ακόμα από την Οθωμανική περίοδο, όπως το τζαμί του Λεμπέτ, στο στρατόπεδο του Π. Μελά, που χτίστηκε για τους εγκλείστους μουσουλμάνους στο στρατόπεδο. Υπάρχει και το Αλατζά Ιμαρέτ (δηλαδή «πολύχρωμο άσυλο») ή Ισάκ Πασά Τζαμί που βρίσκεται στην οδό Κασσάνδρου, ΒΑ της εκκλησίας του Αγ. Δημητρίου. Στην είσοδο του κτιρίου υπάρχει επιγραφή, σύμφωνα με την οποία το Αλατζά Ιμαρέτ ιδρύθηκε το 1484 από τον Ισάκ Πασά, που ήταν Μεγάλος Βεζίρης επί Μωάμεθ Β’ και διοικητής της Θεσσαλονίκης επί Βαγιαζίτ Β’. Στο χώρο λειτουργούσε ιμαρέτ (πτωχοκομείο) και μεντρεσές (ιερατική σχολή). Το κτίριο έχει σχήμα ανάποδου Τ με κεντρικό χώρο, δύο μεγάλους θόλους, πλάγια διαμερίσματα στη δυτική πλευρά και στοά που στηρίζεται σε κίονες. Ο κεντρικός χώρος του κτιρίου ήταν χώρος προσευχής, ενώ στους τέσσερις παράπλευρους γινόταν η διδασκαλία και τα συσσίτια. Η ονομασία Αλατζά Ιμαρέτ οφείλεται στους πολύχρωμους λίθους (alaça) σε ρομβοειδή σχήματα που κοσμούσαν το μιναρέ του τζαμιού. Από τον μιναρέ σήμερα σώζεται μόνο η βάση του. Σήμερα στο Αλατζά Ιμαρέτ γίνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις και περιοδικές εκθέσεις.

Το Χαμζά Μπέη τζαμί, ευρύτερα γνωστό ως Αλκαζάρ, βρίσκεται στη συμβολή της Εγνατίας οδού και της οδού Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Χτίστηκε στα 1467/68 από την κόρη του στρατιωτικού διοικητή Χαμζά Μπέη, σύμφωνα με την επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στη δυτική πλευρά του κτιρίου. Το τζαμί αρχικά αποτελείτο από μια τετράπλευρη αίθουσα καλυμμένη με μολυβδοσκέπαστο τρούλο και πιθανόν είχε στοά στη δυτική πρόσοψη. Στη διάρκεια του 16ου αιώνα έγινε προσθήκη δύο ορθογώνιων θολωτών χώρων στη βόρεια και νότια πλευρά του αρχικού τζαμιού, κατασκευάστηκε μια ασύμμετρη περιμετρική στοά με περίβολο στα δυτικά, μοναδική του είδους σε τζαμί στον Ελλαδικό χώρο και μιναρές στη ΝΔ γωνία. Το 1620, ύστερα από σεισμό ή πυρκαγιά, έγινε η τρίτη ανακατασκευή του τζαμιού, από τον Καπί Μεχμέτ Μπέη, σύμφωνα με άλλη επιγραφή που βρίσκεται επάνω από την είσοδο. Η τοιχοποιία του αρχικού κτίσματος αποτελείται κυρίως από ζώνες πλίνθων, ανάμεσα σε ζώνες λίθων. Στο περιστύλιο χρησιμοποιήθηκαν παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα. Στο εσωτερικό του τζαμιού διατηρείται ο διάκοσμος με σταλακτίτες από γυψοκονίαμα και τοιχογραφίες με φυτικά και γεωμετρικά θέματα. Το Χαμζά Μπέη Τζαμί είναι γνωστό στους Θεσσαλονικείς ως «Αλκαζάρ», από τον ομώνυμο κινηματογράφο που στεγάστηκε για χρόνια στην περίστυλη αυλή του τζαμιού. Στο χώρο του έχουν στεγαστεί και εμπορικά καταστήματα. Σήμερα γίνονται έργα για την αναστήλωσή του που πρόκειται να στεγάσει τα αρχαιολογικά ευρήματα που αποκαλύπτονται από τις εργασίες για το μετρό της Θεσσαλονίκης. Απέναντι από το Χαμζά Μπέη Τζαμί βρίσκεται το Μπεζεστένι.

