19 Ιουν 2012

Ο φιλόσοφος Σωκράτης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Σωκράτης έζησε στην Αθήνα το 470 π.Χ. (Εγκυκλοπαίδεια Britannica 2009) ή 469 π.Χ.-399 π.Χ. (Ιστορία Ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών), ήταν Έλληνας Αθηναίος φιλόσοφος και μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού και παγκόσμιου πνεύματος και πολιτισμού και ένας από τους ιδρυτές της Δυτικής φιλοσοφίας. Ενδεικτικό της σημασίας του για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία είναι ότι όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι πριν από αυτόν ονομάστηκαν Προσωκρατικοί. Αναρίθμητοι είναι οι μελετητές που έχουν ασχοληθεί με τον Σωκράτη, στους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατό του, πολλοί από τους οποίους είναι ιδιαίτερα φημισμένοι, έτσι ώστε ο W.K.C. Gutrie να γράψει ότι «στο τέλος ο καθένας έχει το δικό του, ως ένα βαθμό Σωκράτη, που δεν είναι ίδιος ακριβώς με τον Σωκράτη κανενός άλλου» («Σωκράτης», W.K.C. Gutrie, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1991). Είχε έναν πολυάριθμο κύκλο πιστών φίλων, κυρίως νέων από αριστοκρατικές οικογένειες, απ’ όλη την Ελλάδα. Ορισμένοι από αυτούς έγιναν γνωστοί ως ιδρυτές φιλοσοφικών σχολών διαφόρων κατευθύνσεων. Οι γνωστότεροι ήταν ο Πλάτωνας και ο Αντισθένης στην Αθήνα, ο Ευκλείδης στα Μέγαρα, ο Φαίδωνας στην Ηλεία και ο Αρίστιππος στην Κυρήνη («Αρχές Φιλοσοφίας», Θεοδόσιος Πελεγρίνης, Αθήνα 1999). Οι κυριότερες πηγές για τη ζωή του είναι κατ’ αρχάς ο μαθητής του Πλάτων, ο ιστορικός Ξενοφών, ο φιλόσοφος Αριστοτέλης και ο συγγραφέας κωμωδιών Αριστοφάνης.

Η ΖΩΗ ΤΟΥ
Ήταν γιος του Σωφρονίσκου και της Φαιναρέτης από το δήμο της Αλωπεκής (Διογ. Λαερτ. 2,40). Παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία την Ξανθίππη. Οι πληροφορίες για τη ζωή του Σωκράτη είναι ποικίλες και ο μελετητής του αρχαιοελληνικού κόσμου μπορεί να βγάλει ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Διάφοροι αξιόλογοι συγγραφείς ασχολήθηκαν μαζί του, ήδη από την αρχαιότητα, και ο καθένας πρόσθεσε νέες πτυχές από τη ζωή του. Έτσι, ο Πορφύριος μας πληροφορεί ότι ο Σωκράτης, όπως συνηθιζόταν στην αρχαία Αθήνα, ασχολήθηκε αρχικά με τη γλυπτική τέχνη, το επάγγελμα του πατέρα του, που ήταν λιθοξόος, πριν το εγκαταλείψει «χάριν της παιδείας», όπως έγραψε αργότερα, ο Λουκιανός («Ενύπνιον» 12).
Στα 17 του χρόνια γνώρισε το φιλόσοφο Αρχέλαο, που του μετέδωσε το πάθος για τη φιλοσοφία και τον έπεισε να αφιερωθεί σ’ αυτήν. Μία πιο βαθιά ψυχολογική πλευρά του φανερώνει ο Πλάτωνας, που στην «Απολογία» του παρουσιάζει τον Σωκράτη να θεωρεί τη φιλοσοφική ενασχόληση ως θεία εντολή. Εδώ, ο Σωκράτης μπορεί να χαρακτηριστεί ως θεόπνευστος, καθώς αναφέρει το ισχυρό του ένστικτο, ως μία εσωτερική παρόρμηση, να του υπαγορεύει ποιες πράξεις και ενασχολήσεις πρέπει να ακολουθήσει. Συχνά μάλιστα δήλωνε ότι άκουγε μέσα του μία φωνή, που την ονόμαζε «δαιμόνιο», και η οποία τον εμπόδιζε να πράττει ό,τι δεν ήταν σωστό.
Στις φιλοσοφικές του έρευνες τον παρακολουθούσαν πολλοί, ιδιαίτερα νέοι, που ένιωθαν ευχαρίστηση ακούγοντάς τον να μιλάει και να συζητάει για θέματα κοινωνικά, πολιτικά, ηθικά και θρησκευτικά. Έτσι σχηματίστηκε γύρω του ένας όμιλος, που δεν αποτελούσε όμως σχολή, γιατί ο Σωκράτης δεν δίδαξε συστηματικά, αλλά διαλεγόταν σε κάθε σημείο της πόλης, με ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και σε αντίθεση με τους σοφιστές δεν έπαιρνε χρήματα από τους μαθητές του.
Απέφευγε την εμπλοκή στην πολιτική και προτιμούσε να πορεύεται τη δική του ανεξάρτητη πορεία. Μόνη εξαίρεση, όταν η πατρίδα τον καλούσε. Έτσι έλαβε μέρος σε τρεις εκστρατείες στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, στην πολιορκία της Ποτίδαιας, στο Δήλιο της Βοιωτίας το 424π.Χ. («ήμουν μαζί του στην υποχώρηση», λέει ο Λάχης στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, «και αν όλοι ήταν σαν τον Σωκράτη, η πόλη μας ποτέ δε θα πάθαινε εκείνη τη συμφορά») (Πλάτωνος Λάχης 181a). Το 422 π.Χ. στη μάχη της Αμφίπολης έσωσε τη ζωή του Αλκιβιάδη και έδειξε απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, όπως περιγράφει ο ίδιος ο Αλκιβιάδης στο πλατωνικό Συμπόσιο (Πλάτωνος Συμπόσιο 220 d-e). Το 406 π.Χ., στη δίκη των 10 Αθηναίων στρατηγών, όταν συνέπεσε η φυλή στην οποία ανήκε να έχει την πρυτανεία, αρνήθηκε να υποκύψει στην απαίτηση να φέρει σε ψηφοφορία στην Εκκλησία του Δήμου μία παράνομη πρόταση: να δικαστούν ομαδικά και όχι ο καθένας ξεχωριστά, όπως όριζε ο νόμος οι στρατηγοί που είχαν κατηγορηθεί ότι δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς κατά τη ναυμαχία στις Αργινούσες, κάτι απαράδεκτο νομικά στην αθηναϊκή δημοκρατία (Πλάτωνος Απολογία 32a-c). Το 404 π.Χ. με την ίδια τόλμη εναντιώθηκε στους Τριάκοντα τυράννους, όταν αρνήθηκε να συλλάβει έναν δημοκρατικό πολίτη, τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο (Πλάτωνος Απολογία 32a-c).
Το 399 π.Χ. διατυπώθηκε εναντίον του κατηγορία για ασέβεια προς τους θεούς και για διαφθορά των νέων.[1] Ο φιλόσοφος καταδικάστηκε, με βάση την κατηγορία, σε θάνατο. Ως σκοπιμότητα της κατηγορίας θεωρήθηκε η διδασκαλία του, η οποία επιδρούσε στους νέους, και με τον φιλελευθερισμό που τον διέκρινε, θεωρήθηκε ανατρεπτικός. Ουσιαστικό κίνητρο, όμως, υπήρξε η αντιζηλία του με σημαντικούς άνδρες της εποχής. Ενώ ένας από τους βασικούς λόγους για κατηγορία του, στην πραγματικότητα ήταν ότι ένας από τους μαθητές του, και μάλιστα από τους πιο σημαντικούς, είχε πάρει μέρος στην εξουσία των τυράννων.
Στη διάρκεια της δίκης ο Σωκράτης έδειξε θάρρος, ενώ η αναγγελία της ποινής δεν κατάφερε να τον βγάλει από τη θεϊκή του αταραξία. Μετά την καταδίκη του παρέμεινε στο δεσμωτήριο 30 μέρες, γιατί ο νόμος απαγόρευε την εκτέλεση της θανατικής ποινής πριν την επιστροφή του ιερού πλοίου από τις γιορτές της Δήλου. Από τον διάλογο του Πλάτωνα «Κρίτων» μαθαίνουμε ότι ο Σωκράτης θα μπορούσε να σωθεί, αν ήθελε, αφού οι μαθητές του είχαν τη δυνατότητα να τον βοηθήσουν να αποδράσει. Ο Σωκράτης αρνήθηκε και, ως νομοταγής πολίτης και αληθινός φιλόσοφος, περίμενε τον θάνατο ειρηνικά και γαλήνια, και ήπιε το κώνειο, όπως πρόσταζε ο νόμος.
Παρ’ όλα αυτά, το Μάιο του 2012, πραγματοποιήθηκε εκ νέου η δίκη του Σωκράτη από Συμβούλους του Αρείου Πάγου και γνωστούς δικηγόρους και δικαστές, χρησιμοποιώντας τους νόμους της εποχής εκείνης, και ως αποτέλεσμα ο Σωκράτης αθωώθηκε για τις κατηγορίες τις οποίες έφερε.
Ο Σωκράτης, όπως και ο Πυθαγόρας, δεν άφησε κανένα σύγγραμμα. Γι' αυτό είναι πολύ δύσκολο να καθοριστεί ακριβώς το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του και, πρακτικά, ό,τι γνωρίζουμε για τον Σωκράτη προήλθε κυρίως από όσα έγραψαν οι μαθητές του σχετικά με αυτόν, καθώς κι ορισμένους συγγραφείς που επικεντρώθηκαν στη μελέτη της προσωπικότητάς του. Κατά τον Σωκράτη, ο Θεός δεν φιλοσοφεί, γιατί κατέχει τη σοφία, φιλοσοφεί όμως ο άνθρωπος, που η ύπαρξή του είναι πεπερασμένη.
Στην εποχή του Σωκράτη έχουμε με τους Σοφιστές τη στροφή της φιλοσοφίας προς τον άνθρωπο και τη χρήσιμη αρετή, ενώ προηγουμένως το κύριο θέμα της φιλοσοφίας των προσωκρατικών ήταν η φύση. Βέβαια, οι Σοφιστές, ως μη φιλόσοφοι, δεν διείσδυσαν σε βάθος στη μελέτη της πραγματικής ουσίας του ανθρώπου, κάτι που ξεκίνησε με τον Σωκράτη, ο οποίος πρώτος θεώρησε την ψυχή ως την πραγματική ουσία του ανθρώπου και την αρετή ως αυτό που επιτρέπει την πλήρωση της ανθρώπινης φύσης μέσα από την αναζήτηση και βελτίωση της ψυχής. Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει αυτή τη στροφή του πνεύματος με τη φράση «επί Σωκράτους το δε ζητείν τα περί φύσεως έληξε, προς τη χρήσιμη αρετή και την πολιτική δε απόκλεινον οι φιλοσοφούντες».
ΣΩΚΡΑΤΙΚΗ (ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ) ΜΕΘΟΔΟΣ
Η μαιευτική ήταν η μέθοδος, η οποία, σε συνδυασμό με τη χρήση της ειρωνείας, αποτελούσε χαρακτηριστικό της σωκρατικής διδασκαλίας. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, ο Σωκράτης κατά τις συζητήσεις του, προσποιούμενος την πλήρη άγνοια για το θέμα που συζητούσε κάθε φορά, προσπαθούσε μέσα από ερωτήσεις να εκμαιεύσει την αλήθεια από τον συνομιλητή του.
Ουσιαστικά ο Σωκράτης επωμιζόταν το ρόλο της συνείδησης και μέσα από αυτή τη διαδικασία ερωταπαντήσεων δημιουργούσε ένα πνεύμα διαλόγου στη συζήτηση. Ο συνομιλητής λοιπόν απαντώντας στις ερωτήσεις αυτές έφτανε σ’ ένα συμπέρασμα (στην αλήθεια για τον Σωκράτη) από μόνος του. Η μέθοδος ονομάστηκε μαιευτική επειδή, όπως η μαία (επάγγελμα που έκανε κι η Φαιναρέτη, μητέρα του Σωκράτη) φέρνει στον κόσμο το νεογνό, έτσι και ο Σωκράτης ή ο εκάστοτε συνομιλητής που παίρνει το ρόλο της συνείδησης, εξάγει από τον συνομιλητή του την αλήθεια.

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Διαλεκτική, κατ’ αρχάς σημαίνει «διάλογος». Πρόκειται λοιπόν για μία μορφή διαλόγου που χρησιμοποιήθηκε από τον Σωκράτη και κατά την οποία, ο φιλόσοφος προσπαθούσε να οδηγήσει τον συνομιλητή του στην ανακάλυψη της βαθύτερης αλήθειας των πραγμάτων, αυτής που μένει ανεξάρτητη από περιστάσεις και συνθήκες. Στη συγκεκριμένη μέθοδο, ο Σωκράτης άφηνε τον συνομιλητή του να εκφράσει ελεύθερα την άποψή του σχετικά με το θέμα που συζητούσαν, θεωρώντας αρχικά, αυτή την άποψη ως ολοκληρωμένη και θεμελιωμένη. Στη συνέχεια, μέσα από τη διαδικασία ερωταπαντήσεων, δείχνει μέσω απλοϊκών παραδειγμάτων τις ακραίες συνέπειες των απόψεων αυτών, αποδεικνύοντας έτσι τη σαθρότητά τους. Οδηγεί λοιπόν τον συνομιλητή του, στην ανακάλυψη νέων συμπερασμάτων και νέων προσεγγίσεων της αλήθειας.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
Έχει ειπωθεί για τον Σωκράτη ότι «κατέβασε τη φιλοσοφία από τα άστρα στη γη», επειδή χάρη στη δική του προσωπικότητα οι φιλόσοφοι έπαψαν να ασχολούνται με τα φυσικά φαινόμενα και άρχισαν να ασχολούνται με τον ίδιο τον άνθρωπο και την κοινωνία του. Στην πραγματικότητα, πολλοί φιλόσοφοι πριν το Σωκράτη ασχολήθηκαν με τα πολιτικά προβλήματα, ενώ ο Δημόκριτος ασχολήθηκε και με ζητήματα ηθικής. Ωστόσο, ο Σωκράτης ήταν εκείνος που πραγματικά έστρεψε το φιλοσοφικό στοχασμό σ’ αυτά τα θέματα. Ο λόγος που τα σωκρατικά ενδιαφέροντα σημάδεψαν με τέτοιο τρόπο την ιστορία της φιλοσοφίας πρέπει να αναζητηθεί στον σωκρατικό τρόπο σκέψης, στο γεγονός δηλαδή πως ο Σωκράτης, δεν ενδιαφερόταν για την ορθό τρόπο ζωής και δράσης είτε σε προσωπικό είτε σε κοινωνικό επίπεδο. Και αντίθετα από τους σοφιστές δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά για χρησιμοθηρικούς σκοπούς. Θέλησε λοιπόν να δημιουργήσει ένα στέρεο έδαφος πάνω στο οποίο θα μπορούσαν ύστερα να θεμελιωθούν οριστικά και αμετάκλητα οι έννοιες του καλού, της αρετής και της σοφίας. Όπως οι πρώτοι φιλόσοφοι αναζητούσαν την πρώτη αρχή της δημιουργίας, έτσι και ο Σωκράτης αναζήτησε την αρχή κάθε ηθικής έννοιας, που δεν επηρεάζεται από ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά ούτε από τη δυνατότητα της αντίληψης του κάθε ανθρώπου. Αναζήτησε δηλαδή το απόλυτο και απέρριψε το σχετικό, μελέτησε την ηθική ουσία και απέρριψε τα ηθικά φαινόμενα.
Ο Σωκράτης ψάχνει τον Αλκιβιάδη στο σπίτι της Ασπασίας. Έργο του Ζαν Λεόν Ζερομέ, 1861
ΕΠΑΓΩΓΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ
Για να φτάσει στην αρχή των ηθικών εννοιών, ο Σωκράτης χρησιμοποίησε την επαγωγική συλλογιστική μέθοδο μέσω της οποίας σκόπευε να φτάσει στην εξαγωγή καθολικών συμπερασμάτων. Ξεκινούσε λοιπόν με παραδείγματα, παρμένα από την καθημερινότητά του και την εμπειρία του και αποσκοπούσε στην εξαγωγή καθολικών συμπερασμάτων τα οποία ξεπερνούν την εμπειρία και φτάνουν στην απόλυτη γνώση ενός θέματος. Και η διαδικασία αυτή είναι επιτυχής όταν θα προκύψει ένας απόλυτος ορισμός για την αλήθεια του καλού και του κακού, της ομορφιάς και της ασχήμιας, της ορθής διακυβέρνησης και της δεσποτείας, της σωφροσύνης και της άνοιας.
Αρχαία τοιχογραφία, Μουσείο Εφέσου, 1ος-5ος αιώνας
ΠΗΓΗ
Ελληνική Βικιπαίδεια

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Τουλ, Χάρης: «Ποια ήτο η έννοια της επί ασεβεία κατηγορίας του Σωκράτους και ποίαι αι επιπτώσεις της καταδίκης του», Παρνασσός 22 (1980), 16-28.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Παπανούτσος, Ευάγγελος Π., «Σοφιστὲς και Σωκράτης. Το ηθικό πρόβλημα στην αρχαία ελληνικὴ φιλοσοφία», Νέα Εστία, 33, 383 (1943), σσ. 585-589.
• Τουλ, Χάρης: «Ποια ήτο η έννοια της επί ασεβεία κατηγορίας του Σωκράτους και ποίαι αι επιπτώσεις της καταδίκης του», Παρνασσός 22 (1980), 16-28.
• Χατζηστεφάνου, Κώστας, «Η Σωκρατική θέση για την αρετή στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα», Ζήνων Ι (1980), 67-76.
• Montuori, M.: α) «Ο Σωκράτης (ένα ιστορικό πρόβλημα)», Νέα Εστία 120 (1986), 836-838. β) «Ο Σωκράτης (ένα ιστορικό πρόβλημα)», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 61/Β (1986), 221-238.
• Αναστασιάδης Βασίλειος, «Τα αίτια της καταδίκης του Σωκράτη», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 2 (1985), 308-314.
• Kim Nea-Kyoun, «Κομφούκιος και Σωκράτης. Η αντίληψη για την αυτοπραγμάτωση και την επιμέλεια της ψυχής», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 1 (1984), 305-313.
• Finley, M. I, «Σωκράτης και Αθήνα», μετάφρ. Σοφοκλής Μαρκιανός, Νέα Παιδεία 25 (1983), 29-38.
• Βρεττός, Γιάννης: «Η παρεξήγηση του Σωκράτη. Μια προσπάθεια να αποκαλυφτεί ο φιλόσοφος-παιδαγωγός Σωκράτης μέσα από τους πλατωνικούς διαλόγους», Εποπτεία 85 (1983), 1005-1011.
• Cornford, F. M., «Ο Σωκράτης», Εποπτεία, 11-12 (1977), σσ. 279-286
• Guthrie, William Keith Chambers, «Ο Σωκράτης», μτφρ. Νικολαΐδης Τάσος Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1991.