Το Γενί τζαμί είναι σημαντικό μνημείο της περιόδου της Τουρκοκρατίας στη Θεσσαλονίκη. Χτίστηκε το 1902 από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι (Vitaliano Poselli) και χρησίμευε ως τόπος λατρείας για τους Εβραίους που είχαν εξισλαμιστεί, τους επονομαζόμενους Ντονμέ (Donmeh). Έχει δύο ορόφους και συμβαδίζει με την εκλεκτικιστική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Μετά την απέλαση των Ντονμέδων (1924), στο κτίριο στεγάστηκε το νεοσύστατο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, έως ότου μεταφέρθηκε στο νέο του κτίριο στη Λεωφόρο Στρατού. Σήμερα χρησιμοποιείται ως εκθεσιακός χώρος.

Τζαμί Χαλίλ Μπέη
Το τζαμί του Χαλίλ Μπέη (σήμερα γνωστό ως «Παλιά Μουσική») είναι το πιο παλιό της Καβάλας και χρονολογείται περίπου στα μέσα του 6ου αιώνα (μεταξύ 1535 και 1565). Το τζαμί αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου συγκροτήματος κτιρίων, που περιλάμβανε και ένα ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσές), που σώζεται μέχρι και σήμερα. Στο πλαίσιο εργασιών αναστήλωσης και διαμόρφωσης του τζαμιού Χαλίλ Μπέη, η ανασκαφική έρευνα μέσα στο τζαμί και στο χώρο της αυλής του μεντρεσέ, οδήγησε στην αποκάλυψη του πρώτου χριστιανικού λατρευτικού κτίσματος της «εντός των τειχών» πόλης κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Αν επιβεβαιωθούν οι ενδείξεις αυτές, τότε προκύπτει και μια άλλη, διπλή δυνατότητα. Να ταυτιστεί το τζαμί με μια χριστιανική εκκλησία, για την οποία ελάχιστα γνωρίζουμε μέχρι τώρα ή να ανακαλυφθεί μία ευρύτερη εξελικτική πορεία ενός χριστιανικού χώρου λατρείας. Αυτά τα δύο ενδεχόμενα αναφέρονται, επειδή, στο χώρο όπου βρίσκεται σήμερα η «Παλιά Μουσική» βρισκόταν, σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα και την προφορική παράδοση, η βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Το πιο πιθανό «σενάριο» σχετικά με την τύχη αυτού του χριστιανικού ναού είναι ότι αρχικά μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τζαμί και αργότερα στην ίδια θέση κτίστηκε το σωζόμενο τζαμί.

Γενί τζαμί
Πρόκειται για κτίριο του 19ου αιώνα, στο οποίο στεγάζεται προσωρινά το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λάρισας. Βρίσκεται στην πλατεία Λαού απέναντι από τον Ιερό Ναό του Αγίου Βησσαρίωνα και το ωδείο.

Τζαμιά στο Ρέθυμνο
Μερικά εντυπωσιακά τούρκικα τζαμιά σώζονται ακόμα στην πόλη του Ρεθύμνου: Το τζαμί του Βελή Πασά χτίστηκε πάνω από την εκκλησία του Αγίου Ονούφριου και παρουσιάζει κάποια μοναδικά κατασκευαστικά χαρακτηριστικά. Το τζαμί Ιμπραήμ Χαν (Βενετσιάνικος καθεδρικός ναός που τροποποιήθηκε από τους Τούρκους) είναι επίσης αξιοσημείωτα. Το τζαμί Καρά Μούσα πήρε το όνομά του από τον τούρκο διοικητή των ναυτικών επιχειρήσεων κατάληψης του Ρεθύμνου, το 1646. Στη θέση του, κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, υπήρχε μονή αφιερωμένη στην Αγία Βαρβάρα. Στη θέση του, δυτικά από το κεντρικό κτίριο, υπάρχει ο ερειπωμένος μιναρές του τζαμιού, ο οποίος δεν είναι ορατός από το δρόμο λόγω της υψηλής και πυκνής βλάστησης. Μπροστά από το τζαμί υπάρχει και ένα μαυσωλείο. Έξω από το τζαμί και μπροστά στο δρόμο, βρίσκεται ακόμη μια στεγασμένη τουρκική κρήνη με θόλο, η οποία έχει δύο όψεις: μία από την πλευρά της οδού Αρκαδίου και μία από την αυλή του τζαμιού. Κάτω από το θόλο της γίνεται η είσοδος στο τζαμί. Στον περίβολο σώζεται ακόμη και ένας τουρμπές (θολωτή νεκρική κατασκευή), στον οποίο ίσως είχε ενταφιαστεί ο ιδρυτής του τζαμιού. Σήμερα, στο χώρο στεγάζεται εργαστήριο συντήρησης της 13ης Εφορείας Αρχαιοτήτων.

Αναμφίβολα το Νερατζέ τζαμί είναι το καλύτερα διατηρημένο και πιο εντυπωσιακό τζαμί στην παλιά πόλη (εξάλλου πάντα ήταν το μεγαλύτερο και πιο πολυτελές), γνωστό σημείο ραντεβού και εμβληματικό κτίριο του Ρεθύμνου. Οι ντόπιοι το λένε πάντα Ωδείο, τονίζοντας τη νέα του χρήση. Είναι μια αίθουσα μουσικής με δύο τρούλους, ενώ ο τρίτος αποτελεί τη σκηνή. Πριν γίνει τζαμί, το επιβλητικό κτίσμα ήταν ενετικός ναός της Παναγίας και καθολικό του μοναστηριού των Αυγουστινιανών μοναχών, που υπήρχε εδώ (βρέθηκαν δεκάδες βενετσιάνικοι τάφοι). Τζαμί έγινε το 1657 από τον Γαζή Χουσεΐν Πασά (Νεραντζέ λεγόταν από μια νεραντζιά που υπήρχε δίπλα του) και τότε χτίστηκαν οι τρούλοι. Το παρεκκλήσι του Corpus Christi που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο το μετέτρεψαν οι Τούρκοι σε ιεροσπουδαστήριο, αλλά σήμερα θα δείτε Ρεθυμνιώτες μαθητές να σπουδάζουν πιάνο, λύρα και κρουστά. Στο βορινό τοίχο διατηρείται ένα περίφημο θύρωμα με 4 κίονες. Το ωδείο σιγά-σιγά μεταφέρεται στο νέο σπίτι του πολιτισμού, ακριβώς δίπλα). Διάσημος όσο και το τζαμί είναι ο περίφημος μιναρές του 1890, έργο του πρωτομάστορα Γιώργου Δασκαλάκη, φτιαγμένος με τον περίφημο πωρόλιθο του χωριού Αλφά με τον οποίο φτιάχτηκαν πολλά ιστορικά κτίρια στο Ρέθυμνο. Έχει δύο εξώστες και μνημειακή αρχιτεκτονική.

Τζαμί Σουλεϊμάν
Το επιβλητικό τζαμί του Σουλεϊμάν στη Ρόδο, που ορθώνεται λίγα μόλις μέτρα από το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου, στη συμβολή των οδών Σωκράτους και Ορφέως, υπενθυμίζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο στους εντυπωσιασμένους από τη μεσαιωνική αύρα επισκέπτες, ότι το μουσουλμανικό στοιχείο είναι πανταχού παρόν. Το κτίριο που βλέπουμε σήμερα, ένα από τα ομορφότερα της Παλιάς Πόλης. Θεμελιώθηκε το 1808, στη θέση όπου στεκόταν αρχικά το τζαμί το οποίο χτίστηκε το 1523, έπειτα από εντολή του ίδιου του Σουλεϊμάν. Ακριβώς απέναντι βρίσκεται η μουσουλμανική βιβλιοθήκη Αχμέτ Χαφούζ.

Τζαμιά στις Σέρρες
Στις Σέρρες υπάρχουν δυο τζαμιά, ένα από τα οποία είναι το τζαμί Ζινζιρλί, ένα κτίσμα της σχολής Σινάν, από το τέλος του 16ου αιώνα. Βρίσκεται στο ΝΔ τμήμα της πόλης. Το Τέμενος πρόσφατα συντηρήθηκε και χρησιμοποιείται ως αποθήκη αρχαιοτήτων.