Ο Περικλής (495-429 π.Χ.)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Περικλής (από τις λέξεις περί και κλέος, δηλαδή o περιτριγυρισμένος από δόξα, περίδοξος) ήταν αρχαίος Έλληνας πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστού και ως «Χρυσού Αιώνα», και συγκεκριμένα της περιόδου μεταξύ των Περσικών Πολέμων και του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η δύναμη, η δόξα και η φήμη που χάρισε στην αρχαία Αθήνα, δικαιώνουν απόλυτα το χαρακτηρισμό του Χρυσού Αιώνα. Η εποχή στην οποία ήταν κύριος της πολιτικής ζωής της αρχαίας Αθήνας, δηλαδή 461-429 π.Χ., ονομάζεται μέχρι σήμερα «Εποχή του Περικλή».
Ο Περικλής εκμεταλλεύτηκε τη νίκη των ελληνικών δυνάμεων επί των Περσών και την άνοδο της ναυτικής δύναμης της Αθήνας για να μετατρέψει τη Δηλιακή Συμμαχία σε «Αθηναϊκή Ηγεμονία», οδηγώντας την πόλη του στη μεγαλύτερη ακμή της ιστορίας της κατά την περίοδο των 14 συνεχόμενων ετών που εκλεγόταν στο αξίωμα του Στρατηγού. Σε στρατιωτικό επίπεδο, οι επεκτατικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις που πραγματοποίησε στη διάρκεια της κυριαρχίας του είχαν σαν κύριο στόχο τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Αθήνας. Τις επιχειρήσεις αυτές διεξήγαγε με τη βοήθεια του πανίσχυρου αθηναϊκού ναυτικού, που άρχισε να δυναμώνει την εποχή του Θεμιστοκλή κι αργότερα του Κίμωνα, γιου του Μιλτιάδη. Ωστόσο ήταν στην εποχή του Περικλή που έφτασε στην απόλυτη ακμή του, αποτελώντας τον κινητήριο μοχλό της αθηναϊκής υπερδύναμης. Ο Περικλής ήταν ηγέτης της Αθήνας μέχρι τα δύο πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ώσπου το 429 π.Χ. πέθανε εξαιτίας του λοιμού που χτύπησε την πόλη του.
Υπήρξε μέγας προστάτης των τεχνών, της λογοτεχνίας και των επιστημών, και ο βασικός υπεύθυνος για το γεγονός ότι η Αθήνα έγινε το πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Επίσης, σε αυτόν οφείλεται η κατασκευή πολλών από τα σημαντικά μνημεία που κοσμούσαν την αρχαία Αθήνα, με εκείνα της Ακρόπολης να διατηρούν εξέχουσα θέση ανάμεσά τους. Επίσης, υπήρξε μεγάλος υποστηρικτής της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου και ως αποτέλεσμα, στην εποχή του, τέθηκαν οι βάσεις του λεγόμενου Δυτικού Πολιτισμού. Η δράση του δεν περιορίστηκε μόνον εκεί, αλλά ως ηγέτης της Αθήνας, με μία σειρά νόμων, υποστήριξε τις λαϊκές μάζες και τις βοήθησε να αποκτήσουν περισσότερα δικαιώματα σε βάρος της αριστοκρατικής τάξης στην οποία ανήκε κι ο ίδιος. Ήταν τόσο ανοικτός προς τις ευρύτερες μάζες, που πολλοί τον αποκαλούσαν λαϊκιστή (S. Muhlberger, «Periclean Athens», S. Ruden, «Lysistrata», 80).
Οι φιλοδημοκρατικές του θέσεις αποτυπώνονται καλύτερα στον περίφημο «Επιτάφιο Λόγο» του προς τιμήν των πεσόντων του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου, που διασώθηκε από τον ιστορικό Θουκυδίδη, ο οποίος τελευταίος θαύμαζε τόσο πολύ τον Περικλή, που τον αποκαλούσε «πρώτο πολίτη των Αθηνών».

ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ο Περικλής γεννήθηκε στον Δήμο Χολαργού, βόρεια της Αθήνας, γύρω στο 495 π.Χ.[α] Πατέρας του ήταν ο επίσης πολιτικός και στρατηγός των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ., Ξάνθιππος, γνωστός επειδή βοήθησε στην καταδίκη του Μιλτιάδη για την αποτυχημένη αθηναϊκή εκστρατεία εναντίον της Πάρου το 489 π.Χ., για τον οστρακισμό του το 485 π.Χ., και κυρίως για το ότι ηγήθηκε των αθηναϊκών δυνάμεων στη Ναυμαχία της Μυκάλης τον Αύγουστο του 479 π.Χ., όπου οι Έλληνες πέτυχαν αποφασιστική νίκη εναντίον των Περσών. Μητέρα του ήταν η Αγαρίστη, μέλος της παλαιάς και ισχυρής αριστοκρατικής οικογένειας των Αλκμεωνιδών. Προπάππους της Αγαρίστης ήταν ο τύραννος της Σικυώνας, Κλεισθένης, ενώ θείος της ήταν ο μεγάλος μεταρρυθμιστής του αθηναϊκού πολιτεύματος, Κλεισθένης που επίσης ήταν μέλος της οικογένειας των Αλκμεωνιδών (Encyclopaedia Britannica. 2002).[β]
Σύμφωνα με την αφήγηση του φερόμενου ως «πατέρα της ιστορίας» και συγχρόνου του Περικλή, Ηροδότου («Ιστορίες», VI, 131), καθώς και του ιστορικού Πλουτάρχου («Βίοι παράλληλοι: Περικλής», III), λίγες ημέρες πριν τη γέννηση του μεγάλου πολιτικού, η μητέρα του, Αγαρίστη, είδε στο ύπνο της ένα όνειρο όπου, αντί για παιδί, είχε φέρει στον κόσμο ένα λιοντάρι. Οι υπηρέτριές της, όταν ξύπνησε από το φόβο της, της είπαν πως το όνειρο ήταν καλό σημάδι, γιατί το λιοντάρι αντιπροσώπευε τη δύναμη και τη δόξα. Ωστόσο, πολλοί κωμωδιογράφοι και πολιτικοί του αντίπαλοι αργότερα κορόιδευαν τον Περικλή (V.L. Ehrenberg, «From Solon to Socrates», a239, Πλούταρχος, «Βίοι παράλληλοι: Περικλής», III) και συνέδεαν το όνειρο αυτό με το ασυνήθιστο σχήμα του κεφαλιού του, εξαιτίας του οποίου τάχα απεικονιζόταν πάντα στις προτομές φορώντας περικεφαλαία. Εντούτοις, αυτό συνέβαινε απλώς γιατί χαρακτήριζε το αξίωμα του ως Στρατηγού της αθηναϊκής δημοκρατίας (L. Cunningham & J. Reich, «Culture and Values», 73).
Ο Περικλής ανήκε στην Ακαμαντίδα φυλή. Χάρη στον πλούτο και την υψηλή κοινωνική θέση της οικογενείας του πέρασε ήρεμα νεανικά χρόνια και είχε την τύχη όχι μόνο να ικανοποιήσει την αγάπη του για τη μελέτη (Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος», 1952), αλλά και να γνωρίσει και να μαθητεύσει κοντά σε μερικούς από τους πιο ξακουστούς φιλοσόφους της εποχής του, όπως ήταν ο Ζήνων ο Ελεάτης, ιδρυτής της Ελεατικής Φιλοσοφικής Σχολής στην Κάτω Ιταλία, ο Πρωταγόρας, καθώς και ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος, με τον οποίο τον συνέδεε στενή φιλία (M. Mendelson, «Many Sides», 1, Πλούταρχος, «Βίοι παράλληλοι: Περικλής», IV) και από το χαρακτήρα του οποίου πιθανώς πήρε την πραότητα και τον αυτοέλεγχο, κύρια χαρακτηριστικά της μετέπειτα πολιτικής του (Πλούταρχος, «Βίοι παράλληλοι: Περικλής», VI και Πλάτωνας, «Φαίδρος», 270a). Αξίζει επίσης να αναφέρουμε ότι διδάχθηκε μουσική από τους κορυφαίους μουσικούς εκείνης της εποχής όπως το Δάμωνα και, πιθανώς, τον Πυθοκλείδη (Πλάτωνας, «Αλκιβιάδης Α'», 118c, Πλούταρχος, «Βίοι παράλληλοι: Περικλής», IV).
Ο Περικλής με τον Αναξαγόρα, έργο του Ωγκιστέν-Λουί Μπελέ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ

ΑΝΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Το 472 π.Χ. ο Περικλής, οποίος έπρεπε τότε να βρίσκεται στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, παρουσίασε το έργο Πέρσαι του τραγικού ποιητή Αισχύλου στα Διονύσια ως λειτουργός. Αυτό σημαίνει ότι πιθανόν τότε ήταν ένας από τους πλουσιότερους (Oxford Classical Dictionary, 1996) και γνωστότερους ανθρώπους της Αθήνας. Μπορεί να θεωρείται τυχερός, καθώς κέρδισε το έργο που παρουσίαζε, οι Πέρσαι, ένα σπάνιο δείγμα μεγάλης συγγραφικής ικανότητας από τον πρώτο από τους τρεις μεγάλους τραγικούς της αρχαιότητας. Εκείνο τον καιρό, ο Περικλής παντρεύτηκε μία γυναίκα αγνώστου ονόματος, που του χάρισε δύο γιους. Το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι ο γάμος τους δεν ήταν καθόλου επιτυχημένος. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκείνη την εποχή πρέπει να είχε γεννηθεί η μετέπειτα σύντροφός του, Ασπασία. Η πολιτική ενασχόληση του Περικλή, που ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του, πρέπει να άρχισε σχεδόν μία δεκαετία αργότερα και συγκεκριμένα το 463 π.Χ., όταν ήταν μέλος του κατηγορητηρίου εναντίον του Κίμωνα, γιου του στρατηγού Μιλτιάδη και ηγέτη της συντηρητικής παράταξης. Ο Κίμωνας είχε καταφέρει να εξοστρακίσει (S. Hornblower, The Greek World, 479–323 BC, 33–4) τον ηγέτη των δημοκρατικών Θεμιστοκλή, που αυτοκτόνησε στην Περσία, και να ανελιχθεί στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας. Είχε κατηγορηθεί ότι είχε παραδώσει πολλά συμφέροντα της Αθήνας, στο βασίλειο της Μακεδονίας (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία), ενώ πιθανώς μεγάλο ρόλο πρέπει να έπαιξε και η παταγώδης αποτυχία που γνώρισε στη διάρκεια του Γ' Μεσσηνιακού Πολέμου. Τότε, η Σπάρτη είχε ζητήσει τη βοήθεια της Αθήνας για να καταπνίξει την εξέγερση των ειλώτων που εκμεταλλεύτηκαν το μεγάλο σεισμό του 464 π.Χ., επαναστάτησαν και οχυρώθηκαν στο φρούριο της Ιθώμης. Όταν ο Κίμων έφτασε στη Σπάρτη, οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν τη βοήθειά του, λέγοντας πως δεν είναι απαραίτητη. Τελικά, ο Κίμων αθωώθηκε, αλλά η πολιτική του θέση κλονίστηκε σοβαρά (Πλούταρχος, Κίμων, XV).
Μετά τη δικαστική πάλη με τον ηγέτη των συντηρητικών, Κίμωνα, ο Εφιάλτης, που ήταν ηγέτης της δημοκρατικής παράταξης στην οποία ανήκε ο Περικλής, αποφάσισε γύρω στο 461 π.Χ. να περάσει ένα ψήφισμα στην Εκκλησία του Δήμου, που θα αφαιρούσε πολλά (Fornara-Samons, Athens from Cleisthenes to Pericles, 24–25) από τα εναπομείναντα προνόμια του Αρείου Πάγου, πού ήταν απομεινάρι του παλαιού αριστοκρατικού πολιτεύματος της Αθήνας. Το ψήφισμα πέρασε με αρκετά μεγάλη πλειοψηφία (Πλούταρχος, Περικλής, IX), και πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι με αυτό το γεγονός άρχισε η «ριζοσπαστικότερη δημοκρατία» της εποχής του Περικλή. Ο Εφιάλτης δολοφονήθηκε μετά από συνωμοσία ολιγαρχικών εναντίον του, λόγω της ριζικής και τολμηρής μεταρρύθμισης που επέβαλε με τη λαϊκή ψήφο την ίδια χρονιά. Και όμως την ίδια χρονιά εξοστρακίστηκε ο προηγουμένως δημοφιλής πολιτικός Κίμωνας, λόγω της φιλολακωνικής στάσης του και της ολοένα μεγαλύτερης απόστασης που είχε αρχίσει να χωρίζει το συντηρητικό κόμμα από τις ευρύτερες λαϊκές μάζες της Αθήνας, στην αυγή της Κλασσικής Εποχής. Ένας εξοστρακισμός του Κίμωνα δεν ήταν καθόλου εύκολος, επειδή ο Κίμωνας ήταν πλούσιος και γενναιόδωρος (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία), ενώ κι οι στρατιωτικές του επιτυχίες δεν ήταν καθόλου μικρές. Αυτό σήμαινε πως ο εξοστρακισμός του Κίμωνα ήταν μία τεράστια πολιτική νίκη του Περικλή.
Όστρακο με το όνομα Περικλής
Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ
Η πραγματική άνοδος της Αθηναϊκής δημοκρατίας μόλις άρχισε όταν ο Περικλής παραμέρισε με εξοστρακισμό τον κυριότερο πολιτικό του αντίπαλο, τον συντηρητικό Κίμωνα. Μετά από τον εξοστρακισμό του Κίμωνα, ο Περικλής συνέχισε να προτείνει ολοένα και πιο ριζοσπαστικούς νόμους (Πλούταρχος, Περικλής, IX), που προωθούσαν το βαθμό της δημοκρατίας σε πραγματικά δυσθεώρητα ύψη. Η πολιτική του Περικλή συνέχισε να είναι υπερβολικά φιλολαϊκή, πράγμα που τον κράτησε στην εξουσία τις επόμενες δύο δεκαετίες και του άνοιξε τον δρόμο, για να κάνει την Αθήνα την ισχυρότερη πόλη της Μεσογείου και την πιο ξακουστή στον αρχαίο κόσμο. Το 458 π.Χ. μείωσε το μέγεθος της απαιτούμενης περιουσίας πού έπρεπε να έχει κάποιος ώστε να γίνει Επώνυμος Άρχων. Λίγο μετά το 454 π.Χ., αύξησε το μισθό των δικαστικών της Ηλιαίας (Fornara-Samons, Athens from Cleisthenes to Pericles, 67–73). Ο ριζοσπαστικότερος νόμος πού επέβαλε ήταν αυτός του 451 π.Χ., που από καθαρή ειρωνεία της τύχης θα έχει μεγάλες συνέπειες στην κατοπινή προσωπική του ζωή. Ο νόμος αυτός, επέτρεπε σε κάποιον να αποκτήσει την αθηναϊκή υπηκοότητα μόνον εφόσον και οι δύο του γονείς ήταν Αθηναίοι, πλήττοντας ιδιαίτερα για άλλη μία φορά την τάξη των αριστοκρατών, επειδή πρακτικά απαγόρευε την απόκτηση αθηναϊκής υπηκοότητας στα παιδιά των αριστοκρατών πού είχαν το ένα γονέα από άλλη πόλη (R. Martin, An Overview of Classical Greek History). Πολλοί πιστεύουν ότι το έκανε για να εμποδίσει πιθανές ξένες επιρροές στην Αθήνα. Ακόμη επέτρεψε στις υποδεέστερες τάξεις να κατέχουν υψηλότερα αξιώματα από αυτά πού τους επιτρέπονταν μέχρι την εποχή του, επειδή ο Περικλής ήθελε μία διεύρυνση του Δήμου, του λαού πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηρίξει τα μελλοντικά του προγράμματα. Ο Περικλής πίστευε ότι εκτός από τα άλλα, εάν αύξανε τη δύναμη του λαού θα μπορούσε να αυξήσει τη στρατιωτική και κυρίως ναυτική δύναμη της Αθήνας. Όλα αυτά γίνονταν καθώς οι κωπηλάτες των αθηναϊκών πλοίων προέρχονταν από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα (Fine, The Ancient Greeks, 377–8).
Οι ιστορικοί δεν είναι σίγουροι κατά πόσον η συγκεκριμένη στρατηγική του Περικλή ήταν καλή για την αρχαία Αθήνα, και κατά πόσον ήταν καλή για την δημοκρατία γενικότερα. Ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Ab, 145) γράφει ότι ο Περικλής ήθελε να εδραιώσει το δημοκρατικό πολίτευμα στην αρχαία Αθήνα, προωθώντας μία σειρά φιλολαϊκών μέτρων που λειτούργησαν πολύ καλά όσο αυτός ήταν στην εξουσία, όμως μετά τον θάνατό του, η Αθήνα παρασύρθηκε σ’ έναν ωκεανό πολιτικής αβεβαιότητας κι αναταραχής, κυβερνώμενη κυρίως από τυχοδιωκτικούς δημαγωγούς, όπως ο ανιψιός του Αλκιβιάδης και ο στρατηγός Κλέων, δικαιώνοντας απόλυτα τον συντηρητικό του αντίπαλο Κίμωνα, που υποστήριζε ότι η δημοκρατία δεν έχει πια περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης και εδραίωσης, και οποιεσδήποτε φιλολαϊκές υποχωρήσεις από αυτό το σημείο και έπειτα θα σήμαναν τη βαθιά διάβρωση του πολιτικού και γενικότερα κοινωνικού ιστού της Αθήνας. Όπως λέει ο ιστορικός Τζάστιν Ντάνιελ Κίνγκ, οι μεταρρυθμίσεις του Περικλή βοήθησαν τον λαό, αλλά διέβρωσαν το κράτος, και το έκαναν πολύ πιο ευάλωτο. Ο ιστορικός Ντόναλντ Κάγκαν υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις του Περικλή, έβαλαν τις βάσεις για την τερατώδη ανάπτυξη πολιτικών δυνάμεων, που θα μπορούσαν μέσω τις φιλολαϊκής δημαγωγίας να καταστρέψουν την Αθήνα. Όταν ο Κίμωνας γύρισε από την δεκάχρονη εξορία το 451 π.Χ., δεν αντιτάχθηκε στις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Περικλή, και ειδικότερα στην μεταρρύθμιση, όσον αφορά το δικαίωμα στην αθηναϊκή υπηκοότητα (D. Kagan, The Outbreak of the Peloponnesian War, 135–136).

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Μετά το θάνατο του αρχηγού των δημοκρατικών, Εφιάλτη,[γ] και τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που αυτός άρχισε και ο Περικλής συνέχισε και διεύρυνε, πρακτικά εξελίχθηκε σε απόλυτο κυρίαρχο της πολιτικής ζωής της Αθήνας, αποτελώντας τον πολιτικό ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης και της πόλης του, μέχρι τον θάνατό του, το 429 π.Χ., κατά την τρίτη χρονιά του Πελοποννησιακού Πολέμου.

ΠΡΩΤΟΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Ο Περικλής οργάνωσε τις πρώτες του πολεμικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια του Πρώτου Πελοποννησιακού Πολέμου, μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης και των συμμάχων τους, που περισσότερο έμοιαζε με έναν πόλεμο συμφερόντων μεταξύ των συμμαχικών πόλεων των δύο υπερδυνάμεων της Κλασσικής Αρχαιότητας. Ρόλο έπαιξε επίσης η συμμαχία της Αθήνας με τα Μέγαρα και το Άργος, που ήταν παραδοσιακός εχθρός της Σπάρτης. Το 454 π.Χ., υπό την ηγεσία του Περικλή, η Αθήνα επιτέθηκε (Θουκυδίδης, 1.111) στη Σικυώνα και στην Ακαρνανία. Πριν την επιστροφή στην Αθήνα προσπάθησε να καταλάβει την πόλη Οιενιάδα στον Κορινθιακό Κόλπο, χωρίς επιτυχία (P.J. Rhodes, A History of the Classical Greek World, 44). Όταν επέστρεψε ο Κίμωνας από την εξορία το 451 π.Χ., ο Περικλής τού εμπιστεύτηκε την αρχηγία του Αθηναϊκού στρατού, και ο ίδιος περιορίστηκε στα καθήκοντά του μέσα στην Αθήνα. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι αυτό έγινε επειδή ο Περικλής δεν είχε αποδείξει ότι ήταν μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης, σε αντίθεση με τον Κίμωνα που ήταν γνωστός για τις επιτυχίες του εναντίον των Περσών στην τελευταία φάση των Περσικών Πολέμων. Έτσι, ο Περικλής συγκεντρώθηκε (Πλούταρχος, Περικλής, X) σε αυτό πού ήταν πραγματικά καλός, δηλαδή στην εσωτερική διακυβέρνηση του κράτους, και πολύ ευρύτερα της ηγεμονίας των Αθηνών. Με αυτόν τον τρόπο πέτυχε κάτι το πραγματικά εξαιρετικό, δηλαδή τον πολιτικό γάμο μεταξύ της δημοκρατικής παράταξης της οποίας ηγείτο και της συντηρητικής παράταξης του Κίμωνα (D. Kagan, The Outbreak of the Peloponnesian War, 135–136).
Στα μέσα της δεκαετίας του 450 π.Χ., η Αθήνα έκανε μία αποτυχημένη εκστρατεία εναντίον της Περσικής κυριαρχίας στην Αίγυπτο, στην προσπάθειά της να βοηθήσει τους Αιγύπτιους να αποτινάξουν τον περσικό ζυγό. Η εκστρατεία αποδείχθηκε καταστροφική, καθώς η αθηναϊκή στρατιά που πήγε να βοηθήσει τους Αιγύπτιους εναντίον των Περσών γνώρισε πανωλεθρία (J. M. Libourel, The Athenian Disaster in Egypt, 605–15). Λίγα χρόνια αργότερα και πιο συγκεκριμένα το 451 π.Χ., η Αθήνα απέστειλε στρατεύματα εναντίον των Περσών στην Κύπρο, όπου οι αθηναϊκές δυνάμεις υπό την ηγεσία του συντηρητικού Κίμωνα, σημείωσαν επιτυχίες, νικώντας τους Πέρσες στη μάχη της Σαλαμίνας στην Κύπρο, αλλά υπήρξαν παράλληλα μεγάλες απώλειες, καθώς το 449 π.Χ. πέθανε από ασθένεια ο στρατιωτικός ηγέτης της Αθήνας, Κίμωνας. Δεν είναι καθόλου σίγουρος (H. Aird, Pericles: The Rise and Fall of Athenian Democracy, 52) ο ρόλος του Περικλή σε αυτές τις δύο στρατιωτικές επιχειρήσεις των Αθηνών. Οι απόψεις των ιστορικών διίστανται για τον πραγματικό ρόλο και την επιρροή του Περικλή σε αυτές τις δύο εκστρατείες, και τις αποδίδουν περισσότερο στις στρατιωτικές φιλοδοξίες του Κίμωνα (K.J. Beloch, Griechische Geschichte, II, 205), που ήταν πρακτικά αρχηγός του αθηναϊκού στρατού, και λιγότερο στην πολιτική επιρροή του Περικλή. Οι ιστορικοί διαφωνούν επίσης στο θέμα της Ειρήνης του Καλλία που υπογράφτηκε το 449 π.Χ. και με αυτή τερματίστηκαν οι συγκρούσεις μεταξύ Αθηναίων και Περσών. Ο ιστορικός Ερνστ Μπάντιαν υποστηρίζει ότι η Αθήνα παραβίασε μία προηγούμενη συμφωνία ειρήνης, που είχε υπογραφεί το 463 π.Χ., καθώς οι στρατιωτικές της επιχειρήσεις στην Αίγυπτο και στην Κύπρο συνιστούσαν απευθείας παραβίαση του συγκεκριμένου συμφώνου ειρήνης που αναφέρει ο Μπάντιαν. Η ύπαρξη αυτής της συμφωνίας ειρήνης είναι κάτι που έχει οδηγήσει σε διαφωνίες μεταξύ των ιστορικών (J. Fine, The Ancient Greeks, 359–361). Ο ιστορικός Τζον Φάιν, αντιθέτως, πιστεύει ότι η Περσία χρησιμοποίησε την ειρήνη του Καλλία, όταν κατάλαβε ότι οι συνεχείς συγκρούσεις των αθηναϊκών συμφερόντων με τα περσικά συμφέροντα αποδυνάμωναν την Αθήνα, και την επιρροή της στο Αιγαίο, γεγονός που μείωνε τη ναυτική της ηγεμονία. Από την άλλη πλευρά, ο Κάγκαν, υποστηρίζει ότι ο Καλλίας, ως γαμπρός του Κίμωνα, ήταν ένα σύμβολο ενότητας για τους Πέρσες και επιζητούσαν να ηγείται των διαπραγματεύσεων με την αθηναϊκή πλευρά.
Το 449 π.Χ., ο Περικλής πρότεινε την ίδρυση μίας συνομοσπονδίας των πόλεων του αρχαιοελληνικού κόσμου, για να επανεξεταστεί το θέμα της ανακατασκευής των μνημείων που είχαν καταστραφεί στη διάρκεια της περσικής εισβολής στην Ελλάδα, το 480 π.Χ. (Πλούταρχος, Περικλής, XVII). Η ιδέα του Περικλή απέτυχε λόγω της άκαμπτης στάσης της Σπάρτης, παρόλο που μέχρι σήμερα οι πραγματικοί σκοποί του Περικλή δεν είναι απόλυτα διασαφηνισμένοι. Σύμφωνα με την κρίση των μοντέρνων ιστορικών, ο Περικλής ήθελε να αυξήσει τη δύναμη και την επιρροή της Αθήνας ακόμη περισσότερο (J. Fine, The Ancient Greeks, 359–361), να εισπράξει ακόμη περισσότερους φόρους και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο συνάντησε την αντίσταση των Σπαρτιατών, που δεν ήθελαν περαιτέρω επέκταση της αθηναϊκής ηγεμονίας.
Στη διάρκεια του δεύτερου Ιερού Πολέμου, ο Περικλής βοήθησε τη Φωκίδα να ανακαταλάβει τους Δελφούς και να έχει υπό τον έλεγχο της το Μαντείο των Δελφών (Θουκυδίδης, 1.112 και Πλούταρχος, Περικλής, XXI). Το 447 π.Χ., ο Περικλής έκανε μάλλον την πιο επιτυχημένη στρατιωτική του επιχείρηση, όταν έδιωξε τους βαρβάρους από τη χερσόνησο της Καλλίπολης και εγκατέστησε Αθηναίους αποίκους σε αυτή τη στρατηγική θέση (Πλούταρχος, Περικλής, XIX, Encyclopaedia Britannica, 2002). Την ίδια χρονιά, οι ολιγαρχικοί της Θήβας συνωμότησαν εναντίον της δημοκρατικής φιλοαθηναϊκής παράταξης της πόλης, και ο Περικλής ζήτησε την παράδοσή τους, ωστόσο μετά τη μάχη στην Κορώνεια, η Αθήνα έπρεπε να δεχτεί την ήττα για να πάρει πίσω τους αιχμαλώτους πολέμου (Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος», 1952). Έτσι, όλη η Βοιωτία έπεσε σε εχθρικά, για την Αθήνα, χέρια, ενώ στη Φωκίδα και στη Λοκρίδα, εγκαταστάθηκαν εχθρικές, προς την Αθήνα, ολιγαρχικές παρατάξεις. Το 446 π.Χ., όταν τα Μέγαρα και η Εύβοια επαναστάτησαν και ξέφυγαν από τον έλεγχο των Αθηνών, ο Περικλής επιτέθηκε στην Εύβοια, αλλά ο ερχομός των Σπαρτιατών στην Αττική τον υποχρέωσε να ακυρώσει τη στρατιωτική επίθεση και να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου με διαπραγματεύσεις και δωροδοκίες έπεισε τους Σπαρτιάτες να γυρίσουν πίσω στη Σπάρτη (Θουκυδίδης, 2.21 και Αριστοφάνης, Αχαρνείς, 832). Όταν αργότερα έγινε οικονομικός έλεγχος για τη διαχείριση κρατικών χρημάτων, η δαπάνη 10 ταλάντων από το κρατικό ταμείο δε θα μπορούσε τυπικά να δικαιολογηθεί, επειδή στα επίσημα έγγραφα αναφερόταν ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για «πολύ σοβαρό σκοπό», δηλαδή για τη δωροδοκία. Ωστόσο, καθώς ο σκοπός αυτός ήταν προφανής για τους ελεγκτές, η δαπάνη τελικά εγκρίθηκε (Πλούταρχος, Περικλής, XXIII). Μετά την αποχώρηση των Σπαρτιατών, ο Περικλής επιτέθηκε στην Εύβοια και επανεγκατέστησε την τάξη στην περιοχή, τιμωρώντας τους γαιοκτήμονες της Χαλκίδας με αφαίρεση των κτημάτων τους. Στους κατοίκους της Ιστιαίας, που έσφαξαν το πλήρωμα μίας αθηναϊκής τριήρους, επιβλήθηκε η τιμωρία της εκδίωξής τους από την περιοχή, όπου εγκαταστάθηκαν 2.000 Αθηναίοι άποικοι (Πλούταρχος, Περικλής, XXIII). Η κρίση τελείωσε οριστικά με την Τριακονταετή Ειρήνη, τον χειμώνα του 446/445 π.Χ., με την οποία η Αθήνα διατήρησε τις περισσότερες κτήσεις που είχε από το 460 π.Χ., και συμφώνησε με τη Σπάρτη να μην προσπαθήσει η μία πόλη να κερδίσει συμμάχους, σε βάρος της άλλης.
Παλαιό κέρμα των είκοσι δραχμών με την απεικόνιση του Περικλή
ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Το 449 π.Χ., ο Περικλής πρότεινε την ανακατασκευή της Ακρόπολης της Αθήνας, που είχε καταστραφεί από την επιδρομή του Ξέρξη στην Αθήνα το 480 π.Χ. Η Αθήνα ήταν το ηγετικό στέλεχος της Δηλιακής Συμμαχίας στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την περσική εισβολή, παίρνοντας το χρίσμα από την Σπάρτη, που παραιτήθηκε για λόγους ευθιξίας από την ηγεσία της πανελλήνιας συμμαχίας, ανοίγοντας τον δρόμο για την εγκαθίδρυση της Αθηναϊκής Ηγεμονίας, πρακτικά μίας de facto Αθηναϊκής Αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 454 π.Χ., οι Αθηναίοι μετέφεραν το ταμείο της συμμαχίας από την Δήλο που ήταν το κέντρο της συμμαχίας, στην Ακρόπολη της Αθήνας, παίρνοντας τα χρήματα της συμμαχίας υπό τον έλεγχο τους. Κάτι τέτοιο επέτρεψε την κατασκευή μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς, όπως ο Παρθενώνας και το Ερεχθείο, αλλά προκάλεσε πολλά μελλοντικά προβλήματα στην Αθήνα, λόγω της ολοένα και περισσότερο αυτοκρατορικής συμπεριφοράς της.
Η ανακατασκευή της Ακρόπολης ξεκίνησε το 447 π.Χ., μετά από εισήγηση του Περικλή, που προσωπικά παρότρυνε τους συμπολίτες του στο πιο φιλόδοξο οικοδομικό έργο της κλασσικής αρχαιότητας. Για την κατασκευή μόνο του Παρθενώνα, χρειάστηκαν 5.000 τάλαντα, τον πρώτο χρόνο κατασκευής του ναού, την κατασκευή του οποίου επέβλεπε ο ίδιος ο Περικλής. Το πεντελικό μάρμαρο που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του Παρθενώνα, καθώς και γενικότερα της Ακρόπολης των Αθηνών, προκάλεσαν μελλοντικές αντιδράσεις από τις άλλες πόλεις της Δηλιακής Συμμαχίας. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι κατασκευές έργων εξαιρετικής καλλιτεχνικής ομορφιάς όπως ο Παρθενώνας και το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, οδήγησαν στη χαλάρωση της Αθηναϊκής Ηγεμονίας. Ο Παρθενώνας χτίστηκε με 20.000 τόνους πεντελικού μαρμάρου και η διάρκεια κατασκευής του κράτησε 15 χρόνια. Κάποια έργα του Περικλή παρέμειναν ανολοκλήρωτα λόγω του Πελοποννησιακού Πολέμου, που ξέσπασε στη διάρκεια της κατασκευής τους, και του ανταγωνισμού του Περικλή με τους πολιτικούς του, αντιπάλους.
Ο Φειδίας επιδεικνύει τα έργα στον Παρθενώνα στους φίλους του, έργο του Λώρενς Άλμα-Ταντέμα
Η ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΩΝ
Το 444 π.Χ., η δημοκρατική παράταξη του Περικλή και η συντηρητική του πολιτικού Θουκυδίδη βρέθηκαν σε ευθεία αντιπαράθεση για την εξουσία. Ο νέος και φιλόδοξος ηγέτης των συντηρητικών, συγγενής του Κίμωνα, Θουκυδίδης, κατηγόρησε τον Περικλή για κατασπατάληση των χρημάτων της Πολιτείας, για την ανοικοδόμηση των μεγάλων έργων της Αθήνας, που ο ίδιος επέβλεπε. Ο Θουκυδίδης κατάφερε στην αρχή να πάρει με το μέρος του τον λαό, στην Εκκλησία του Δήμου, αλλά αυτή η επιτυχία ήταν μικρή σε χρονική διάρκεια, καθώς ο Περικλής, όταν ανέβηκε στο βήμα, δήλωσε ότι θα αποπληρώσει τα έργα με χρήματα από τη δική του περιουσία, με τον όρο να χαραχθεί το όνομά του επάνω στα έργα (Πλούταρχος, Περικλής, XIV). Η δήλωσή του ανταμείφθηκε με χειροκροτήματα από το κοινό της Εκκλησίας του Δήμου. Όπως είπε ο πολιτικός και ολυμπιονίκης παλαιστής Θουκυδίδης αργότερα: «Ακόμη και εάν τον έριχνα κάτω με τις ικανότητες πάλης που έχω, αυτός θα το αρνιόταν και θα το αρνιόταν τόσο υπομονετικά και εμφατικά, ώστε ακόμη και αυτοί που θα έβλεπαν να τον ρίχνω κάτω, θα είχαν πειστεί ότι ποτέ δεν τον έριξα κάτω».
Ο Θουκυδίδης γνώρισε μία μεγάλη και αναπάντεχη ήττα. Το 442 π.Χ., εξοστρακίστηκε για δέκα χρόνια από την Αθήνα, γεγονός που έκανε τον Περικλή, ξανά, απόλυτο ηγέτη της Αθήνας, σχεδόν μέχρι το θάνατό του (Πλούταρχος, Περικλής, XIV). Όπως είπε ο ιστορικός και σύγχρονος του Περικλή, Θουκυδίδης: «(Η Αθήνα) ήταν κατ’ όνομα δημοκρατία και στην πραγματικότητα, το πολίτευμα ενός άνδρα».

ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑ
Ο Περικλής ήθελε να επιβάλει και να σταθεροποιήσει την ηγεμονία της Αθήνας, και την ισχυρή επιρροή της στα εσωτερικά πράγματα άλλων πόλεων-κρατών. Η διαδικασία που μετέτρεψε τη Δηλιακή Συμμαχία, μετά την αποχώρηση της Σπάρτης, σε Αθηναϊκή Ηγεμονία, θεωρείται ότι άρχισε ήδη πολύ πριν την ενασχόληση του Περικλή με την πολιτική ζωή στην Αρχαία Αθήνα (T. Buckley, Aspects of Greek History 750–323 BC, 196). Διάφορες πόλεις-κράτη της Δηλιακής Συμμαχίας, προτιμούσαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο στη συμμαχία, πρακτικά στην Αθήνα, παρά να εφοδιάζουν τη συμμαχία με πολεμικά πλοία, κάτι πού ήταν σαφώς δυσκολότερο. Η μετατροπή της Δηλιακής Συμμαχίας σε Αθηναϊκή Ηγεμονία έγινε σαφώς εμφανέστερη στα χρόνια του Περικλή, λόγω της στρατηγικής και των μέτρων που πήρε ο Περικλής, για να ενδυναμώσει τη θέση της Αθήνας. Το τελικό βήμα της επιβολής της Αθηναϊκής Ηγεμονίας, πιθανώς ήρθε μετά την παταγώδη αποτυχία της εκστρατείας στην Αίγυπτο, που οδήγησε πόλεις της συμμαχίας όπως η Μίλητος και η Ερυθραία να επαναστατήσουν εναντίον της αθηναϊκής κυριαρχίας. Είναι πιθανό οι πόλεις της Δηλιακής Συμμαχίας να επαναστάτησαν λόγω της θέλησης να λάβουν μεγαλύτερο μερίδιο από το συμμαχικό ταμείο. Μετά τη μεταφορά του συμμαχικού ταμείου από τη Δήλο, το 454/453 π.Χ. (T. Buckley, Aspects of Greek History 750–323 BC, 204), η Αθήνα είχε καταφέρει να επανακτήσει τον έλεγχο στους συμμάχους της, στη Μίλητο και στην Ερυθραία μέχρι το 449 π.Χ., το αργότερο. Το 447 π.Χ., ο Κλέαρχος πρότεινε την εφαρμογή του ασημένιου νομίσματος, με μέτρα και σταθμά για όλους τους συμμάχους των Αθηνών. Σύμφωνα με τη συμφωνία, το πλεόνασμα από την κατασκευή των νομισμάτων θα διοχετευόταν σε «ειδικά έργα», και οποιοσδήποτε πρότεινε τη χρήση των χρημάτων για άλλους σκοπούς θα τιμωρείτο με την ποινή του θανάτου (S. Hornblower, The Greek World 479–323 BC, 120). Το 449 π.Χ., ο Περικλής ζήτησε να επιτραπεί η χρήση 9.000 ταλάντων, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή εκείνη, για την ανακατασκευή της Ακρόπολης των Αθηνών, συμπεριλαμβανομένου των Προπυλαίων, του Παρθενώνα και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς από τον γλύπτη και φίλο του Φειδία. Ο ακαδημαϊκός Άγγελος Βλάχος (Thucydides’ Bias, 62–63) υποστηρίζει ότι χρήση των χρημάτων του ταμείου της συμμαχίας συνιστά μία από τις μεγαλύτερες καταχρήσεις της ιστορίας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν ωστόσο μερικά από τα ωραιότερα μνημεία του αρχαίου κόσμου.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΣΑΜΟΥ
Ο πόλεμος της Σάμου ήταν ένα από τα τελευταία στρατιωτικά γεγονότα στα οποία ήταν αναμειγμένη η Αθήνα πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Μετά τον εξοστρακισμό του Θουκυδίδη, ο Περικλής έγινε Στρατηγός και πάλι, που ήταν και η μοναδική επίσημη πολιτική θέση που κατείχε, Η επιρροή του στα πράγματα της Αθήνας και της Αθηναϊκής Ηγεμονίας, ήταν όμως τόσο μεγάλη που πρακτικά ήταν ο απόλυτος και αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Αθηνών. Το 440 π.Χ. ξέσπασε πόλεμος μεταξύ της Σάμου και της Μίλητου, για τον έλεγχο της Πριήνης, μίας αρχαίας πόλης κοντά στη Μυκάλη. Οι Μιλήσιοι ζήτησαν τη βοήθεια των Αθηνών να σταματήσουν τον πόλεμο. Όταν οι Σάμιοι αρνήθηκαν να σταματήσουν τον πόλεμο, παρά την απαίτηση των Αθηναίων για κάτι τέτοιο (Θουκυδίδης, 1.115), ο Περικλής πέρασε ένα ψήφισμα κατά των Σαμίων (Πλούταρχος, Περικλής, XXV), σύμφωνα με το οποίο παρά τη διαταγή προς τους Σάμιους να σταματήσουν τις πολεμικές συγκρούσεις με τους Μιλήσιους, εκείνοι δεν πειθάρχησαν, δίνοντας στην Αθήνα το δικαίωμα να επιβάλει την τάξη.[δ] Σε ναυμαχία εναντίον των Σαμίων, οι Αθηναίοι με ηγέτη τον Περικλή και 9 ακόμα στρατηγούς, μαζί με το Σοφοκλή, κέρδισαν τη μάχη και επέβαλαν μία φιλοαθηναϊκή κυβέρνηση στη Σάμο. Όταν οι Σάμιοι επαναστάτησαν, ο Περικλής υποχρέωσε τους ηγέτες της Σάμου να παραδοθούν μετά από οκτάμηνη σκληρή πολιορκία, που προκάλεσε αγανάκτηση στους Αθηναίους ναύτες (Πλούταρχος, Περικλής, XXVIII). Κατόπιν, ο Περικλής κατέπνιξε άλλη μία εξέγερση στο Βυζάντιο, και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου απέδωσε τιμές στους πεσόντες Αθηναίους που πολέμησαν στη Σάμο και στο Βυζάντιο (R. Sealey, A History of the Greek City States, 310).
Μεταξύ του 438 και 436 π.Χ. ο Περικλής οδήγησε τον αθηναϊκό στόλο στις όχθες του Πόντου, όπου δημιούργησε δεσμούς φιλίας με τις ελληνικές παραθαλάσσιες πόλεις της περιοχής (C.J. Tuplin, Pontus and the Outside World, 28). Ο Περικλής ασχολήθηκε και με την εσωτερική ενδυνάμωση των Αθηνών, με την κατασκευή του «Μεσαίου Τείχους» το 440 π.Χ. και με τη δημιουργία νέων κληρουχιών στην Άνδρο, στη Νάξο και στους Θούριους της Κάτω Ιταλίας το 444 π.Χ., που χτιζόταν με πρωτοβουλία του Περικλή στη θέση της ξακουστής Σύβαρης, που είχε καταστραφεί το 510 π.Χ. στον πόλεμο με τον Κρότωνα. Σημαντική κληρουχία δημιουργήθηκε και στην Αμφίπολη της Μακεδονίας, μεταξύ 437 π.Χ. και 436 π.Χ. (Πλούταρχος, Περικλής, XI και Πλάτων, Γοργίας, 455e).
Άγαλμα του Περικλή στην πλατεία Κοτζιά
ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ
Ο Περικλής και οι φίλοι του στη δημοκρατική Αθήνα της Κλασσικής Εποχής δεν ήταν καθόλου άτρωτοι σε πολιτικές ή και προσωπικές επιθέσεις, επειδή ο ρόλος του Περικλή στη διακυβέρνηση της αρχαίας Αθήνας δε σήμαινε απαραίτητα ότι ο ίδιος και οι οπαδοί του είχαν την απόλυτη κυριαρχία, καθώς το αξίωμα του Περικλή δεν του έδινε τέτοιο δικαίωμα (Fornara-Samons, Athens from Cleisthenes to Pericles, 31). Λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Περικλής, η σύντροφός του Ασπασία, και ο φίλος του, διάσημος γλύπτης Φειδίας, δέχθηκαν μία σειρά δικαστικών επιθέσεων σε βάρος τους.
Ο Φειδίας, που ήταν υπεύθυνος για την ανοικοδόμηση όλων των κτιριακών συγκροτημάτων που του είχε αναθέσει ο Περικλής, κατηγορήθηκε πρώτα ότι έκλεψε ένα συγκεκριμένο ποσό χρυσού, για να προσθέσει τη δική του μορφή, ως ενός φαλακρού άντρα, στην ασπίδα της θεάς Αθηνάς στο χρυσελεφάντινο άγαλμά της, φιλοτεχνώντας μια σκηνή που απεικόνιζε τον εαυτό του, μαζί με μία άλλη μορφή που έμοιαζε υπερβολικά στον Περικλή, να πολεμούν εναντίον των μυθικών Αμαζόνων (Πλούταρχος, Περικλής, XXXI). Ένας ψευδομάρτυρας, ο Μένωνας, κατέθεσε επίσης εναντίον του Περικλή. Η Ασπασία, που ήταν γνωστή για τις συμβουλευτικές της ικανότητες και ως εξαιρετική συνομιλητής, κατηγορήθηκε ότι διέφθειρε τις γυναίκες της Αθήνας για να ικανοποιήσει τον Περικλή (Suda, article Aspasia). Ήταν επίσης γνωστή εταίρα, αλλά οι ιστορικοί διαφωνούν για το εάν είχε στην κατοχή της οίκο ανοχής (Αριστοφάνης, Αχαρνείς, 523–527, R. Just, Women in Athenian Law and Life, 144), καθώς πολλοί σύγχρονοι μελετητές απορρίπτουν κάτι τέτοιο (N. Loraux, Aspasie, l’étrangère, l’intellectuelle, 133–164, M. Henry, Prisoner of History, 138–139). Οι κατηγορίες εναντίον της ήταν μάλλον συκοφαντίες και φημολογίες της Αθήνας εκείνης της εποχής. Η Ασπασία αθωώθηκε μετά από μία σπάνια συναισθηματική έκρηξη του Περικλή, που υπήρξε οδυνηρή εμπειρία για τον ίδιο προσωπικά. Παρόλα αυτά, ο φίλος του Περικλή, γλύπτης Φειδίας, πέθανε στη φυλακή και ο άλλος φίλος του, φιλόσοφος Αναξαγόρας, δέχθηκε επίθεση από την Εκκλησία του Δήμου για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις (Πλούταρχος, Περικλής, XXXI). Μετά από αυτές τις αρχικές επιθέσεις, η Εκκλησία επιτέθηκε στον ίδιο τον Περικλή, για κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος και για κατάχρηση εξουσίας. Πολλοί πιστεύουν ότι ο Περικλής εσκεμμένα δεν απέφυγε τον πόλεμο, επειδή η πολιτική του θέση είχε αρχίσει να κλονίζεται πολύ σοβαρά. Κατά ειρωνεία της τύχης, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος άρχιζε τη στιγμή που η θέση του Περικλή είχε αρχίσει να κλονίζεται. Ο Μπέλοχ (K.J. Beloch, Die Attische Politik seit Perikles, 19–22) υποστηρίζει ότι ο Περικλής υποστήριξε την επιλογή του πολέμου για να αποφύγει τον αυξανόμενο εσωτερικό ανταγωνισμό, μέσα στην Αθήνα, για πρώτη φορά μετά τη θριαμβευτική πολιτική νίκη του επί του συντηρητικού πολιτικού ηγέτη Θουκυδίδη, πριν από μία δεκαετία.
Ο Σωκράτης ψάχνει τον Αλκιβιάδη στο σπίτι της Ασπασίας (Έργο του Ζαν Λεόν Ζερομέ, 1861)
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Οι αιτίες του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι μέχρι σήμερα αντικείμενο συζήτησης των ιστορικών, καθώς δεν υπάρχει ταύτιση ως προς τα συγκεκριμένα αιτία που οδήγησαν στον καταστροφικό για όλους τους Έλληνες πόλεμο. Πολλοί αρχαίοι ιστορικοί αποδίδουν κύρια ευθύνη στον Περικλή και στην Αθήνα. Ο Πλούταρχος, πιστεύει ότι κύριος λόγος του μεγάλου πολέμου ήταν η υπεροψία της Αθήνας και της μεγάλης ναυτικής ηγεμονίας που είχε δημιουργήσει.[ε] Ο Θουκυδίδης, αποδίδει τον πόλεμο στη σπαρτιατική πλευρά και στο φόβο των Σπαρτιατών μπροστά στη δημιουργία μίας ισχυρής Αθήνας και της ολοένα αυξανόμενης δύναμής της. Ο Θουκυδίδης έχει κατηγορηθεί για αντισπαρτιατικές απόψεις του.[στ]
Ο Περικλής ήταν πεπεισμένος ότι ο πόλεμος με την Πελοποννησιακή Συμμαχία ήταν πραγματικά αναπόφευκτος, αν όχι καλοδεχούμενος (A.J. Podlecki, Perikles and his Circle, 158). Γι’ αυτό ακριβώς δε δίστασε να στείλει τον αθηναϊκό στόλο στην Κέρκυρα, για να βοηθήσει τον κερκυραϊκό στόλο που πολεμούσε εναντίον του κορινθιακού στόλου, παραδοσιακού συμμάχου της Σπάρτης. Το 433 π.Χ., ο ενωμένος αθηναϊκός και κερκυραϊκός στόλος αντιμετώπισε τον κορινθιακό στα νερά της Κέρκυρας, σε μία μάχη χωρίς τελικό νικητή. Το 432 π.Χ., οι Αθηναίοι κέρδισαν τους Κορίνθιους αποίκους στη μάχη της Ποτίδαιας, στις ακτές της Μακεδονίας, ενισχύοντας το αντιαθηναϊκό αίσθημα των Κορινθίων. Την ίδια περίοδο, ο Περικλής επέβαλε οικονομικό αποκλεισμό στη γειτονική πόλη της Αθήνας, τα Μέγαρα, διαλύοντας την οικονομία της πόλης και τραυματίζοντας την τριακονταετή συμφωνία ειρήνης με τη Σπάρτη, που ήταν σύμμαχος των Μεγαρέων. Οι Αθηναίοι, με τη σειρά τους, θεωρούσαν πως οι Μεγαρείς είχαν καλλιεργήσει ιερή γη που ήταν αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα και επιπλέον παραχωρούσαν άσυλο σε δούλους που ξέφευγαν από την Αθήνα, γεγονός ανίερο για τους ίδιους (T. Buckley, Aspects of Greek History 750–323 BC, 322).
Μετά από συνομιλίες με τους συμμάχους της, η Σπάρτη απαίτησε από την Αθήνα την εκδίωξη των μελών της αριστοκρατικής οικογενείας των Αλκμεωνιδών από την Αθήνα, και του ίδιου του Περικλή, και να άρει αμέσως το εμπάργκο που επέβαλε κατά της πόλης των Μεγάρων, απειλώντας με πόλεμο εάν οι απαιτήσεις της δεν πραγματοποιούνταν. Σκοπός της απαίτησης των Σπαρτιατών ήταν η δημιουργία χάσματος μεταξύ του Περικλή και του Δήμου, γεγονός που συνέβη λίγα χρόνια αργότερα (Θουκυδίδης, 1.127). Οι Αθηναίοι ακολούθησαν τις οδηγίες του Περικλή, που παρότρυνε να μη δεχθούν τις παράλογες απαιτήσεις των αντιπάλων τους, αφού η Αθήνα ήταν στρατιωτικά ισχυρότερη. Ο Περικλής δεν ήθελε να υποχωρήσει στις απαιτήσεις της Σπάρτης, επειδή πίστευε ότι τότε θα επανερχόταν με περισσότερες απαιτήσεις (A.G. Platias-C. Koliopoulos, Thucydides on Strategy, 100–03). Υποστήριξε ότι η Αθήνα θα προέβαινε σε άρση του εμπάργκο στα Μέγαρα, μόνο εάν η Σπάρτη εγκατέλειπε την τακτική της ξενηλασίας και αναγνώριζε την αυτονομία των συμμαχικών της πόλεων, άποψη που μαρτυρά ότι και η Σπαρτιατική Ηγεμονία ήταν σκληρή (A. Vlachos, Thucydides’ Bias, 20). Οι όροι του Περικλή δεν έγιναν αποδεκτοί από τη Σπάρτη, και με δεδομένο ότι καμία πλευρά δεν υποχωρούσε, ο πόλεμος ήταν πλέον αναπόφευκτος. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που υποχρέωσαν τον Περικλή σε αυτή την άκαμπτη στάση. Ο πρώτος, όπως υποστηρίζουν ο Αθανάσιος Γ. Πλατιάς και ο Κωνσταντίνος Κολιόπουλος, είναι ότι ο Περικλής επέλεξε τον πόλεμο από την υποχώρηση μπροστά στις απαιτήσεις της Σπάρτης, επειδή δεν ήθελε να δείξει ότι η Αθήνα κι η Δηλιακή Συμμαχία (Αθηναϊκή Ηγεμονία) ήταν αδύναμες, κάτι που ενδεχομένως ήταν σε θέση να διαταράξει τη συμμαχία.
Τα Μακρά Τείχη που συνέδεαν την Αθήνα με το λιμάνι του Πειραιά
ΠΡΩΤΟ ΕΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Το 431 π.Χ., και ενώ η ειρήνη ήταν εύθραυστη, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος Β' απέστειλε μία νέα αντιπροσωπεία, με την οποία ζήτησε από την Αθήνα να δεχτεί τους όρους της Σπάρτης. Στη σπαρτιατική αντιπροσωπεία δεν επετράπη η είσοδος στην Αθήνα, καθώς ο Περικλής είχε απαγορεύσει κάτι τέτοιο, εφόσον διαπιστωνόταν ότι η Σπάρτη είχε λάβει στρατιωτικά μέτρα κατά της Αθήνας. Εκείνη την περίοδο, ο σπαρτιατικός στρατός συγκεντρωνόταν στην Κόρινθο κι οι Αθηναίοι αρνήθηκαν γι’ αυτό το λόγο την είσοδο στους αντιπροσώπους της Σπάρτης (Θουκυδίδης, 2.12). Όταν και οι τελευταίες του προσπάθειες για διαπραγματεύσεις με τους Αθηναίους απέτυχαν, ο Αρχίδαμος εισέβαλε στην Αττική, αλλά την βρήκε έρημη, καθώς ο Περικλής είχε πείσει τους Αθηναίους να οχυρωθούν πίσω από τα τείχη της Αθήνας (Θουκυδίδης, 2.14). Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο ο Περικλής κατόρθωσε να πείσει τον αγροτικό πληθυσμό της Αττικής να εγκαταλείψει τα χωράφια και τις περιουσίες του. Για πολλούς, η μετακίνηση αυτή συνιστούσε βίαιη αλλαγή του τρόπου ζωής τους (J. Ober, The Athenian Revolution, 72–85). Έτσι, πολλοί αγρότες δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένοι από την απόφαση του Περικλή. Εκείνος τους καθησύχασε με το επιχείρημα ότι εάν ο εχθρός δεν κατέστρεφε την ακίνητη περιουσία του, που βρισκόταν έξω από τα τείχη, τότε θα την παραχωρούσε στο κράτος. Κατά τον Θουκυδίδη (2.13), ο Περικλής έδωσε αυτή την υπόσχεση θεωρώντας πως ο Αρχίδαμος, που ήταν φίλος του, πιθανώς δε θα κατέστρεφε την περιουσία του, είτε σε ένδειξη φιλίας, είτε στα πλαίσια πολιτικής σκοπιμότητας, για να απομονώσει πολιτικά τον Περικλή από το Δήμο. Σε κάθε περίπτωση, βλέποντας οι Αθηναίοι μέσα από τα τείχη την καταστροφή της περιουσίας τους στην ύπαιθρο, άρχισαν να δείχνουν την έντονη δυσαρέσκειά τους προς τον Περικλή, ενώ πολλοί από αυτούς θεωρούσαν ότι τους εξώθησε στον πόλεμο. Παρά τη μεγάλη πίεση, ο Περικλής αρνήθηκε να αλλάξει την αρχική του στρατηγική απέναντι στον πόλεμο. Επίσης αρνήθηκε να ζητήσει τη γνώμη της Εκκλησίας του Δήμου, φοβούμενος μήπως οι Αθηναίοι αποφασίσουν να πολεμήσουν μόνοι τους τον ισχυρό Σπαρτιατικό Στρατό στην ύπαιθρο (Θουκυδίδης, 2.22). Τις συνελεύσεις των Πρυτάνεων, ο Περικλής δεν τις είχε υπό τον έλεγχό του, αλλά ο σεβασμός που είχε από τους Πρυτάνεις ήταν αρκετός ώστε να δεχτούν τις απόψεις του (D. Kagan, The Peloponnesian War, 69). Ενώ ο σπαρτιατικός στρατός παρέμενε στην Αττική, ο Περικλής έστειλε ένα στόλο 100 πλοίων να λεηλατήσει τα παράλια της Πελοποννήσου και τοποθέτησε το ιππικό να φυλά τα κτήματα κοντά στα τείχη της πόλης (Θουκυδίδης, 2.18 και Ξενοφών, Αθηναίων Πολιτεία, 2). Όταν ο εχθρός έφυγε και η λεηλασία της αττικής υπαίθρου έλαβε τέλος, ο Περικλής πρότεινε ένα νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η Αθήνα έπρεπε να δεσμεύσει ένα ποσό 1.000 ταλάντων και 100 πλοία, εάν η Αθήνα δεχόταν επίθεση από τη θάλασσα. Ακόμη, επέβαλε νόμο που καταδίκαζε σε θάνατο οποιονδήποτε πρότεινε διαφορετική χρήση των χρημάτων ή των πλοίων. Το φθινόπωρο του 431 π.Χ., ο Περικλής εισέβαλε στα Μέγαρα και λίγους μήνες αργότερα, τον χειμώνα του 431 προς 430 π.Χ., απάγγειλε τον περίφημο Επιτάφιο Λόγο του, και με μνημειώδη συναισθηματισμό τίμησε τη δημοκρατία και τους πεσόντες πολεμιστές για την Αθήνα στη διάρκεια του πρώτου έτους του πολέμου (Θουκυδίδης, 2.35–46).