Το άλλο, το τζαμί Μεχμέτ Μπέη ή Αχμέτ Πασά, γνωστό και ως Αγιά Σοφία, χτίστηκε το 1492-1493 και είναι το μεγαλύτερο και αρχαιότερο από τα σωζόμενα τζαμιά των Σερρών. Βρίσκεται δίπλα στο ρέμα των Αγίων Ανάργυρων, ΝΑ της πόλης. Ανοικοδομήθηκε από τον Μεχμέτ Μπέη, που ήταν σύζυγος της πριγκίπισσας Σελτζούκ Χατούν (κόρη του Βαγιαζήτ Β’). Τα υλικά με τα οποία κτίστηκε είναι ο κίτρινος πωρόλιθος, ενώ οι θόλοι του είναι κτισμένοι με πλίνθους σκεπασμένους από μόλυβδο. Οι τοίχοι στο εσωτερικό ήταν επιχρυσωμένοι και σύμφωνα με περιηγητές, ένας κήπος περιέβαλε όλο το μνημείο. Δεν είναι γνωστό πότε σταμάτησε να λειτουργεί το μνημείο ως τζαμί. Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι πλημμύρες του γειτονικού χειμάρρου του προκάλεσαν ζημιές. Ήταν διάσημο τζαμί στη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, το τζαμί αυτό είναι το καλύτερο της Ρούμελης και της Περσίας.

Κουρσούμ τζαμί
Το τζαμί του Οσμάν Σαχ ή Κουρσούμ τζαμί (Μολυβένιο τζαμί) βρίσκεται νότια της πόλης των Τρικάλων και μετά την είσοδο από την πλευρά της Καρδίτσας. Είναι το μόνο που σώζεται από τα πολλά οθωμανικά τζαμιά που υπήρχαν κάποτε στην πόλη. Κτίστηκε στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Οσμάν Σαχ (Osman Sah) ή Καρά Οσμάν πασά (Qara Osman Pasa), γιο του Μουσταφά πασά (Mustafa Pasa, 1525/26). Η παράδοση λέει, ότι ο Οσμάν Σαχ ήλθε στα Τρίκαλα κυνηγημένος και άρρωστος. Επειδή γιατρεύτηκε από την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε, έχτισε το τζαμί αυτό σε ανάμνηση της θεραπείας του και το προίκισε με πολλά αγαθοεργά ιδρύματα. Το τέμενος είναι ένα από τα 79 τζαμιά και το μόνο που σώζεται σε ελληνικό έδαφος, που έχτισε ο ελληνικής καταγωγής ονομαστός αρχιτέκτονας του 16ου αιώνα Σινάν (Koca mimar Sinan) (1490–1588). Η ακριβής χρονολογία ανέγερσης του τζαμιού είναι άγνωστη, αφού δε διασώθηκε κάποια ιδρυτική επιγραφή. Πιθανολογείται ότι χτίστηκε, στα μέσα του 16ου αιώνα, δέκα χρόνια περίπου πριν το θάνατο του Οσμάν Σαχ, που θάφτηκε στον γειτονικό τουρμπέ (μαυσωλείο) το 1567/8. Χτισμένο στις όχθες του ποταμού Ληθαίου περιβαλλόταν από τα άλλα ιδρύματα που έχτισε ο Οσμάν Σαχ, όπως το πτωχοκομείο, το σχολείο, ο μεντρεσές, το χάνι κ.ά. Από τα κτίσματα αυτά σήμερα σώζεται μόνο το τζαμί κι το μαυσωλείο, νότια του τζαμιού, όπου ετάφη ο Οσμάν Σαχ, ένα οκταγωνικό κτίσμα που καλύπτεται με ημισφαιρικό θόλο. Σήμερα στο εσωτερικό του τουρμπέ φυλάσσονται αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής. Το τζαμί είναι χαρακτηριστικό μνημείο της ανατολικής αρχιτεκτονικής κι αποτελείται από μια τετράγωνη αίθουσα προσευχής που καλύπτεται μ’ ένα πελώριο ημισφαιρικό και μολυβδοσκέπαστο θόλο, απ’ όπου και η ονομασία του (κουρσούμ = μολύβι). Έχει διάμετρο 18 μ. και ύψος περίπου 22 μ. Είναι κτισμένο από πελεκητές πέτρες ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν στρώσεις ερυθρών πλίνθων, κατασκευασμένο έτσι ώστε να έχει τέλεια ακουστική. Η κατεστραμμένη παλιότερα στοά (revak) στην πρόσοψη, αναστηλώθηκε πρόσφατα. Στη ΒΔ γωνία του τεμένους σώζεται ο ασκεπής μιναρές του. Το 1993 το τζαμί ανακατασκευάστηκε και είναι μνημείο προστατευόμενο από την UNESKO. Σήμερα, χρησιμοποιείται σαν χώρος ήπιων εκδηλώσεων, όπως εκθέσεις έργων τέχνης, ομιλίες. Το όμορφο θέαμα συμπληρώνουν το σιντριβάνι που βρίσκεται στην είσοδο και το άφθονο πράσινο στον περιβάλλοντα χώρο.

Τζαμί του Εμίρ-Ζάδε
Στο τουρκικό τζαμί της Χαλκίδας, που πιθανολογείται ότι χτίστηκε τον 15ο αιώνα, στεγάζεται βυζαντινή συλλογή, κυρίως από βυζαντινά και μεταβυζαντινά γλυπτά, ψηφιδωτά και κεραμικά, ενώ διάφορα έργα τέχνης εκτίθενται στην Δημοτική Πινακοθήκη.

Τζαμί του Κιουτσούκ Χασάν
Το τζαμί του Κιουτσούκ Χασάν (Γιαλί Τζαμισί) είναι ένα λαμπρό δείγμα ισλαμικής τέχνης της Αναγέννησης, στα Χανιά, που διακρίνεται για την ιδιορρυθμία του, είναι το μοναδικό από τα σωζόμενα τζαμιά της πόλης και ανάγεται στο β’ μισό του 17ου αιώνα. Κτίστηκε προς τιμήν του πρώτου φρούραρχου των Χανίων, Κιουτσούκ Χασάν και μετά από έρευνα της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, διαπιστώθηκε ότι στη θέση του υπήρχε μικρός μονόχωρος ναός. Το τζαμί είναι ένα κυβικό κτίσμα που καλύπτεται από ένα μεγάλο ημισφαιρικό, χωρίς τύμπανο, τρούλο που τον στηρίζουν 4 περίτεχνα πέτρινα τόξα. Από τη δυτική και τη βόρεια πλευρά του περιβάλλεται από στοά στεγασμένη από 6 μικρούς τρούλους, χωρίς τύμπανο. Αρχικά η στοά ήταν ανοικτή όπως συνηθίζεται στα τζαμιά. Γύρω στα 1880 η στοά μετατράπηκε σε κλειστή με τοξωτά ανοίγματα και έντονα νεοκλασικό ύφος. Το τέμενος Κιουτσούκ (μικρού) Χασάν ή Γιαλί Τζαμισί (τζαμί του γιαλού), όπως επικράτησε να λέγεται, ήταν έργο Αρμένιου αρχιτέκτονα, που είχε κατασκευάσει και άλλο όμοιό του στο χωριό Σπανιάκο του Σελίνου. Το τζαμί, στην αυλή του οποίου υπήρχαν φοινικόδεντρα και τάφοι πασάδων και γενιτσάρων, σταμάτησε τη λειτουργία του το 1923. Σήμερα είναι αναπαλαιωμένο, χωρίς όμως τον μικρό αλλά γραφικό μιναρέ του που κατεδαφίστηκε το 1920 (κατ' άλλους το 1939). Λόγω του πολέμου, με πρωτοβουλία και μέριμνα του καθηγητή Νίκου Τωμαδάκη, μεταφέρθηκε εκεί το Αρχαιολογικό Μουσείο, ενώ αργότερα το τζαμί χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη, μουσείο λαϊκής τέχνης, γραφείο του ΕΟΤ και πρόσφατα ως χώρος εκδηλώσεων και εκθέσεων.