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ
Το 430 π.Χ., ο Σπαρτιατικός στρατός λεηλάτησε την Αττική για δεύτερη φορά αλλά ο Περικλής αρνήθηκε να αντιπαραταχθεί στους Σπαρτιάτες, και για δεύτερη φορά αρνήθηκε να αλλάξει την αρχική του στρατηγική (Θουκυδίδης, 2.55). Καθώς δεν ήθελε να πολεμήσει τους Σπαρτιάτες σε ανοιχτή μάχη, ηγήθηκε ξανά μίας αθηναϊκής εκστρατείας για να λεηλατήσει τα παράλια της Πελοποννήσου, παίρνοντας αυτή τη φορά 100 πλοία μαζί του. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Περικλής, XXXV), πριν την αρχή της εκστρατείας συνέβη μία έκλειψη Ηλίου που φόβισε τα πληρώματα των πλοίων, αλλά ο Περικλής τους καθησύχασε με τη βοήθεια των αστρονομικών γνώσεων που είχε αποκτήσει από τον Αναξαγόρα. Το καλοκαίρι, στην Αθήνα ξέσπασε ο λοιμός που προκάλεσε το θάνατο μεγάλου μέρους του πληθυσμού (Θουκυδίδης, 2.48 και 2.56). Η προέλευση του λοιμού είναι μέχρι σήμερα αντικείμενο μελέτης των επιστημόνων.[ζ] Στην περίπτωση του λοιμού, ο δήμος ξεσηκώθηκε εναντίον του Περικλή, και εκείνος υποχρεώθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, μ’ ένα συναισθηματικό τελευταίο λόγο, μέρος του οποίου παραδίδεται από τον Θουκυδίδη (2.60–64). Θεωρείται μεγάλη πράξη του Περικλή που δείχνει τις αρετές του, αλλά και την απογοήτευσή του, μπροστά στην αχαριστία των συμπολιτών του. Προσωρινά κατάφερε να μειώσει το μένος του Δήμου εναντίον του, αλλά οι εσωτερικοί εχθροί του επανεμφανίστηκαν, και κατάφεραν να του στερήσουν το αξίωμα του Στρατηγού και να τον τιμωρήσουν με χρηματικό πρόστιμο μεταξύ 15 και 50 ταλάντων (Πλούταρχος, Περικλής, XXXV). Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι ο Κλέων, ένας νέος και φιλόδοξος πολιτικός ανταγωνιστής, ήταν ο εισαγγελέας στη δίκη του Περικλή.
Παρόλα αυτά, ο Περικλής επανέκτησε την εμπιστοσύνη του λαού και επανεξελέγη Στρατηγός, μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 429 π.Χ. Ανέκτησε τον έλεγχο του αθηναϊκού στρατού και ηγήθηκε της Αθήνας σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις το 429 π.Χ., έχοντας και πάλι την αθηναϊκή εξουσία στα χέρια του. Την ίδια χρονιά, ο Περικλής είδε τους δύο γιους του, τον Πάραλο και τον Ξάνθιππο να πεθαίνουν από το φοβερό λοιμό που χτύπησε την πόλη. Πέθανε και ο ίδιος από το λοιμό, τον Αύγουστο του 429 π.Χ.
Λίγο πριν το θάνατό του, οι φίλοι του Περικλή είχαν μαζευτεί γύρω από το κρεβάτι του, μιλώντας για τα κατορθώματά του στη διάρκεια της ειρήνης, αλλά και για τα 9 πολεμικά του τρόπαια. Ο Περικλής, παρόλο που ήταν άρρωστος, τους διέκοψε, λέγοντας πως είχαν ξεχάσει να αναφέρουν το σημαντικότερο κατόρθωμά του, που κατά τον ίδιο ήταν το γεγονός ότι ποτέ κανένας εν ζωή Αθηναίος δεν έκλαψε γι’ αυτόν (Πλούταρχος, Περικλής, XXXVIII). Ο Περικλής, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, έζησε στα πρώτα 2,5 χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, και ο θάνατος του ήταν καταστροφικός για την Αθήνα, καθώς οι πολιτικοί διάδοχοί του ήταν υποδεέστεροι και προτιμούσαν να κατηγορούν τους άλλους για τα μειονεκτήματά τους, αντί να κάνουν κάτι καλό για την πόλη τους. Οι πολιτικοί του διάδοχοι ήταν απλώς δημαγωγοί που ως αποκλειστικό στόχο είχαν την κατάληψη της εξουσίας, ενώ η πολιτική τους ήταν καταστροφική για την Αθήνα (Θουκυδίδης, 2.65). Γράφοντας αυτά, ο Θουκυδίδης εκφράζει την πικρία του, όχι μόνο για το χαμό ενός άνδρα που θαύμαζε, αλλά και για τη δύναμη και τη δόξα της Αθήνας που είχε αρχίσει να φθίνει.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ
Ο Περικλής, ακολουθώντας την αθηναϊκή παράδοση της εποχής, παντρεύτηκε πρώτα μία γυναίκα που ήταν κοντινή συγγενής του, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Ξάνθιππο και τον Πάραλο. Ο γάμος τους όμως δεν ήταν ευτυχισμένος και, γύρω στο 445 π.Χ., ο Περικλής χώρισε τη γυναίκα του και την πρόσφερε σ’ έναν άλλο άνδρα για γάμο, με τη σύμφωνη γνώμη των αρσενικών μελών της οικογένειας της γυναίκας του (K. Παπαρρηγόπουλος, Aa, 221). Το όνομα της πρώτης του γυναίκας δεν είναι γνωστό, η μόνη πληροφορία που έχουμε σήμερα είναι ότι ήταν σύζυγος κάποιου Ιππόνικου, πριν παντρευτεί τον Περικλή, και μητέρα του Καλλία, από τον πρώτο της γάμο (Πλούταρχος, Περικλής, XXIV). Η γυναίκα με την οποία συνδέθηκε ήταν η Μιλήσια Ασπασία, εταίρα από την Μίλητο και κατά πολλά χρόνια νεότερή του. Ο Σωκράτης την περιέγραψε ως την πιο έξυπνη και πνευματική γυναίκα της εποχής της. Η σχέση αυτή ήταν υπερβολικά τολμηρή, επειδή ο Περικλής της συμπεριφερόταν ως ίση προς ίσο, και με δεδομένο την κοινωνική θέση της γυναίκας στην αρχαία Αθήνα, κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τους περισσότερους άνδρες εκείνης της εποχής.
Ακόμη και ο γιος του Περικλή Ξάνθιππος, που είχε πολιτικές φιλοδοξίες, δε δίστασε να καταδικάσει αυτή τη σχέση του πατέρα του (Πλούταρχος, Περικλής, XXXVI). Οι κατηγορίες αυτές δεν έριξαν το ηθικό του, παρόλο που ξέσπασε σε κλάματα όταν τον κατηγόρησαν ότι διέφθειρε την ηθική της πόλης του, με αυτήν του τη σχέση. Η μεγαλύτερη προσωπική του τραγωδία ήταν ο θάνατος των δύο παιδιών του, του Ξάνθιππου και του Πάραλου, από τον πρώτο του γάμο, καθώς και ο θάνατος της αδελφής του. Όλοι αυτοί πέθαναν από τον φοβερό λοιμό που χτύπησε την Αθήνα τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο θάνατος τόσων συγγενικών προσώπων ήταν κάτι που ποτέ δεν κατάφερε ψυχολογικά να ξεπεράσει. Λίγο πριν τον θάνατό του, οι Αθηναίοι άλλαξαν τον νόμο του 451 π.Χ. για το δικαίωμα στην αθηναϊκή υπηκοότητα, που έκανε τον μισό-Αθηναίο γιο του που είχε αποκτήσει με την Ασπασία, Περικλή τον νεώτερο, Αθηναίο πολίτη και νόμιμο κληρονόμο του (Πλούταρχος, Περικλής, XXXVII). Από ειρωνεία της τύχης, ο ίδιος ο Περικλής είχε προτείνει να ψηφιστεί αυτός νόμος που έλεγε ότι μόνο όσοι έχουν και τους δύο γονείς Αθηναίους έχουν το δικαίωμα στην υπηκοότητα της πόλης (W. Smith, A History of Greece, 271).
ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Ο Περικλής σημάδεψε μία ολόκληρη εποχή και ενέπνευσε αντικρουόμενες απόψεις για τις αποφάσεις που έλαβε στη διάρκεια της πολιτικής σταδιοδρομίας του. Το γεγονός πως ήταν στρατηγός, ρήτορας και πολιτικός ηγέτης, την ίδια ακριβώς εποχή, δυσχεραίνει την αντικειμενική αποτίμηση των ενεργειών του.

ΗΓΕΤΙΚΕΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ
Μερικοί σύγχρονοι μελετητές, όπως η Σάρα Ρούντεν (S. Ruden, Lysistrata, 80), αποκαλούν τον Περικλή λαϊκιστή και δημαγωγό, ενώ άλλοι εκφράζουν τον θαυμασμό τους για τις ηγετικές του ικανότητες. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Περικλής, XV), όταν ο Περικλής ανέλαβε την εξουσία των Αθηνών, δεν ήταν πια ο ίδιος άνδρας όπως πριν, αλλά είχε πραγματικά αλλάξει. Οι αρχαίοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Περικλής ήταν πραγματικά αδιάφθορος πολιτικός, αλλά δεν ήταν αντίθετος στον πλουτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ιστορικός Θουκυδίδης δίνει ελάχιστη σημασία στις αρνητικές πλευρές του πολιτικού βίου του Περικλή, αλλά γράφει κυρίως για τις θετικές.[η] Από την άλλη, ο Πλάτωνας, σ’ έναν από τους διαλόγους του αναφέρει ότι ο Περικλής έκανε την πόλη της Αθήνας μαλθακή και ματαιόδοξη, αφού αυτός επέβαλε το θεσμό των δημοσίων μισθών. Με αυτά τα λόγια, ο Πλάτωνας (Γοργίας, 515e) αποκηρύσσει πλήρως τη μυθοποίηση του Περικλή. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι έσπρωξε τον λαό της Αθήνας σε μία ματαιόδοξη και μαλθακή στάση, λόγω των πολλών φιλολαϊκών μέτρων που πρότεινε και που με την υποστήριξη του Δήμου επέβαλε.
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο Περικλής δεν ακολουθούσε αλλά ηγείτο του λαού της Αθήνας. Κάποιοι μελετητές του 20ού αιώνα, όπως ο Μάλκολμ Μαγκρέγκορ (M.F. McGregor, Government in Athens, 122–23) και ο Τζων Μόρρισον (J.S. Morrison, Pericles Monarchos, 76–77), υποστήριξαν ότι πιθανόν ο Περικλής να ήταν μία χαρισματική και δημοφιλής προσωπικότητα που περισσότερο από ηγέτης υπήρξε μέγας σύμβουλος του λαού του. Σύμφωνα με τον Ντάνιελ Κινγκ, αυξάνοντας ο Περικλής τη δύναμη του Δήμου, έχασε τον έλεγχο της εξουσίας, αφήνοντας τους Αθηναίους χωρίς πραγματικό ηγέτη. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, η ανάγκη του Περικλή να βασιστεί στις ευρύτερες λαϊκές μάζες ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ
Για πάνω από 20 χρόνια, ο Περικλής ηγήθηκε ενός μεγάλου αριθμού εκστρατειών, πολλές από τις οποίες ήταν ναυτικές εκστρατείες. Ποτέ δεν έπαιρνε μεγάλα ρίσκα και ήταν πάντοτε πολύ προσεκτικός στην επιλογή των εκστρατειών. Ακολουθώντας τη στρατηγική σκέψη του Θεμιστοκλή, πίστευε ότι η Αθήνα έπρεπε να βασιστεί στη ναυτική της δύναμη, και θεωρούσε τους Πελοποννήσιους σχεδόν ανίκητους στην ξηρά (Πλούταρχος, Περικλής, XVIII). Ο Περικλής επίσης προσπάθησε να αμβλύνει το πλεονέκτημα που είχε η πολεμική μηχανή της Σπάρτης στη ξηρά, ξαναχτίζοντας τα τείχη της Αθήνας. Σύμφωνα με τον καθηγητή Κλασσικών Σπουδών στο Πρίνστον, Ιωσία Όμπερ (J. Ober, National Ideology and Strategic Defence of the Population, 254), η στρατηγική της ανακατασκευής των τειχών της πόλης του άλλαξε δραστικά τη χρήση της στρατιωτικής δύναμης στις σχέσεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων-κρατών.
Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Περικλής βασίστηκε σε μία μεγαλειώδη αμυντική στρατηγική, που στόχο της είχε την εξασθένηση του αντιπάλου και τη διατήρηση του status quo (A.G. Platias-C. Koliopoulos, Thucydides on Strategy, 98–99). Σύμφωνα με τον Πλατιά και τον Κολιόπουλο, η Αθήνα, ως η ισχυρότερη πόλη, δεν επέλεξε να νικήσει τη Σπάρτη με στρατιωτικά μέσα, αλλά να καταστρέψει το στρατηγικό σχέδιο της Σπάρτης και των συμμάχων της. Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της στρατηγικής του Περικλή ήταν η αποφυγή αναβολής των οικονομικών κυρώσεων στα Μέγαρα και στην αποφυγή επέκτασης των συγκρούσεων, που δεν θα ήταν σε όφελος της Αθήνας.[θ] Σύμφωνα με τον Κάγκαν (D. Kagan, The Outbreak of the Peloponnesian War, 83), η επιμονή του Περικλή στην απόρριψη μεγάλων εκστρατειών οφείλεται μάλλον στην πικρή ανάμνηση της αποτυχημένης εκστρατείας στην Αίγυπτο, που είχε υποστηρίξει στην αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Γι’ αυτό, ο Χανς Ντέλμπρουκ (H. Delbrück, History of the Art of War, I, 137) τον αποκάλεσε ως έναν από τους μεγαλύτερους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες της ιστορίας. Παρόλο που οι συμπολίτες του ενεπλάκησαν σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις αμέσως μετά τον θάνατό του, δεν άλλαξαν τη στρατηγική του μέχρι και την τραγική εκστρατεία στη Σικελία (V.L. Ehrenberg, From Solon to Socrates, 278). Κατά τον Μπεν ντε Βετ (B. X. de Wet, This So-Called Defensive Policy of Pericles, 103–19), εάν ο Περικλής ζούσε περισσότερο, η στρατηγική του θα είχε επιτυχία.
Όσοι διαφωνούν με τη στρατηγική του Περικλή δεν είναι λιγότεροι από όσους την υποστηρίζουν. Μια ευρέως διαδεδομένη άποψη θέλει τον Περικλή καλύτερο ρήτορα από στρατηγό (K. Παπαρρηγόπουλος, Aa, 241–42). Ο Ντόναλντ Κάγκαν (D. Kagan, Athenian Strategy in the Peloponnesian War, 54) υποστηρίζει ότι η στρατηγική του Περικλή εμπεριείχε ευσεβείς πόθους που πρακτικά ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθούν κι απέτυχε. Ο Μπάρυ Στράους και ο Ιωσίας Όμπερ (S. Strauss-J. Ober, The Anatomy of Error, 47), έχουν υποστηρίξει ότι ο Περικλής, ως στρατηγός, ήταν αποτυχημένος, συμβάλλοντας στην ήττα της Αθήνας στον πόλεμο. Ο Βίκτορ Ντέιβις Χάνσον (V.D. Hanson, Peloponnesian War, 58) προσθέτει ότι ο Περικλής δεν επεξεργάστηκε επαρκώς την επιθετική στρατηγική της πόλης του, για να αντιμετωπίσει με επιτυχία μία πιθανή εισβολή. Ο Κάγκαν ασκεί κριτική στη στρατηγική του Περικλή σε 4 σημεία. Κατηγορεί τον Περικλή, καταρχήν, για την άρνησή του να προβεί σε μικρές παραχωρήσεις, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο στον πόλεμο. Το δεύτερο σημείο της κριτικής του εστιάζει στην έλλειψη μυστικότητας γύρω από τη στρατηγική του, δίνοντας πλεονέκτημα στον αντίπαλο. Επιπλέον, κατά τον Κάγκαν (D. Kagan, The Archidamian War, 28, 41), το σχέδιο ήταν αδύνατο να εκμεταλλευτεί πιθανές ευκαιρίες, ενώ παράλληλα βασιζόταν πολύ στον ίδιο τον Περικλή, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί μετά το θάνατό του. Ο Κάγκαν (D. Kagan, The Peloponnesian War, 61–62) υπολογίζει ότι ο Περικλής δαπανούσε περίπου 2.000 τάλαντα κάθε χρόνο για τις ανάγκες του Πελοποννησιακού πολέμου, και υποστηρίζει ότι ήταν σε θέση να ξοδέψει ένα τέτοιο ποσό μόνο για 3 χρόνια. Θεωρεί συνεπώς ότι γι’ αυτό το λόγο, που λογικά ο Περικλής γνώριζε, ήταν προετοιμασμένος για ένα συντομότερο σε διάρκεια πόλεμο. Άλλοι, όπως ο Ντόναλντ Νάιτ, υποστηρίζουν ότι η στρατηγική του ήταν υπερβολικά αμυντική χωρίς καμία πιθανότητα επιτυχίας.
Από την άλλη πλευρά, ο Πλατιάς και ο Κολιόπουλος (A.G. Platias-C. Koliopoulos, Thucydides on Strategy, 138), θεωρούν ότι οι Αθηναίοι έχασαν τον πόλεμο μόνον όταν εγκατέλειψαν τη μεγαλοφυή στρατηγική του Περικλή. Κατά τον Χάνσον (V.D. Hanson, Peloponnesian War, 74-75), η στρατηγική του Περικλή δεν ήταν καινοτόμος, αλλά μπορούσε να αποδώσει καρπούς. Κοινή πίστη είναι ότι οι πολιτικοί διάδοχοι του Περικλή δεν είχαν ούτε τις ικανότητες, ούτε τον χαρακτήρα του (L.J. Samons, What's Wrong with Democracy?, 131–32).

ΡΗΤΟΡΙΚΕΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ
Οι σύγχρονοι μελετητές του Θουκυδίδη προσπαθούν ακόμη να επανασυνδέσουν τους λόγους του Περικλή, ώστε να αποκτήσουμε μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τις ρητορικές ικανότητες του Περικλή, και να διαχωρίσουμε τους λόγους του Περικλή από τα γραπτά του Θουκυδίδη.[ι] Επειδή ο Περικλής δεν κατέγραψε ούτε διένειμε τους λόγους του,[ια] οι ιστορικοί δεν μπορούν να είναι απολύτως σίγουροι ποιοι λόγοι και ποιες απόψεις[ιβ] ανήκουν στον ίδιο τον Περικλή και ποιοι ανήκουν στον Θουκυδίδη. Ο Θουκυδίδης παραδίδει τρεις από τους λόγους του Περικλή, που τους έγραψε από μνήμης, γεγονός που καθιστά μάλλον απίθανο να μην πρόσθεσε προσωπικά στοιχεία στους λόγους του Περικλή για τους οποίους γράφει. Αν και ο Περικλής θεωρείται εξαιρετικός ρήτορας, πολλοί σύγχρονοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η ομορφιά των λόγων του Περικλή οφείλεται περισσότερο στις συγγραφικές ικανότητες του Θουκυδίδη παρά στις ρητορικές του Περικλή.[ιγ] Πιθανόν ο Θουκυδίδης να ενσωμάτωσε τις συγγραφικές του ικανότητες στους λόγους του Περικλή, για να δημιουργήσει αυτήν την εικόνα που έχουμε σήμερα.
Ο Ντόναλντ Κάγκαν υποστηρίζει ότι ο Περικλής είχε έναν εκλεπτυσμένο τύπο λόγου, που δεν ήταν καθόλου χυδαίος, σε αντίθεση με τους περισσότερους δημαγωγούς της εποχής του. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, θάμπωνε τους συμπολίτες του με τις ικανότητες λόγου που κατείχε. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Περικλής απέφευγε να ξεσηκώνει τα πλήθη, όπως ο παθιασμένος ρήτορας Δημοσθένης, αλλά πάντα μιλούσε μ’ έναν πράο και ήρεμο τρόπο. Βέβαια, ο Πλούταρχος αναφέρει ακόμη ότι οι λόγοι του Περικλή είχαν κάποια δόση υπεροψίας που δεν άρεσε σε πολλούς. Ο Πλούταρχος βασίζει αυτή την πληροφορία σε μαρτυρία του φιλόσοφου Ίωνα από τη Χίο, σύγχρονου του Περικλή. Ο Γοργίας, στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, χρησιμοποιεί τη ρητορική ικανότητα του Περικλή ως παράδειγμα μίας πραγματικά ανώτερης ρητορικής ικανότητας. Παρόλα αυτά, στο διάλογο του Μενέξενου, ο Σωκράτης αναφέρει ότι ο Περικλής είχε εκπαιδευτεί στη ρητορική από την Ασπασία, που είχε εκπαιδεύσει πολλούς ρήτορες, και ήταν σαφώς ανώτερος από έναν ρήτορα που είχε διδαχθεί τη ρητορική από τον Αντίφωντα. Επίσης αποδίδει τον Επιτάφιο Λόγο στην Ασπασία και επιτίθεται στους σύγχρονούς του για τη μυθοποίηση του Περικλή.
Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς αποκαλούσαν τον Περικλή «Ολύμπιο», εκθείασαν τις ικανότητές του, και έγραψαν ότι ο Περικλής κουβαλούσε τα όπλα του Δία όταν έβγαζε τους λόγους του. Σύμφωνα με τον Κουιντιλιάνο, ο Περικλής έκανε μία συγκεκριμένη προετοιμασία πριν βγάλει τους λόγους του, δηλαδή πήγαινε και προσευχόταν στους θεούς ώστε να μην εκστομίσει καμία λέξη κατά λάθος. Ο Σερ Ρίτσαρντ Γουέμπ αναφέρει ότι ο Περικλής ήταν ένας μοναδικός πολιτικός, στρατιωτικός και ρήτορας, επειδή κράτησε τη θέση του Στρατηγού για τόσα πολλά χρόνια, που κανείς πριν και μετά από αυτόν δεν κράτησε, και επειδή κέρδισε το σεβασμό των Αθηναίων, με τις σκέψεις και τις πράξεις του, όσο κανείς άλλος.
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Ως μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε ο Περικλής θεωρούνται τα έργα τέχνης του Χρυσού Αιώνα της Αθήνας, αλλά και τα λογοτεχνικά έργα της εποχής του, που διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Η Ακρόπολη της Αθήνας, αν και τώρα είναι ερειπωμένη, στέκεται μέχρι σήμερα ως σύμβολο της σύγχρονης Αθήνας. Ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος υποστήριξε ότι αυτά τα έργα τέχνης είναι αρκετά για να κάνουν την Ελλάδα αθάνατη σε όλη την υφήλιο. Σε σχέση με την πολιτική κληρονομιά του Περικλή, ο Βίκτωρ Έρενμπεργκ (V. L. Ehrenberg, From Solon to Socrates, 332) υποστηρίζει ότι το βασικό στοιχείο της πολιτικής κληρονομιάς του Περικλή ήταν ο Αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, που δε δίνει πραγματική δημοκρατία και ελευθερία στους πολίτες του. Υποστηρίζεται ότι η προώθηση ενός τέτοιου ιμπεριαλισμού στο τέλος κατέστρεψε την Αθήνα (C.G. Starr, A History of the Ancient World, 306). Ο Περικλής και οι επεκτατικές πολιτικές του ενάντια στις πιο αδύναμες πόλεις-κράτη, έχουν γίνει αντικείμενο συζητήσεων και διαφωνιών.
Άλλοι αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Αθηναϊκός ουμανισμός ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του Χρυσού Αιώνα (E.J. Power, A Legacy of Learning, 52). Η ελευθερία του λόγου θεωρείται η μεγαλύτερη και μακροβιότερη κληρονομιά που μας άφησε ο «Αιώνας του Περικλή» (R.A. Katula, A Synoptic History of Classical Rhetoric, 18). Ο Περικλής θεωρείται ο ιδανικός τύπος ηγέτη στην Αρχαία Ελλάδα και ο Επιτάφιος Λόγος του, ακόμα και σήμερα θεωρείται συνώνυμο της πάλης για τη δημοκρατία και την ελευθερία.
ΠΗΓΗ
Ελληνική Βικιπαίδεια

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[α] Η ακριβής χρονολογία γέννησης του Περικλή δεν είναι γνωστή. Εκτιμάται ότι γεννήθηκε πριν το 492/491 π.Χ. ώστε να είναι σε κατάλληλη ηλικία να παρουσιάσει το έργο Πέρσαι το 472 π.Χ. Δεν αναφέρεται ότι πήρε μέρος στους Περσικούς Πολέμους τις χρονιές 480 π.Χ. και 479 π.Χ. Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι είναι απίθανο να είχε γεννηθεί πριν το 498 π.Χ.
[β] Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η Αγαρίστη ήταν εγγονή του Κλεισθένη, αλλά χρονολογικά αυτό δεν φαίνεται ακριβές και έτσι πιστεύεται ότι ήταν ανιψιά του.
[γ] Ο Αριστόδικος από την Τανάγρα δολοφόνησε τον Εφιάλτη. Ο Πλούταρχος γράφει ότι κάποιος Ιδομενέας έλεγε ότι άκουσε πως ο Περικλής σκότωσε τον Εφιάλτη, χωρίς όμως να το πιστεύει καθώς κάτι τέτοιο δεν ήταν στο χαρακτήρα του Περικλή.
[δ] Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Περικλής, XXIV), ο Περικλής έβαλε την Αθήνα στον πόλεμο εναντίον της Σάμου για χάρη της Ασπασίας από την Μίλητο.
[ε] Ο Πλούταρχος (Περικλής, XXXI) περιγράφει αυτούς τους ισχυρισμούς αλλά δεν τους επιβεβαιώνει. Ο Θουκυδίδης (1.139) επιμένει, όμως, ότι ο Περικλής ήταν ακόμη ο ισχυρότερος άνδρας των Αθηνών. Οι Γκομ (A. W. Gomme, An Historical Commentary on Thucydides, I, 452) και Βλάχος (Comments on Thucydides, 141) υποστηρίζουν την άποψη του Θουκυδίδη.
[στ] Ο Βλάχος αναφέρει ότι ο Θουκυδίδης μας δίνει την εικόνα πως η ηγεμονία της Αθήνας ήταν σκληρή και αυταρχική, αλλά ο ιστορικός δε σχολιάζει την αυταρχική ηγεμονία της Σπάρτης την ίδια εποχή. Σύμφωνα με τον Βλάχο (Thucydides’ bias, 60 etc), η ήττα των Αθηνών στον πόλεμο έκανε την Σπαρτιατική Ηγεμονία ακόμα πιο σκληρή και αυταρχική. Ωστόσο, η εικασία πως η Σπάρτη απελευθέρωσε την υπόλοιπη Ελλάδα από την ηγεμονία των Αθηνών φαίνεται αβάσιμη. Ο Geoffrey Ernest Maurice de Ste Croix (The Character of the Athenian Empire, 1–41), αναφέρει ότι η Ηγεμονία των Αθηνών ήταν καλοδεχούμενη ως παράγων σταθερότητας και δημοκρατίας για την υπόλοιπη Ελλάδα (Fornara-Samons, Athens from Cleisthenes to Pericles, 77).
[ζ] Με βάση τις επιστημονικές μελέτες, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο λοιμός ήταν πιθανόν ένας τύφος ή τυφοειδής πυρετός, και όχι χολέρα ή κάτι άλλο (A.W. Gomme, An Historical Commentary on Thucydides, II, 145–62).
[η] Ο Βλάχος (Thucydides’ bias, 62) ασκεί κριτική στον ιστορικό Θουκυδίδη, επειδή ο τελευταίος επισημαίνει μόνο τα θετικά σημεία του Περικλή και αγνοεί πλήρως τις φημολογίες και τις κατηγορίες εναντίον του Περικλή, αλλά και τις κατηγορίες εναντίον του Περικλή για διαφθορά.
[θ] Σύμφωνα με τον Πλατιά και τον Κολιόπουλο (A.G. Platias-C. Koliopoulos, Thucydides on Strategy, 104 etc.), η πολιτική του Περικλή αποτελείτο από 5 κύρια σημεία: α) Την ισορρόπηση της δύναμης του αντιπάλου, β) Τη χρησιμοποίηση όλων των πλεονεκτημάτων και την απενεργοποίηση των πλεονεκτημάτων του αντιπάλου, γ) Την άρνηση της επιτυχίας του (πολιτικού) αντιπάλου και τη χρήση των αντιποίνων, δ) Τη διάβρωση της πηγής δύναμης του αντιπάλου, ε) Τη χρησιμοποίηση της πολιτικής κατάστασης στην πόλη προς όφελος των πολιτικών του στόχων.
[ι] Σύμφωνα με τον Βλάχο, ο Θουκυδίδης θα πρέπει να ήταν περίπου 30 ετών όταν ο Περικλής απάγγειλε τον Επιτάφιο Λόγο του, και πιθανώς ανήκε στο πλήθος που άκουγε τον λόγο.
[ια] Ο Βλάχος υποστηρίζει ότι δε γνωρίζει ποιος έγραψε το λόγο, αλλά αυτός θα πρέπει να απαγγέλθηκε στο τέλος του 431 π.Χ. Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Τζεμπ, οι λόγοι του Θουκυδίδη δίνουν μία εικόνα των λόγων του Περικλή και περιέχουν πιθανώς κάποια κύρια σημεία από τον πραγματικό λόγο του Περικλή, αλλά δεν μπορούμε να θεωρήσουμε σε καμία περίπτωση τον λόγο που μας παραδίδει ο Θουκυδίδης ως τον πραγματικό λόγο του Περικλή. Ο Τζον Ντόμπσον (J.F. Dobson, The Greek Orators) πιστεύει ότι ενώ η γλώσσα του λόγου είναι του ιστορικού, κάποια στοιχεία του λόγου ανήκουν στον Περικλή. Ο Σίκινγκ (C.M.J. Sicking, Distant Companions, 133) υποστηρίζει ότι στο λόγο ακούμε τη φωνή του πραγματικού Περικλή, ενώ ο Ιωάννης Κακριδής (Interpretative comments on the Funeral Oration, 6) επιμένει ότι ο Επιτάφιος Λόγος είναι ένα κατασκεύασμα του Θουκυδίδη, επειδή το κοινό δεν είναι οι Αθηναίοι της εποχής του Περικλή αλλά οι Αθηναίοι του 400 π.Χ., που είναι απογοητευμένοι από την ήττα της πόλης τους. Ο Γκομ (A.W. Gomme, An Historical Commentary on Thucydides, II, 145–62) δεν συμφωνεί με τον Κακριδή και πιστεύει ότι ο Θουκυδίδης είναι αξιόπιστος.
[ιβ] Όπως αποφαίνεται ο Πλούταρχος, σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια του 10ου αιώνα μ.Χ., τη Σούδα (Suda, article Pericles), ο Περικλής είχε κάποιον που συστηματικά έγραφε τους λόγους του. Ο Κικέρων (Cicero, De Oratote, II, 93) αναφέρεται στο συγγραφικό έργο του Περικλή, αλλά οι παρατηρήσεις του δεν θεωρούνται αξιόπιστες. Πιθανότατα, άλλοι συγγραφείς έκαναν χρήση του ονόματός του (Quintilian, Institutiones, III, 1).
[ιγ] Ο Ιωάννης Καλουτσινάκης υποστηρίζει ότι κανένας αναγνώστης δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο ρυθμός του Επιτάφιου Λόγου δεν ανήκει στον ίδιο τον Περικλή, και ότι ο όμορφα γραμμένος Επιτάφιος Λόγος είναι σχεδόν ολόκληρος ο λόγος του Περικλή, όπως με αρκετά μεγάλη ακρίβεια τον κατέγραψε ο Θουκυδίδης (Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος», 1952). Σύμφωνα με τον Χάρβεϊ Γιούνις (H. Yunis, Taming Democracy, 63), ο Θουκυδίδης δημιούργησε το θρύλο της ρητορείας του Περικλή που έχει κυριαρχήσει από τότε.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Crane, Gregory, Thucydides and the Ancient Simplicity: The Limits of Political Realism, University of California Press, (Berkeley, 1998).
• Kallet-Marx, Lisa, Money, Expense, and Naval Power in Thucydides' History 1-5.24, University of California Press, (Berkeley, 1993).
• Θουκυδίδης, Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμοι Α', Β', Γ' (μτφρ. Π. Ξιφαράς), Ι. Ζαχαρόπουλος, (Αθήνα).
• Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Περικλής-Φάβιος Μάξιμος, Κάκτος, (Αθήνα, 1993).

16 Ιουν 2012

Κωνσταντίνος Καραμανλής (1907-1998)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Κων. Καραμανλής ήταν ένας κορυφαίος Έλληνας πολιτικός, με καθοριστική συμβολή στον οικονομικό και πολιτικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Διετέλεσε πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το σπουδαιότερο επίτευγμά του είναι η είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).
ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1907, στο Κιούπκιοϊ (σημερινή Πρώτη), μια κωμόπολη κοντά στις Σέρρες, που τότε ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, 6 χρόνια πριν την απελευθέρωση από τον ελληνικό στρατό. Πατέρας του ήταν ο Γ. Καραμανλής (1880-1932), δημοδιδάσκαλος κι αργότερα καπνοκαλλιεργητής, που πολέμησε στον Μακεδονικό Αγώνα και για τη δράση του αυτή διώχθηκε από τις τουρκικές αρχές, ενώ το 1918, τον συνέλαβαν οι βουλγαρικές αρχές κατοχής και τον κράτησαν αιχμάλωτο. Μητέρα του ήταν η Φωτεινή Δολόγλου (1888-1940). Είχε 3 αδελφούς και 3 αδελφές: η Όλγα (1911), ο Αλέκος (1914), η Αθηνά (1917), η Αντιγόνη (1921), ο Γραμμένος (1925) και ο Αχιλλέας (1929). Ο νεαρός Κωνσταντίνος, αφού τέλειωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευσή του στη γενέτειρά του, το 1919 συνέχισε την εκπαίδευσή του στο διτάξιο Γυμνάσιο Νέας Ζίχνης και το 1920 παρακολουθεί το κανονικό Γυμνάσιο Σερρών.
Την εποχή εκείνη μεγάλη ευεργεσία στην οικογένεια του Γ. Καραμανλή πρόσφερε ο τότε καθηγητής και βουλευτής Σερρών Αθανάσιος Αργυρός, που μετά τις σαρωτικές σε βάρος του Βενιζέλου εκλογές του 1920 περιλήφθηκε στην κυβέρνηση του Δ. Γούναρη. Το 1923 ο Α. Αργυρός ανέλαβε την επιμόρφωση του νεαρού Κωνσταντίνου στην Αθήνα, όπου και τον εισήγαγε στο ιδιωτικό οικοτροφείο «Λύκειο Μεγαρέως» (στο Παγκράτι) για την αποπεράτωση των γυμνασιακών του σπουδών και μετά στο 8ο Γυμνάσιο της Κυψέλης, απ’ όπου πήρε το απολυτήριό του. Το 1925 ο Καραμανλής εισάγεται στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου τελικά θα αποφοιτήσει στις 13 Δεκεμβρίου 1929 με άριστα. Στη διάρκεια των ετών 1928-29 δούλεψε ως ασφαλιστικός πράκτορας.
Το 1930, κατατάσσεται στο 19ο Σύνταγμα πεζικού στις Σέρρες, απ’ όπου, μετά από θητεία 4 μηνών, απολύεται σαν προστάτης πολύτεκνης οικογένειας. Στη συνέχεια, ανοίγει δικηγορικό γραφείο στις Σέρρες κι εργάζεται ως δικηγόρος. Το 1932, ζητά από τον πατέρα του να πολιτευθεί: «Θα ήθελα να αφιερωθώ στους ανθρώπους του λαού μου, γι’ αυτούς και δια μέσου αυτών θα ήθελα να δικαιώσω το πέρασμά μου από τον κόσμο αυτό», φέρεται να δηλώνει στις αντιρρήσεις του πατέρα του, που με τίποτα δε θέλει να μπει το «χτικιό» της πολιτικής στην οικογένειά του. Την ίδια χρονιά, ο πατέρας του πεθαίνει από τύφο. Μπήκε στη πολιτική με το αντιβενιζελικό Λαϊκό Κόμμα, δίπλα στον Α. Αργυρό. Μετά το «Κίνημα του ’35» (στη διάρκεια του οποίου ο Καραμανλής συλλαμβάνεται για δύο εβδομάδες μαζί με άλλα στελέχη του Λαϊκού κόμματος από τους κινηματίες), θα πάρει μέρος στις εκλογές του Ιουνίου και θα εκλεγεί για πρώτη φορά βουλευτής Σερρών, σε ηλικία 28 ετών. Εκλέγεται και πάλι βουλευτής τον επόμενο χρόνο, τον Ιανουάριο του 1936, στις τελευταίες εκλογές πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. H Δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 (που κήρυξε ο Ι. Μεταξάς) διακόπτει την εξέλιξη της πολιτικής καριέρας του νεαρού βουλευτή, ενώ την ίδια χρονιά πεθαίνει και η μητέρα του Φωτεινή. Την εποχή αυτή ο Κ. Καραμανλής δικηγορεί και στη συνέχεια μεταβαίνει στην Αυστρία και Γερμανία για να φροντίσει την βαρηκοΐα, που άρχισε να τον βασανίζει, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ-ΚΑΤΟΧΗ
Όταν ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940, ο Καραμανλής παρουσιάστηκε για να στρατευθεί στο Σιδηρόκαστρο, αλλά κρίθηκε ανίκανος να υπηρετήσει λόγω βαρηκοΐας και δεν στέλνεται στο μέτωπο. Στις 23 Μαρτίου του 1941 ο Καραμανλής γράφεται στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και ασχολείται αποκλειστικά με τη δικηγορία. Στη διάρκεια της κατοχής γίνεται μέλος μιας ομάδας νέων επιστημόνων, ανάμεσα στους οποίους και οι Ξ. Ζολώτας, Κ. Τσάτσος, Αγγ. Αγγελόπουλος, Γρ. Κασιμάτης, που συζητούν για το μέλλον της χώρας, χωρίς να εμπλακούν σε κάποια αντιστασιακή δραστηριότητα. Τον Ιούλιο του 1944 και μετά από περιπετειώδες ταξίδι, ο Καραμανλής φθάνει στην Αλεξάνδρεια, απ’ όπου σε λίγες μέρες επιστρέφει στην ελεύθερη πλέον Αθήνα.
ΥΠΟΥΡΓΙΚΕΣ ΘΗΤΕΙΕΣ 1946-1952
Επέστρεψε στην ενεργό πολιτική το 1946, όταν πήρε μέρος στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές της 31ης Μαρτίου του 1946, ως υποψήφιος του Λαϊκού Κόμματος στις Σέρρες και εκλέχθηκε πρώτος σε ψήφους βουλευτής Σερρών. Στη συνέχεια, γίνεται μέλος μιας δικομματικής επιτροπής, υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο και μεταβαίνει στις ΗΠΑ, όπου ακολουθεί νέα αγωγή αποκατάστασης της ακοής του και συμμετέχει σε επίσημη αποστολή ενημέρωσης της αμερικανικής κυβέρνησης για τις οικονομικές ανάγκες της Ελλάδας. Το Νοέμβριο του 1946, ο Παναγής Τσαλδάρης θα τον χρήσει Υπουργό Εργασίας σε ηλικία 39 χρόνων. Ανάμεσα στα χρόνια 1948-1950 θα διατελέσει άλλες δύο φορές υπουργός, τη μια ως Υπουργός Μεταφορών και την άλλη ως Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, στις Κυβερνήσεις διαδοχικά των Τσαλδάρη και Μάξιμου. Ως Υπουργός Εργασίας έρχεται αντιμέτωπος με σύνθετα εργατικά ζητήματα, ενώ φροντίζει για την αποφυλάκιση αντιφρονούντων συνδικαλιστών. Παράλληλα, προωθεί την πρόβλεψη για σημαντική αύξηση των συντάξεων (25%) κι ευνοεί την καθιέρωση ενιαίου φορέα.
Ως Υπουργός Μεταφορών, αποκαθιστά μέσα σε 6 μήνες πλήρως το συγκοινωνιακό δίκτυο που είχε πληγεί από τον πόλεμο και τις εμφύλιες συγκρούσεις. Παράλληλα, έρχεται σε σύγκρουση με τη βρετανική εταιρία Power και άλλες ξένες ιδιωτικές εταιρίες, που είχαν το μονοπώλιο της ηλεκτροδότησης και πρόσφεραν ακριβές και κακής ποιότητας υπηρεσίες, ενώ αρνούνταν να προχωρήσουν στις απαραίτητες επενδύσεις. Ο Καραμανλής προωθεί νομοθεσία, όπου το κράτος μπορούσε πλέον να επιδιώξει επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων. Η στάση αυτή ενισχύει το πολιτικό προφίλ του, λόγω εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, αλλά η νομοθεσία περί αναθεώρησης εγκαταλείπεται από τα μεγάλα κόμματα και κοστίζει στον Καραμανλή τη θέση του στο Υπουργείο Μεταφορών, εξαιτίας πιέσεων του βρετανικού παράγοντα προς τους Τσαλδάρη και Σοφούλη.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως Υπουργός Μεταφορών (1948)
Μεγάλη δημοσιότητα αποκτά λόγω της δράσης του στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, όπου μετακινήθηκε το 1948. Δημιουργεί το Πρόγραμμα «Πρόνοια- Εργασία» για τον επαναπατρισμό και την απασχόληση των 700.000 προσφύγων της υπαίθρου. Επιπλέον, χορηγεί στους πολίτες 60.000 όπλα μέσω Κέντρων Ασφαλείας για την ασφάλεια των παλιννοστούντων και την αποσυμφόρηση του στρατιωτικού έργου, παρά τις επιφυλάξεις του Σοφοκλή Βενιζέλου για τυχόν χρήση τους σε κομμουνιστική εξέγερση. Μέσα σ’ ένα χρόνο επαναπατρίζονται 486.000 πρόσφυγες, ενώ άλλοι 236.000 περίμεναν να επαναπατριστούν. Από αρκετούς, θεωρείται ότι αυτό το αποτελεσματικό πρόγραμμα αποκατάστασης, «ο οικονομικός Γράμμος» όπως αποκλήθηκε, είχε σαν συνέπεια και τον πολιτικό προσεταιρισμό του προσφυγικού στοιχείου, που διαφορετικά μπορεί να είχε στραφεί προς το κομμουνιστικό στρατόπεδο, ενώ έπαιξε ρόλο στην έκβαση του εμφυλίου.
Στις εκλογές του 1950 το Λαϊκό Κόμμα ηττάται, αλλά συμμετείχε στη βραχύβια κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου, όπου ο Καραμανλής γίνεται για λίγο Υπουργός Εθνικής Άμυνας.
Καραμανλής και Αντενάουερ (Γερμανός Καγκελάριος), Βόννη, 1959
Τον Ιούλιο του 1951 νυμφεύεται την Αμαλία Κανελλοπούλου (μετέπειτα Μεγαπάνου), ανιψιά του πολιτικού και διανοητή, Παναγιώτη Κανελλόπουλου.
Μετά από διάφορες εσωκομματικές κινήσεις, προσχωρεί στο κόμμα του «Ελληνικού Συναγερμού», υπό το Στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο, ο οποίος κερδίζει τις εκλογές του 1952.
ΠΡΩΤΗ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΙΑ
Το όνομά του θα γίνει γνωστό στο πανελλήνιο από τη θητεία του ως Υπουργός Δημοσίων Έργων, στην κυβέρνηση του Ελληνικού Συναγερμού με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Παπάγο, την περίοδο 1950-52 (ενώ για μικρό χρονικό διάστημα ανέλαβε και το Υπουργείο Μεταφορών). Θα επιτελέσει σπουδαίο έργο, με την κατασκευή βασικών έργων υποδομής (εγγειοβελτιωτικά έργα, οδικές αρτηρίες, ενεργειακές μονάδες, έργα ύδρευσης κ.ά.).
Ο Καραμανλής ως υπουργός δημοσίων έργων
Ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητά του, η απρόσμενα υψηλή του απόδοση στο Υπουργείο, αλλά και η απήχηση του έργου του στην κοινή γνώμη, αποτέλεσαν ισχυρό πρόκριμα για την ανάδειξή του στην πρωθυπουργία, μετά τον θάνατο του Παπάγου. Η πρωτοβουλία του βασιλιά Παύλου να του αναθέσει τον σχηματισμό κυβέρνησης, στις 5 Οκτωβρίου 1955, εξέπληξε τους πάντες. Η κίνηση αυτή προκάλεσε αμηχανία κα αντίδραση και σε στελέχη του «Συναγερμού», αφού οι πιο πιθανοί αντικαταστάτες για τη διαδοχή του Παπάγου είχαν ευρέως θεωρηθεί δύο έμπειροι πολιτικοί, οι αντιπρόεδροι της κυβέρνησης Παπάγου, Στέφανος Στεφανόπουλος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ο Καραμανλής έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός σε ηλικία 48 χρονών. Από την πρώτη μέρα της πρωθυπουργίας του, θέλησε να βάλει τη σφραγίδα του στην πολιτική ζωή της χώρας. Επανίδρυσε το κόμμα του Συναγερμού με το νέο όνομα Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) και προσέφυγε στις κάλπες τον Φεβρουάριο του 1956. Με την εφαρμογή του λεγόμενου «τριφασικού» εκλογικού συστήματος, παρά το γεγονός ότι το κόμμα του, σε απόλυτους αριθμούς ψήφων, ήρθε δεύτερο (47,3%) και η «Δημοκρατική Ένωση» πρώτη (48,15%), η ΕΡΕ κερδίζει 165 έδρες και σχηματίζει κυβέρνηση. Το εκλογικό αυτό σύστημα προέβλεπε πλειοψηφικό και ενισχυμένη αναλογική στις περιφέρειες που ήταν πρώτο κόμμα η ΕΡΕ και απλή αναλογική στις υπόλοιπες, εξασφαλίζοντας έτσι στην ΕΡΕ τον μέγιστο αριθμό εδρών. Σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας άρχισε δυσμενείς μεταθέσεις δημοκρατικών αξιωματικών κι επέβαλλε στην ηγεσία του στρατεύματος ανθρώπους που συνδέονταν με την ακροδεξιά κι αντιδημοκρατική οργάνωση ΙΔΕΑ. Ο αρχηγός του ΙΔΕΑ, αντιστράτηγος Σόλων Γκίκας, ήταν στενός φίλος, βουλευτής και Υπουργός του Καραμανλή. Το 1958 γίνονται ξανά εκλογές, που αυτή τη φορά τις κερδίζει η ΕΡΕ με ποσοστό 41,11% και 171 έδρες.
Καραμανλής και Μακάριος (Πρόεδρος Κύπρου)
Στις εκλογές του 1961, η ΕΡΕ σχηματίζει και πάλι κυβέρνηση με ποσοστό 50,8% (176 έδρες). Οι τελευταίες έμειναν στην Ιστορία ως εκλογές «βίας και νοθείας», αν και δε διεξήχθησαν από την κυβέρνηση Καραμανλή, αλλά από υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον Κ. Δόβα, το σχηματισμό της οποίας το Κέντρο χαιρέτησε ως δική του νίκη. Στις εκλογές αυτές σημειώθηκε όργιο παρενοχλήσεων και ξυλοδαρμών με στόχο αριστερούς και κεντρώους πολίτες, ενώ πρωτοφανής ήταν και η νοθεία, με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα των 218 χωροφυλάκων που ψήφισαν παράνομα στο νεοκλασικό της Ρηγίλλης. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρόεδρος της «Ενώσεως Κέντρου» Γεώργιος Παπανδρέου κήρυξε με αφορμή αυτές τις εκλογές «ανένδοτο αγώνα» για την «υπεράσπιση και αποκατάσταση της δημοκρατίας», και κατόρθωσε να συσπειρώσει τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις του τόπου, παρά τη συνεχή τρομοκράτηση από τα Σώματα Ασφαλείας.
Σε όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του αυτής, το Υπουργικό Συμβούλιο και η Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΕΡΕ περιείχε πρώην συνεργάτες των Γερμανών επί Κατοχής και μεταξικούς πολιτικούς, όπως ο Δ. Μακρής, ο Κ. Μανιαδάκης και ο Κ. Παπαδόπουλος, ενώ η ΚΥΠ υπό το στρατηγό Αλέξ. Νάτσινα χαρακτηριζόταν ως υπερκυβέρνηση του τόπου. Η πρώτη πρωθυπουργία του χαρακτηρίστηκε επίσης από προσπάθεια ποδηγέτησης και καταστολής του φοιτητικού κινήματος, που ζητούσε αύξηση των δαπανών για την Παιδεία. Ο Καραμανλής απάντησε με τη δημιουργία της ΕΡΕΝ και ανέχτηκε τη δράση της παρακρατικής ΕΚΟΦ. Επίσης, δέχτηκε κριτική για τη συνεχή αυτοπροβολή που επιδίωκε, και για το γεγονός ότι ο Νόμος 4000/1958 ήταν δική του έμπνευση.
Καραμανλής και Σμιτ (Καγκελάριος Γερμανίας)
ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Το διεθνές περιβάλλον ήταν αρνητικό για την άσκηση πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, λόγω του Ψυχρού Πολέμου και της πρόσδεσης της χώρας στο άρμα των ΗΠΑ. Έτσι, ήταν φυσικό για τον Κ. Καραμανλή να αναζητήσει ερείσματα για την κατοχύρωση της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Παρ’ όλα αυτά, ο Καραμανλής, με αρκετή δόση αποτελεσματικότητας, κατόρθωσε να προαγάγει τις σχέσεις με τον Τρίτο Κόσμο, ιδιαίτερα με τις αραβικές χώρες, προτάσσοντας, όποτε χρειαζόταν, τα περιφερειακά συμφέροντα της Ελλάδας.
Καραμανλής και Τίτο (1959)
Το 1959 υπέγραψε τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες τερματίστηκε η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου και ιδρύθηκε ανεξάρτητο Κυπριακό κράτος, με εγγυήτριες δυνάμεις την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Μ. Βρετανία με δικαίωμα στρατιωτικής παρέμβασης. Ο Καραμανλής δέχθηκε αυστηρή κριτική γι’ αυτήν την απόφασή του, που θεωρήθηκε ντροπιαστική και υποχωρητική από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης, καθώς οι συμφωνίες αυτές κατοχύρωναν ως ισότιμο εταίρο στη μεγαλόνησο την Τουρκία.
Πρωθυπουργός Αγγλίας Μακμίλαν και Καραμανλής στο Λονδίνο
Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΟΚ (1962)
Η καίρια τομή στην εξωτερική πολιτική του εντοπίζεται στην προσπάθεια για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Στρατηγικός στόχος του ριζοσπαστικού ρεύματος του ελληνικού φιλελευθερισμού ήδη από τη δεκαετία του 1930, με βάση και τις παραδόσεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ήταν η συμπόρευση της Ελλάδας με τις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Οι λόγοι ήταν πολιτισμικοί, αλλά και οικονομικοί.
Ο Καραμανλής και πρόεδρος Κέννεντυ (ΗΠΑ) με τις συζύγους τους
Μετά τη δημιουργία της ΕΟΚ και της ΕΖΕΣ, υπήρξε έντονος προβληματισμός, σε ποια από τις δύο θα έπρεπε να επιδιώξει να ενταχθεί η χώρα. Τελικά, οι κυβερνήσεις Καραμανλή επέλεξαν την πρώτη, κυρίως επειδή έδινε έμφαση στα αγροτικά προϊόντα, ενώ η δεύτερη ιδιαίτερα στη βαριά βιομηχανία, που η Ελλάδα δεν διέθετε. Ο Καραμανλής πίστευε ότι η ΕΟΚ δεν αποτελούσε «απλώς οικονομική κοινοπραξία, αλλά οντότητα με ευρύτερη πολιτική αποστολή και σημασία». Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις 2 ετών (με τη συμμετοχή ιδίως των Ε. Αβέρωφ, Γ. Πεσμαζόγλου και Ξ. Ζολώτα) υπογράφηκε η Συμφωνία Σύνδεσης και η Ελλάδα θα γίνει δεκτή στην αρχική ομάδα των Έξι, ως το πρώτο συνδεδεμένο μέλος με την ΕΟΚ, την 9η Ιουλίου 1961. Η Συμφωνία προέβλεπε: α) κατάργηση εισαγωγικών δασμών και περιοριστικών μέτρων σε βάρος της ελεύθερης κυκλοφορίας βιομηχανικών προϊόντων των Κοινοτικών χωρών, β) κατάργηση δασμών και περιοριστικών μέτρων σε βάρος των ελληνικών προϊόντων σε διάστημα 12 ετών, γ) σταδιακή υιοθέτηση σταδιακά, του κοινού εξωτερικού δασμολογίου της ΕΟΚ, δ) αυτόματη κατάργηση των δασμών πάνω στα κύρια εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα, ε) εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής της Ελλάδας με την Κοινή Αγροτική Πολιτική, στ) οικονομική χορηγία προς την Ελλάδα, υπό μορφής δανείου από την Ευρωπαϊκή τράπεζα Επενδύσεων, ανερχόταν σε 125.000.000 δολάρια για περίοδο 5 ετών. Η Συμφωνία εκτελέσθηκε πράγματι μέχρι την 21η Απριλίου 1967, οπότε και ανεστάλη. Θεωρείται ότι αποτέλεσε το πρώτο αποφασιστικό βήμα, προς την πλήρη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, που συντελέσθηκε το 1979.
Οι ηγέτες των χωρών μελών της ΕΟΚ με τον Κ.Καραμανλή (1961
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΡΓΟ
Κατά το 1955-1963 η Ελλάδα γνώρισε πολύ ισχυρή οικονομική άνοδο. Η σταθερή αύξηση του εθνικού εισοδήματος, παρά τη σημαντική αύξηση πληθυσμού (κατά περίπου 7%), με μέσο ετήσιο ρυθμό 6,25%, η άνοδος του κατά κεφαλήν εισοδήματος από 305 σε 565 δολάρια, με πληθωρισμό 2%, η ραγδαία άνοδος των επενδύσεων και η μείωση της ανεργίας στο 4,5% (βοηθούμενη και από την αυξανόμενη μετανάστευση) συνθέτουν τις κύριες παραμέτρους του θετικού απολογισμού της διακυβέρνησης Καραμανλή στο πεδίο της οικονομίας. Η πρώτη πρωθυπουργία του Καραμανλή χαρακτηρίστηκε από οικονομική πρόοδο των ανώτατων και ανώτερων οικονομικά στρωμάτων της χώρας, χωρίς να σημειωθεί όμως σημαντική άνοδος των εισοδημάτων των λαϊκών τάξεων (ο Γ. Παπανδρέου δήλωνε σκωπτικά: «όταν οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι δυστυχούν»), αλλά κι από το ανώμαλο πολιτικό κλίμα της εποχής: η Δικαιοσύνη δε δίστασε να φυλακίσει και να εξορίσει τον Μανώλη Γλέζο, που καταδικάστηκε με βάση το νόμο περί κατασκοπείας του δικτατορικού καθεστώτος Μεταξά. Πρωταρχική φροντίδα του Καραμανλή ήταν ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός προγράμματος ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης, σε μια χώρα που βίωνε ακόμη τις συνέπειες του καταστροφικού εμφύλιου πολέμου. Όραμά του υπήρξε μια Ελλάδα απαλλαγμένη από τα σύνδρομα της δυσπραγίας και της φτώχειας. Το 1959 ανήγγειλε ένα πενταετές σχέδιο (1960-1964) για την ελληνική οικονομία εστιασμένο στη βελτίωση της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής, την επένδυση σε υποδομές και την προώθηση του τουρισμού. Η ανοδική πορεία της οικονομίας θα του δώσει τη δυνατότητα να στραφεί, με την πάροδο του χρόνου, προς την ενίσχυση της παιδείας, του πολιτισμού και, για πρώτη ουσιαστικά φορά, του αθλητισμού, με τη θεσμοθέτηση του ΠΡΟ-ΠΟ (1959). Ακόμη, αύξησε τη χρηματοδότηση του κοινωνικού τομέα κι έλαβε θεσμικά μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα, με κορυφαίο γεγονός τη σύσταση του ΟΓΑ (1961). Όλη αυτή την περίοδο η Ελλάδα συνέκλινε γρήγορα με τον ανεπτυγμένο κόσμο της εποχής, δηλαδή την ΕΟΚ, τη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ. Επίσης, ο Καραμανλής απέρριψε πολλές επωφελείς εμπορικές συμφωνίες που πρότειναν στην Ελλάδα οι χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, με βάση το ιδεολόγημα του κομμουνιστικού κινδύνου στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου. Ακόμη και φιλικοί προς τον Καραμανλή ιστορικοί θεωρούν άστοχους τους χειρισμούς του στο θέμα αυτό. Ίσως η πιο δραματική αποτυχία της πρώτης πρωθυπουργικής του θητείας ήταν η πολύ μεγάλη άνοδος που σημείωσε ο πιο σημαντικός οικονομικός δείκτης, αυτός της ανεργίας. Σε όλη την περίοδο 1955-1963 η ανεργία (που το 1961 είχε φτάσει στο 24%, δηλαδή 864.000 σε σύνολο εργατικού δυναμικού 3.640.000 ατόμων) ανάγκαζε τους Έλληνες να μεταναστεύουν μαζικά στη Γερμανία, την Αυστραλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά για να ζήσουν αξιοπρεπώς.

ΔΙΩΞΕΙΣ ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΩΝ ΚΑΙ «ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ»
Όμως, παρά τις προσπάθειές του, ο εκσυγχρονισμός στο πολιτικό πεδίο κινείτο με χαμηλές ταχύτητες, λόγω των συνδρόμων του Εμφυλίου Πολέμου, που παρέμεναν ισχυρά. Με το πρόσχημα επικράτησης των κομμουνιστών (ΕΔΑ) έγιναν διώξεις και εκτοπίσεις αριστερών, ενώ παράλληλα αυτονομήθηκαν από τον κυβερνητικό έλεγχο ομάδες του στρατού, της αστυνομίας, της χωροφυλακής (η λεγόμενη «Κυανή Φάλαγγα») και άλλων υπηρεσιών που αναλάμβαναν «αντικομουνιστική» δράση με δική τους πρωτοβουλία, σχηματίζοντας το λεγόμενο «παρακράτος», που πιστεύεται ότι ουσιαστικά ελεγχόταν από το παλάτι. Ο Καραμανλής κατηγορήθηκε ότι ανέχθηκε ή κι εξέθρεψε αυτό το παρακράτος. Ο ίδιος αρνήθηκε πάντα σθεναρά ότι υποστήριζε ή γνώριζε τη λειτουργία αυτών τον ομάδων. Χαρακτηριστική είναι η φράση που φέρεται να είπε μετά τη δολοφονία Λαμπράκη από παρακρατικούς: «Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;». H πολιτική του σε αυτόν τον τομέα στόχευε πάντοτε στη διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, καθώς και στην εμπέδωση και εμβάθυνση της Δημοκρατίας, ενόψει και της φιλοευρωπαϊκής πορείας της χώρας με τη σύνδεσή της με την τότε ΕΟΚ, ήδη από το 1961. Γι’ αυτό το λόγο περιόρισε σε 937 τους 4.498 καταδίκους κομμουνιστές και σε 6 τους εκτοπισμένους που παρέλαβε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Κατηγορήθηκε ότι με τη βοήθεια της ΚΥΠ, δημιούργησε την περίοδο 1955-1963 ένα πρωτοφανές για τα ελληνικά χρονικά αστυνομικό κράτος, με τους έμμισθους πράκτορες των Σωμάτων Ασφαλείας και της ΚΥΠ να ξεπερνούν τους 60.000 σ’ έναν πληθυσμό 8.300.000 ανθρώπων.

ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΑ
Η πρώτη κυβερνητική οκταετία του Καραμανλή διακόπηκε απρόβλεπτα, με την παραίτησή του, τον Ιούνιο του 1963, μετά από διαφωνία με τον βασιλιά Παύλο, που σηματοδότησε τη ρήξη του με τα Ανάκτορα, και πέρασε 4 μήνες στο εξωτερικό. Η διαφωνία αυτή πυροδοτήθηκε κατά τα φαινόμενα από την έντονη αντιπάθεια της βασίλισσας Φρειδερίκης προς το πρόσωπό του, στη πραγματικότητα όμως λόγω της πρόθεσής του να αναθεωρήσει προς το δημοκρατικότερο το Σύνταγμα του 1952, που είχε προωθηθεί μόνον από τις κυβερνήσεις του Κέντρου και ήταν ασφυκτικό για την εκλεγμένη από το λαό κυβέρνηση και ιδιαίτερα γενναιόδωρο προς το Βασιλιά. Η κρίση δεν ήταν ανεξάρτητη και από το κλίμα πολιτικής έντασης εκείνης της εποχής. Από τον Μάιο η χώρα ήταν σε αναταραχή και η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγορίου Λαμπράκη από παρακρατικούς, μετά από εκδήλωση για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη, είχε ρίξει βαριά τη σκιά της στη χώρα.
Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963, ο Καραμανλής ηγήθηκε της ΕΡΕ, αλλά υπό το βάρος των καταγγελιών της αντιπολίτευσης, ηττήθηκε από την «Ένωση Κέντρου» του Γ. Παπανδρέου. Ο Καραμανλής παραιτήθηκε από την ηγεσία της ΕΡΕ κι αποχώρησε από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ιδιώτευσε επί 11 χρόνια μέχρι τη Μεταπολίτευση. Τότε είχε ευρέως διαδοθεί στην ελληνική κοινή γνώμη ότι κατά την αναχώρησή του από τη χώρα χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Κ. Τριανταφυλλίδης. Για το γεγονός αυτό ο ίδιος παρατηρεί σε σημείωμά του τα εξής: «Χαρακτηριστικό της απρέπειας, με την οποία οι αντίπαλοί μου αντιμετώπισαν την αποχώρησή μου εκ της πολιτικής, είναι το γεγονός ότι επεχείρησαν να προσδώσουν μυστήριο στις προφυλάξεις που έλαβα διά την αθόρυβη αναχώρησή μου. Και την εμφάνισαν ως μυθιστορηματική φυγή και μάλιστα υπό ψευδώνυμο, ενώ γνώριζαν ότι η θεώρηση των διαβατηρίων μου είχε ζητηθεί να γίνει από το υπουργείο Εξωτερικών και τα εισιτήρια εκδόθηκαν επ’ ονόματι εμού και της συζύγου μου». Στην ηγεσία της ΕΡΕ τον διαδέχθηκε ο Π. Κανελλόπουλος. Ήταν στο Παρίσι, όταν τον βρίσκει η δικτατορία της 21ης Απριλίου.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΙΑ
Μετά την κατάρρευση της Χούντας, υπό το βάρος του άφρονος πραξικοπήματος στην Κύπρο και της τουρκικής εισβολής στη μεγαλόνησο, η «λύση Καραμανλή» προσφέρεται σαν η πλέον ιδανική για την τότε πολιτική κατάσταση της χώρας. Δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα της 24ης Ιουλίου 1974, ο Καραμανλής επιστρέφει στην Αθήνα θριαμβευτικά, με το αεροπλάνο της γαλλικής προεδρίας, που έθεσε στη διάθεσή του ο Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, στενός προσωπικός του φίλος και γίνεται δεκτός με πραγματικά φρενιασμένο παραλήρημα. Ας σημειωθεί ότι αυτοί που τον κάλεσαν να αναλάβει τη διακυβέρνηση του τόπου ήταν στελέχη της Χούντας των Συνταγματαρχών, όπως ο Ναύαρχος Αραπάκης και ο Στρατηγός Γκιζίκης, με πρωτοβουλία του Ευάγγελου Αβέρωφ.
Σχηματίζει αμέσως κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» κι αναγνωρίζεται από εχθρούς και φίλους σαν ένας «άλλος» Καραμανλής, που κατορθώνει με συνετές κι αποφασιστικές κινήσεις να αποκαταστήσει πλήρως τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα. Νομιμοποίησε το ΚΚΕ, μετά από 26 χρόνια παρανομίας, αλλά δεν κατάργησε αμέσως τη λογοκρισία, ενώ προχώρησε στην αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ως αντίδραση για την άρνηση της Συμμαχίας να αντιταχθεί στην προέλαση των Τούρκων στην Κύπρο (Αττίλας 2).
Αρχικά ήταν επιεικής με μέλη του πραξικοπήματος του 1967, που διατηρούσαν ακόμα ισχυρές θέσεις στην Αστυνομία Πόλεων και τη Χωροφυλακή. Παρ’ όλα αυτά, η χουντική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων αντικαταστάθηκε και τα περισσότερα υπολείμματα του καθεστώτος των συνταγματαρχών, τα λεγόμενα «σταγονίδια», εκδιώχθηκαν από τον κρατικό μηχανισμό. Πρωτοστάτησε σε σημαντικά σημεία της διαδικασίας εκδημοκρατισμού της χώρας, ειδικότερα στη δίκη των πρωταιτίων της δικτατορίας (στους οποίους αποδόθηκε η ποινή του θανάτου για εσχάτη προδοσία κι ανταρσία, που τελικά μετατράπηκε με πρωτοβουλία του ίδιου σε ισόβια φυλάκιση, απόφαση που προσπάθησε να εκτονώσει με τη φράση «όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια»). Αυτή η «ανώδυνη μετάβαση από τη δικτατορία στη Δημοκρατία» χαρακτηρίζεται (σύμφωνα και με τους βιογράφους του) διεθνώς «ως θαύμα».
Στις 30 Σεπτεμβρίου 1974, ιδρύει τη «Νέα Δημοκρατία», νεοσύστατο σχηματισμό, που εντάσσεται στον κεντροδεξιό χώρο, με ιδεολογικό στίγμα τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Οργανώνει ελεύθερες κοινοβουλευτικές εκλογές για τις 17 Νοεμβρίου 1974, τις οποίες κερδίζει μια πρωτοφανή πλειοψηφία (54,2%) και εκλέγει 219 βουλευτές.
Η διενέργεια δημοψηφίσματος, στις 8 Δεκεμβρίου 1974, τερμάτισε τη μακρά διένεξη για το πολιτειακό, με την κατάργηση της μοναρχίας και την οριστική καθιέρωση της Προεδρευόμενης Δημοκρατίας. Η εκπόνηση και η ψήφιση νέου και προοδευτικού Συντάγματος, τον Ιούνιο του 1975 (θεωρήθηκε ως ένα από τα πιο συγχρονισμένα των χωρών της Ευρώπης), δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εμβάθυνση και την παγίωση της Δημοκρατίας.
Η άνετη νίκη του και στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση (Νοέμβριος 1977), θα του επιτρέψει να παραμείνει αδιάλειπτα στην εξουσία για μία εξαετία. Η δεύτερη πρωθυπουργία του αντιμετωπίστηκε από ορισμένους αντιπάλους του ως το ίδιο αμφιλεγόμενη με την πρώτη: έγινε στόχος σφοδρής κριτικής από όλα τα κόμματα για την πολιτική του στην Κύπρο που θεωρήθηκε εξοργιστικά υποχωρητική και σ’ αυτό βοήθησαν και οι δικές του δηλώσεις για το ότι η Κύπρος είναι μακριά. Επίσης, κατηγορήθηκε για το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε τα κρατικά ΜΜΕ για την αυτοπροβολή του. Τέλος, έγινε στόχος κριτικής για τη μεγάλη και πολυτελή κατοικία του στην περιοχή της Πολιτείας, όπου έζησε το διάστημα 1980-1998.
Καραμανλής και Ζισκάρ Ντ' Εστέν κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα
Από την άλλη πλευρά, η επικράτηση ήπιου πολιτικού κλίματος, η αναβάθμιση των πολιτικών ηθών και της κοινοβουλευτικής πρακτικής και γενικότερα η κατοχύρωση του δημοκρατικού διαλόγου και των ατομικών ελευθεριών, καταγράφονται έκτοτε ως επιτεύγματά του. Όπως και η λύση ενός εξίσου σοβαρού ζητήματος, του γλωσσικού, με την καθιέρωση της δημοτικής, ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Την εξαετία 1974-1980 και παρά τη διεθνή ενεργειακή κρίση, που έπληξε και τη χώρα μας, στον οικονομικό τομέα, η ανάπτυξη συνεχίστηκε, αν και όχι με τον ρυθμό των προηγούμενων δεκαετιών, το εθνικό εισόδημα αυξανόταν με ρυθμούς 5% ετησίως, το κατά κεφαλήν εισόδημα σημείωσε αύξηση 50%, ενώ έγιναν και οι πρώτες μεγάλες κρατικοποιήσεις. Ο Καραμανλής δεν δίστασε να κρατικοποιήσει μεγάλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα (Ολυμπιακή, Εμπορική), όταν οι περιστάσεις το επέβαλαν, με αποτέλεσμα κάποιοι κύκλοι των βιομηχάνων να τον κατηγορήσουν για σοσιαλομανία. Στην εξωτερική πολιτική, προχώρησε σε άνοιγμα προς τις γειτονικές κομμουνιστικές χώρες και τη Μόσχα και υπέγραψε σημαντικές συμφωνίες με επισκέψεις σε μια σειρά κρατών, διπλωματικά ανοίγματα που καταγράφονται στο ενεργητικό του. Η πολιτική αυτή μπορεί να ενταχθεί στην κρίση που σημειώθηκε στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η προσωρινή αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (1974-1980).
Ο Καραμανλής συνέχισε να κυβερνά την Ελλάδα μέχρι τις 5 Μαΐου 1980, οπότε εγκατέλειψε την ενεργό πολιτική μετά την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Ο πραγματικός λόγος της παραίτησής του ήταν ίσως η διαφαινόμενη ήττα στις εκλογές, λόγω της ανόδου του Ανδρέα Παπανδρέου. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Γεώργιος Ράλλης.
ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ
Στις 5 Μαΐου 1980, το ελληνικό κοινοβούλιο εξέλεξε τον Καραμανλή Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε μια περίοδο που το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου βρισκόταν προ των πυλών της εξουσίας, θέση την οποία υπηρέτησε έως το 1985. Η αυστηρή προσήλωση στην τήρηση των συνταγματικών κανόνων και η συνεπής τοποθέτηση πάνω από τις κομματικές διαμάχες, η εξασφάλιση της ομαλής διαδοχής των κομμάτων στην εξουσία, η συμβολή στην εκτόνωση των πολιτικών παθών και η συνεισφορά του στην εμπέδωση της εθνικής ενότητας, συνέθεσαν τις κύριες παραμέτρους της παρουσίας του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, σε συνδυασμό και με την ενίσχυση του διεθνούς κύρους της χώρας.
Στο ύπατο αυτό αξίωμα έμεινε μέχρι τον Μάρτιο του 1985, οπότε και παραιτήθηκε πρόωρα, λίγους μήνες πριν τη λήξη της θητείας του, όταν ο τότε πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου, αθετώντας την υπόσχεση του προς τον Καραμανλή για δεύτερη θητεία, ανακοίνωσε ξαφνικά ότι το κόμμα του δε θα υποστήριζε την επανεκλογή του, αλλά θα πρότεινε για νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον αρεοπαγίτη Χρήστο Σαρτζετάκη. Ο Καραμανλής αποχώρησε πικραμένος κι επέκρινε αυτή τη στάση του Παπανδρέου, αλλά η κυβέρνηση απαγόρευσε τη μετάδοση της δήλωσής του από την κρατική τηλεόραση. Το 1989 και εν μέσω της πολιτικής κρίσης που περνούσε η χώρα, είπε την περίφημη φράση: «η χώρα μεταβλήθηκε σ’ ένα απέραντο φρενοκομείο». Στις 4 Μαΐου 1990, εκλέχθηκε και πάλι στο ύπατο αξίωμα της χώρας από την κυβερνητική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας, με αρχηγό τον Κ. Μητσοτάκη και υπηρέτησε μέχρι το 1995, οπότε αποχώρησε οριστικά από την πολιτική σε ηλικία 88 ετών και τον διαδέχθηκε στην Προεδρία ο Κ. Στεφανόπουλος.
Καραμανλής και Τζούλιο Αντρεότι (πρωθυπουργός Ιταλίας), 1977
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο Καραμανλής αποτέλεσε τελικά ένα πραγματικό φαινόμενο της πολιτικής ιστορίας του τόπου μας, έχοντας κερδίσει 5 κοινοβουλευτικές εκλογές κι έχοντας διατελέσει 8 χρόνια ως υπουργός, 15 χρόνια ως πρωθυπουργός, 10 χρόνια ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και συνολικά περισσότερο από 60 έτη στην ενεργό πολιτική. Κι όπως ειπώθηκε: «Οικοδόμησε μια σύγχρονη και προοδευτική δημοκρατία κι εξόπλισε την ελληνική πολιτεία με νέους ευρωπαϊκούς θεσμούς, που έλαβαν συνταγματική κατοχύρωση». Για τη μακροχρόνια υπηρεσία του στη δημοκρατία και την ευρωπαϊκή ενοποίηση, του απονεμήθηκε το 1978 το βραβείο Καρλομάγνου, ενώ κατά καιρούς του απονεμήθηκαν το βραβείο Σούμαν, το χρυσό μετάλλιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και τα ανώτατα μετάλλια των Πανεπιστημίων της Σορβόννης και των Παρισίων. Έφυγε από τη ζωή μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία 91 ετών, στις 23 Απριλίου 1998. Δεν άφησε απογόνους από το γάμο του με την Αμαλία Μεγαπάνου, που διαλύθηκε στη διάρκεια της δικτατορίας. Τα αρχεία του φυλάσσονται στο Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Καραμανλής». Σήμερα, ο Καραμανλής παραμένει δημοφιλής σε πολύ μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού: το 2007, στη μεγάλη έρευνα της κεντροδεξιάς εφημερίδας «Καθημερινή», για το πώς αποτιμούσαν οι Έλληνες τη Μεταπολίτευση μετά 33 χρόνια, ο Κ. Καραμανλής και οι κυβερνήσεις του κατέκτησαν τη δεύτερη θέση: ο Ανδρέας Παπανδρέου και οι κυβερνήσεις 1981-1989 κρίθηκαν ως οι καλύτερες μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ο ανιψιός του, Κώστας Καραμανλής, υπήρξε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας από το 1997 ως το 2009, και πρωθυπουργός την περίοδο 2004-2009.
Πηγές
Ελληνική Βικιπαίδεια
Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Καραμανλής»
Διάφορα sites στο internet