Χιουγκιάρ Τζαμισί

Η μεγάλη Μονή του Τάγματος των Δομινικανών μοναχών στα Χανιά, χτίστηκε γύρω στα 1320 από την αδελφότητα της Κάντια. Αρχιτεκτονικά ακολουθεί το πρότυπο της Κεντρικής Μονής του Αγίου Πέτρου. Η μονή, όπως τη γνωρίζουμε από απεικονίσεις σε παλαιούς χάρτες, φωτογραφίες και περιγραφές αποτελείται από το ναό με το υψηλό κωδωνοστάσιο και διπλή στοά στη βόρεια πλευρά. Από το συγκρότημα σήμερα σώζεται αλλοιωμένο το καθολικό και ένα μέρος της δυτικής στοάς στη βόρεια πλευρά του. Ο ναός ήταν βασιλική με εγκάρσιο κλίτος, το οποίο κατέληγε σε τριμερές βήμα χωρίς αψίδα. Το κεντρικό τμήμα του ιερού και ο σολέας στεγάζεται από μεγάλα σταυροθόλια με έξεργες νευρώσεις και τα πλάγια διαμερίσματα του ιερού από οξυκόρυφες καμάρες. Ο υπόλοιπος ναός ήταν με ξύλινη δίρριχτη στέγη. Στο δυτικό τοίχο του νότιου τμήματος του εγκάρσιου κλίτους έχει τοποθετηθεί μεταγενέστερα εξομολογητήριο με τη μορφή μανιεριστικού θυρώματος. Εξωτερικά ο ναός αντιστηρίζεται με υψηλές αντηρίδες, ενσωματωμένες στην τοιχοποιία. Το ΒΔ διαμέρισμα του ιερού, που στεγάζεται σήμερα με σταυροθόλιο είναι το υπόλοιπο της βάσης του υψηλού κωδωνοστασίου. Στο τμήμα αυτό του ναού έγιναν ερευνητικές εργασίες από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, από τις οποίες προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία για την αρχική του μορφή. Από το μέσο του εγκάρσιου κλίτους ένα τοξωτό άνοιγμα, που διαμορφώθηκε μεταγενέστερα με την προσθήκη ενός θυρώματος σε δεύτερη χρήση, οδηγούσε στη στοά με τα κελιά. Σήμερα σώζεται η περίκλειστη αυλή και η βόρεια πλευρά της διώροφης στοάς. Το ισόγειο αποτελείται κατά ένα μέρος του από σκεπαστή στοά, που στεγάζεται από σταυροθόλια και έχει δωμάτια στον όροφο. Στο κέντρο της αυλής υπήρχε μικρή δεξαμενή. Στην Τουρκοκρατία, ο ναός μετατράπηκε στο Χιουγκάρ Τζαμισί (το τζαμί του Ηγεμόνα), που υπήρξε το κεντρικό τζαμί της πόλης. Η σημασία του τονίζεται από την ύπαρξη δύο αντί ενός εξωστών (σεριφιέδων) στο μιναρέ που κτίστηκε στη ΝΔ γωνιά του ναού. Τα μορφολογικά στοιχεία του μιναρέ παρουσιάζουν ενδιαφέρον γιατί ακολουθούν βενετσιάνικη παράδοση. Στην πλατεία μπροστά από το τζαμί διαμορφώθηκε τον 18ο αιώνα μια υπόγεια κρήνη για τις απαραίτητες τελετουργικές νίψεις. Το 1918, οι ορθόδοξοι των Χανιών κατέλαβαν το ναό και τον καθιέρωσαν προς τιμήν του Αγίου Νικολάου. Τότε προστέθηκε μεγάλη ημικυλινδρική αψίδα στην ανατολική πλευρά. Στη δεκαετία του ’50 μια ατυχής απόπειρα αποκατάστασης του ναού οδήγησε στην αντικατάσταση της ξύλινης στέγης με νέα κατασκευή από σκυρόδεμα και τη διαίρεση του εσωτερικού με τσιμεντένιες κιονοστοιχίες.

Τεκές Ρούσσας
Ο τεκές του Σεγγήτ Αλή Σουλτάν γνωστός και ως ο τεκές της Ρούσσας, αλλά και ως ο τεκές του Κιζίλ Ντελή, βρίσκεται 3 χλμ. έξω από το χωριό Ρούσσα, στο νομό Έβρου, ανάμεσα στα άλλοτε δερβενοχώρια Γονικό, Μεγάλο Δέρειο και Ρούσσα. Πρόκειται για ένα θρησκευτικό χώρο συνάθροισης Μπεκτασίδων, που ιδρύθηκε από τον δερβίση Σεγγήτ Αλή Σουλτάν, περί το 1400-1403 μ.Χ., όταν ο Σουλτάνος Γιλντιρήμ Μπεγιαζήτ Χαν (Βαγιαζήτ Α’) παραχώρησε τον συγκεκριμένο χώρο εκδίδοντας φιρμάνι. Ο Σεγγήτ Αλή Σουλτάν, ιδρυτής του Τεκέ, επειδή ήταν σβέλτος και ευκίνητος πολεμιστής πήρε την ονομασία «Κιζίλντελη» (δηλαδή ερυθρός-τρελός). Μια άλλη παράδοση αναφέρει ότι ο Σεγγήτ Αλή Σουλτάν πήρε το όνομα αυτό γιατί ο τεκές που ίδρυσε βρίσκεται κοντά στον ποταμό «Κιζίλντελη» (Ερυθροπόταμος), παραπόταμο του Έβρου. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο ποταμός ονομάστηκε έτσι επειδή όσο ζούσε ο Σεγγήτ Αλή Σουλτάν χρησιμοποιούσε την ονομασία αυτή για τον ποταμό. Επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο τεκές χρησιμοποιείτο από τους Τούρκους μετανάστες ως προσωρινός τόπος συγκέντρωσης και στέγασης, πριν αποσταλούν σε άλλα μέρη. Γενικά οι τεκέδες, από τα τέλη του 14ου αιώνα στην περιοχή του Έβρου, έλεγχαν και φρουρούσαν τις οδικές αρτηρίες, αλλά και απολάμβαναν φορολογικές ελαφρύνσεις. Ο τεκές του Σεγγήτ Αλή Σουλτάν φύλαγε το ορεινό πέρασμα από τη Ροδόπη προς το Σουφλί και το Διδυμότειχο. Ο τεκές του Σεγγήτ Αλή Σουλτάν αποτελείται από τα εξής κτήρια: το μαυσωλείο, το Τζεμεβή (τόπο προσευχής), το Ασεβή (μαγειρείο), το Μεκτέπ (σχολείο), το Κονούκεβη (ξενώνας), τον Τσεσμέ (βρύση), το Πασά Κονακλαρή (αρχοντικά κονάκια), το Μεζαρλήκ (νεκροταφείο) και ένα ερείπιο που θεωρείται ότι είναι το τζαμί. Από το 2002, ο χώρος διοικείται και συντηρείται από τη «Διοικητική Επιτροπή Προστασίας Βακουφίου του Σεγγήτ Αλή Σουλτάν».

Ιρενί Τεκές
Ο Ιρενί τεκές, ή Ντουρμπαλού τεκές και σήμερα «τεκές των Ασπρογείων» ήταν ένας αλβανικός τεκές (μουσουλμανικό μοναστήρι), που βρίσκεται στην περιφέρεια των Φαρσάλων, στο άλλοτε χωριό Ιρενί, σήμερα λέγεται Άνω Ασπρόγεια. Ο τεκές αυτός βρίσκονταν μέσα σε μια κατάφυτη τοποθεσία και τιμόταν στο όνομα του δερβίση Ντουρμπαλού, από όπου και το όνομά του. Υπολογίζεται ότι πρέπει να αναγέρθηκε περίπου το 1770, από Έλληνα μοναχό, όπου αργότερα καταλήφθηκε από Μεβλεβήδες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, σε κάποια επίσημη διέλευση βασιλιά ή πρωθυπουργού από την περιοχή βρέθηκε να κατοικείται από 6 Αλβανούς υπερήλικες δερβίσηδες υπό τον ηγούμενό τους Κιαξήμ Μπαμπά. Ο τεκές διέθετε και προσωπικό άνω των 20 ατόμων, για διάφορες εργασίες εσωτερικές και εξωτερικές αγροτικές, με το οποίο εξυπηρετείτο. Οι δερβίσηδες του Ιρενί τεκέ ήταν πολύ φιλόξενοι. Έξω από τον αυλόγυρο του τεκέ υπήρχε ένα μικρό τζαμί που λεγόταν «τζαμί Ντουρμπαλού», το οποίο ήταν πρώην χριστιανικό κτίσμα, ξωκλήσι, τιμώμενο στο όνομα του Αγίου Γεωργίου. Σημειώνεται ότι στον Ιρενί τεκέ είχαν καταφύγει από το 1925 πολλοί σημαίνοντες Αλβανοί, εχθρικά διακείμενοι προς τον Αλβανό βασιλιά Αχμέτ Ζώγου, που τους καταδίωκε επειδή πρόσκειντο φιλικά στον Φαν Νόλη, βρίσκοντας σ’ αυτό, και εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας, ευπρόσδεκτο άσυλο. Σήμερα ο τεκές των Ασπρογείων ελάχιστα θυμίζει την αλλοτινή του δόξα. Πρόκειται για ένα τελείως εγκαταλελειμμένο διώροφο κτίσμα, περίπου 7Χ10 μ., του οποίου παράθυρα, πόρτες και εσωτερικό χαγιάτι έχουν καταστραφεί, η δε σκεπή του έχει σχεδόν καταρρεύσει. Διατηρείται όμως σε καλή κατάσταση το τζαμί της μονής και κάποιοι τάφοι δερβίσηδων γύρω από αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου